Legislator Case Law & Legislation
1202/2009 AI generated

1202/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1202/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1202/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι όροι του εφαρμοζομένου με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού (αρ. 1δ, 2 εδ α' ν.3789/1957,12§4 ν.1767/1988, 8§3 ν. 2224/1994-ΟλΑΠ 42/2002 ΕλλΔικ 44375).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1202 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1202/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 921/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2160/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 6-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του τέταρτου και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, όπως με την υπαγωγή σε συγκεκριμένο, μη εφαρμοστέο, όμως κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατ' αρ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του αρ.6 §1 ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου ηλικίας το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζομένης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που υπολογίζεται με βάση το αρ. 5§§1 και 2 του αυτού νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Περαιτέρω κατά το εδ. β' του αυτού ως άνω αρ. 8 ν. 3198/ 1995, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το αρ. 5 § 1 ν. 435/1976, μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε ν' αποχωρούν, είτε ν' απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις αυτές οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, για δε τη χορηγουμένη κατά τ'ανωτέρω στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωση εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα από τα άρθρα 1-9 ν. 3198/1955 και τις διατάξεις του ν. 2112/1920 κλπ, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση.

Σύμβαση εργασίας που διέπεται από κανονισμό του εργοδότη που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μετατρέπεται εξαρχής σε αορίστου χρόνου.

Οι όροι του εφαρμοζομένου με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού (αρ. 1δ, 2 εδ α' ν.3789/1957,12§4 ν.1767/1988, 8§3 ν. 2224/1994-ΟλΑΠ 42/2002 ΕλλΔικ 44375).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το αρ. 26 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κανονισμού Υπηρεσίας της εναγομένης που κυρώθηκε με το β.δ της 17/26-9-1953 και είχε ισχύ νόμου η μετά του προσωπικού της Τραπέζης Σύμβασις εργασίας λύεται εκτός από τους αναφερόμενους σ' αυτόν λόγους: 1) με τον θάνατο του υπαλλήλου, 2) με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση α) του 62ου έτους της ηλικίας για τους διευθυντές, υποδιευθυντές, συμπράττοντες υποδιευθυντές και τμηματάρχες..., ενώ στο ίδιο άρθρο ορίζεται περαιτέρω ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως".

Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 1 ν.2112/1920 απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου που έχει προσληφθεί με σύμβαση αορίστου χρόνου, που διήρκεσε περισσότερο από δύο μήνες, δεν μπορεί να γίνει χωρίς έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, κατά τους αναφερομένους στην διάταξη αυτή ειδικότερους όρους, ο εργοδότης δε που παραμελεί την υποχρέωση καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης οφείλει, κατ' αρ. 3§1 ν.2112/1920, να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, όπως η έννοια αυτών καθορίζεται στην §2 του αυτού άρθρου, που θα ελάμβανε κατά τον χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία.

Τέλος, κατ' αρ. 5§§ 1 και 2 ν. 2112/1920 και του ν.3198/1955 ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς την τήρηση προθεσμίας και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εάν εναντίον του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διεπράχθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία γενικά για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, εάν όμως ο υπάλληλος απαλλαγεί με βούλευμα ή δικαστική απόφαση για τις κατηγορίες δικαιούται να ζητήσει την κατ' αρ.3 του ίδιου νόμου πλήρη αποζημίωση.

Από την αντιπαραβολή των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση καταγγελίας υπαλληλικής σύμβασης λόγω υποβολής μήνυσης κατ' αυτού για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, εάν ο υπάλληλος αυτός στην συνέχεια απαλλαγεί με βούλευμα ή δικαστική απόφαση για τις κατηγορίες αυτής, δικαιούται την πλήρη αποζημίωση του αρ.3 ν. 2112/1920 και όχι την μειωμένη κατά 50% που προβλέπεται από το αρ. 8 εδ.

β' του ν.3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρ. 5§1 ν. 435/1976, για την περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού από την εργασία του ή απομάκρυνσης αυτού (δηλ. καταγγελίας) από τον εργοδότη, καθόσον η διάταξη του αρ. 5§§1 και 2 ν.2112/1920 αναφέρεται σε ειδική περίπτωση καταγγελίας λόγω υποβολής μήνυσης κατά του μισθωτού και απαλλαγής του στην συνέχεια από την κατηγορία, ενώ η διάταξη του αρ. 8 εδ.

β'ν. 3198/1955 σε απομάκρυνση γενικά του μισθωτού από την υπηρεσία του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού διωκούσης την καταβολή σ' αυτόν πλήρους αποζημίωσης κατ' αρ. 3 και 5 ν. 2112/1920, άλλως μειωμένη κατ αρ. 8 εδ. β' ν. 3198/1955 λόγω καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασής του από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" συνεπεία υποβολής μήνυσης κατ' αυτού και στην συνέχεια απαλλαγής του με βούλευμα δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 2160/2007 απόφασή του, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη τράπεζα την 3.1.1964 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπομηχανικός και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του τεχνικού κλάδου, ότι την 1.1.1987 προήχθη σε Υπομηχανικό Α' και από 6.12.1994 κατείχε τη θέση του Προϊσταμένου Γραφείου Συντήρησης Ηλ/κών Έργων, ότι η εναγομένη υπέβαλε κατ' αυτού την από 7.8.1996 μήνυση για αξιόποινες πράξεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ότι στην συνέχεια τη 12.8.1996 η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του λόγω της υποβολής της μήνυσης χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ότι με το 2754/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο ενάγων απηλλάγη της κατ' αυτού κατηγορίας, ότι ύστερ' από άσκηση άλλης αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης η ως άνω από 12.8.1996 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κρίθηκε νόμιμη με την 1199/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι μετά την γνωστοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος η εναγομένη προσέφερε στον ενάγοντα αποζημίωση ποσού 1.500.000 δρχ λόγω λήψεως σύνταξης γήρατος υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι υπαγόταν στον δημόσιο τομέα και μπορούσε να καταβάλει τη μειωμένη αποζημίωση του α.ν. 173/1967 και ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει την αποζημίωση του εδ.

β' αρ. 8 ν. 3198/1955 (στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως εφαρμοσθέν το εδ. α' του ως άνω άρθρου που αφορά την αποζημίωση λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως του μισθωτού, τούτο όμως από πρόδηλη παραδρομή όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι στην περιεχομένη στη προσβαλλόμενη απόφαση σχετική νομική σκέψη περιλαμβάνεται μόνον η διάταξη του εδ.

β' και όχι του εδ. α' του ως άνω άρθρου) ανερχομένη σε 9.602.244 δρχ ή 28179,73 ευρώ και μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος ήδη ποσού του 1.500.000 ή 4.402,05 ευρώ, το οποίο και επεδίκασε σ' αυτόν μετ' εξαφάνιση, με βάση τις ως άνω παραδοχές, της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρ. 5 ν. 2112/1920 και 26 του έχοντος ισχύ νόμου ως άνω κανονισμού και τις άλλες προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές του και τα προαναφερθέντα, αφού επρόκειτο για αποζημίωση καταγγελίας ύστερα από υποβολή μήνυσης για αξιόποινες πράξεις κατά την υπηρεσία του ενάγοντος για τις οποίες στην συνέχεια απηλλάγη δικαιούμενος κατά συνέπεια πλήρη αποζημίωση, ενώ εφάρμοσε, καίτοι δεν ήταν εφαρμοστέες τις διατάξεις του εδ β' αρ. 8 ν.3198/1955.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ....της έρευνας των λοιπών λόγων, ν' αναιρεθεί η 2160/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση το ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 2160/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ