Legislator Case Law & Legislation
1201/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds as the new injury claim was not litigated before.

Case Number 1201/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding car accident damages. The appellant argued that the lower court erred in applying the principle of res judicata to a subsequent claim for aggravated disability. The court ruled that the appellant failed to litigate the worsening of the disability in the original suit, rendering the res judicata objection inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 578 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies only to matters actually litigated and decided, excluding unforeseen aggravations of injury not raised in the original proceedings.

Keywords

AI generated
res judicata aggravated disability car accident damages procedural inadmissibility unforeseen consequences civil appeal judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1201 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1201/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1915/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1187/2019 μη οριστική και 174/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 7-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6989/876/10-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 174/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Με την από 15-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 71685/3670/9-07-2015 ευθεία αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στρεφόμενος κατά: 1) του Γ. Ξ. του Π., ως προς τον οποίο παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτόν και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.Ε.Γ.Α." και ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκε ότι στη νέα Εθνική οδό Κορίνθου - Πατρών στις 16-9-1996 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα το σοβαρό τραυματισμό του, κατά τη σύγκρουση του ανωτέρω αυτοκινήτου με τη με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο ίδιος. Ότι για το ένδικο ατύχημα άσκησε την από 10-11-1997 αγωγή του κατά των εναγόμενων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 5066/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και επιδικάστηκαν σε αυτόν (ενάγοντα - αναιρεσίβλητο) τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση ποσά.

Ότι μετά την άσκηση της πρώτης πιο άνω αγωγής του η κατάσταση της υγείας του δεν αποκαταστάθηκε και για το λόγο αυτό άσκησε κατά των εναγόμενων για μεταγενέστερες αξιώσεις του : α) την από 5-3-2001 δεύτερη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 797/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του και κατά της οποίας άσκησε έφεση, β) την από 5-1-2004 τρίτη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2854/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του και κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση και γ) την από 15-5-2012 τέταρτη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3914/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του και κατά της οποίας ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις.

Ότι μετά την άσκηση των ανωτέρω αγωγών του υποβλήθηκε σε νέες χειρουργικές επεμβάσεις και επήλθαν νέες δυσμενείς συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του, συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του. Με βάση το ιστορικό αυτό και τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι δικαιούται πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης και πρόσθετης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., πέραν εκείνων που επιδικάστηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις, που έκριναν επί των ανωτέρω αγωγών του, ενόψει της περαιτέρω ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας, που έχει υποστεί μετά την άσκηση των αγωγών αυτών και των νέων επιβλαβών και μόνιμων συνεπειών της κατάστασης της υγείας του και της περαιτέρω αύξησης της αναπηρίας του, οι οποίες δεν ήταν προβλεπτές, ούτε και αναμένονταν κατά την άσκηση εκείνων, ζήτησε, μετά από κατά ένα μέρος περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει το ποσό των 70.831,76 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 224.200 ευρώ και συνολικά το ποσό των 295.031,76 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία για το χρονικό διάστημα από 16-5-2012 έως 15-4-2015, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κα για περαιτέρω χρηματική παροχή, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ.

Επί της ευθείας αυτής αγωγής του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1915/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 49.632,76 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 32.920 ευρώ.

Ειδικότερα, με την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, αφού απορρίφθηκε η ένσταση δεδικασμένου, που είχε προβάλλει η εναγόμενη, ως προς το κονδύλιο της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, επιδικάστηκε στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, εκτός των άλλων και το ποσό των 10.000 ευρώ για την αιτία αυτή. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 3-1-2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 754/75/4-1-20182018) έφεσή της κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, παραπονούμενη, μεταξύ άλλων και για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής της περί ύπαρξης δεδικασμένου, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ., καθώς και για εσφαλμένη επιδίκαση στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο του ανωτέρω ποσού των 10.000 ευρώ για την αιτία αυτή.

Επί της ανωτέρω έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 1187/2019 μη οριστική του απόφαση, με την οποία αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με την ακριβή μετατραυματική κατάσταση της υγείας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου. Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 174/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1915/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.636,49 ευρώ, αναγνώρισε δε ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 27.000 ευρώ.

Ειδικότερα, όσον αφορά την αγωγική αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου περί πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά το άρθρο 931 του ΑΚ [που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη], το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 174/2021 απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση δεδικασμένου ως προς το κονδύλιο αυτό, που επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης - αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου και, κρίνοντας ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος δικαιούται πρόσθετη χρηματική παροχή κατά το ως άνω άρθρο, διότι μετά την άσκηση των προηγούμενων αγωγών του εμφανίστηκε σε αυτόν απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του και αύξηση του βαθμού της μόνιμης αναπηρίας του, επιδίκασε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, το ποσό των 7.000 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 980/2023, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 735/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 637/2017).

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 565/2023, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 2039/2013).

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του Κ.Πολ.Δ., με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική παροχή, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής πάλι λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή επιδείνωση και επαύξηση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν απρόβλεπτη επιδείνωση και επαύξηση της υπάρχουσας αρχικής αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου.

Πρέπει όμως να πρόκειται για απρόβλεπτη επιδείνωση της αρχικής αναπηρίας ή παραμόρφωσης, αιτιωδώς συνδεομένης με την αρχική αδικοπραξία. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης και επαύξησης της αρχικής αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 51/2011).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ.

χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, πρέπει, να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Κατά τη διάταξη αυτή ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011), καθόσον, ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματική ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018).

Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 174/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: " Με τις υπ' αριθμούς 92/2000, 797/ 2003, 2854/2007 και 3914/2014 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί των από:

α) 10.11.2997 (με αριθμό καταθέσεως 11617/1997), β) 05.03.2001 (με αριθμό καταθέσεως 82645/5214/2001), γ) 05.01.2004 (με αριθμό καταθέσεως 8497/427/2004) και δ) 15.05.2012 (με αριθμό καταθέσεως 100642/ 3775/2012) τεσσάρων (4) προγενέστερων αγωγών του ενάγοντος, (ήδη αναιρεσιβλήτου) μεταξύ άλλων και κατά της εδώ εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας) και είχαν την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίσιν αγωγή (πέμπτη κατά σειρά), οι οποίες έχουν ήδη καταστεί τελεσίδικες με τις υπ' αριθμούς 5066/2001 η πρώτη, 362/2005 η δεύτερη και 1079/2016 η τέταρτη αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και η τρίτη από αυτές λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής και παρόδου τριετίας από την δημοσίευσή της, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 του ΚΠολΔ) ως προς τους διαδίκους, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων που αναφέρονται στις προαναφερθείσες και στην υπό κρίσιν αγωγή, που έλαβε χώρα στις 16.09.1996 επί της Νέας Εθνικής Οδού Κορίνθου-Πατρών, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Ξ. (ως προς τον οποίο έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της υπό κρίσιν αγωγής), ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (όπως ειδικότερα η αμέλειά του προσδιορίζεται στην υπ' αριθμόν 5066/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) και ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτής η ήδη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Ότι εξ αιτίας του πιο πάνω ατυχήματος τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος διακομίστηκε στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη, όπως προέκυπτε από τα τότε επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, βασεαυχενικό και υποτροχαντήριο κάταγμα (δε) μηριαίου, κάταγμα αριστερής πηχεοκαρπικής, θλαστικό τραύμα δεξιού γόνατος, οστεοχόνδρινο κάταγμα επιγονατίδας και δεξιού μηριαίου και διάστρεμμα ποδοκνημικής προς αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (ήλωση) και έλαβε εξιτήριο στις 03.10.1996 με οδηγίες για μη φόρτιση του δεξιού σκέλους, ακινητοποίηση του δεξιού γόνατος για υποχώρηση της συλλογής και επίσκεψη στα εξωτερικά ιατρεία με χρόνο αποκαταστάσεως 3 μήνες.

Ότι τα τραύματα του ενάγοντος εμφάνισαν και επιπλοκές αφού ειδικότερα στις 08.01.1997 αυτός εισήχθη εκ νέου στο ίδιο πιο πάνω νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε επί 4ήμερο και, μετά από αρθροσκόπηση του δεξιού γόνατος, διαπιστώθηκε ρήξη οπίσθιου κέρατος του έσω μηνιαίου και εκφύλιση του προσθίου κέρατος αυτού, έγινε διαμόρφωση με το Saver και εξήλθε με οδηγίες για επανεξέταση και προβλεπόμενο χρόνο αποκαταστάσεως 2 μήνες.

Ότι σε νέα εξέτασή του στο αυτό νοσοκομείο στις ο ενάγων βρέθηκε να πάσχει από μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού γόνατος και του συστήθηκε αποχή από την εργασία του για ένα μήνα και ότι, ομοίως, κατά τις επανεξετάσεις του στο ίδιο νοσοκομείο στις 08.04.1997, 13.05.1997, 30.05.1997, 10.06.1997, 22.07.1997, 12.08.1997, 24.09.1997, 04.12.1997 και αντίστοιχα εξακολούθησε να εμφανίζει άλγος δεξιού γόνατος και δυσκαμψία και ότι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή που τον εξέτασε στις 20.01.1998 αποφάνθηκε ότι κρίνεται ανάπηρος με ποσοστό μόνιμης αναπηρίας 60% λόγω μετατραυματικής ατροφίας δεξιού κάτω άκρου με συνοδό ατροφία τετρακεφάλου και δυσκαμψία συστοίχου γόνατος.

Ότι ο ορθοπεδικός ιατρός Γ. Κ., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 4604/1998 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την από 08.02.1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αποφάνθηκε ότι η σωματική βλάβη του ενάγοντος δεν έχει παγιωθεί ακόμη και έτσι το ποσοστό μερικής διαρκούς ανικανότητας του θα κριθεί μετά την παγίωση της σωματικής του βλάβης, καθώς και ότι ο ενάγων συνεχίζει διαρκώς να παρουσιάζει ελαφρά χωλότητα στη βάδιση λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας του δεξιού γόνατος, η οποία με την πάροδο του χρόνου βραδέως θα επιδεινώνεται.

Ότι εξαιτίας του τραυματισμού του και των επιπλοκών που εμφάνισε η κατάσταση της υγείας του ο ενάγων παρέμεινε ανίκανος προς εργασία για το χρονικό διάστημα από τις 16.09.1996 έως τις 15.11.1997 (ήτοι επί 14 μήνες), κατά το οποίο απώλεσε το ποσό των 15.000 δραχμών τότε κατά μέσον όρο ημερησίως ως καθαρό κέρδος επί 30 ημέρες κάθε μήνα και συνολικώς 6.300.000 δραχμές, δοθέντος ότι εργαζόταν και τα Σαββατοκύριακα ως κλειθροποιός διατηρώντας προς τούτο αντίστοιχο κατάστημα στην πόλη των Πατρών με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή κλειδιών, τοποθέτηση συστημάτων ασφαλείας, παροχή βοήθειας σε κάθε περίπτωση ακούσιου κλειδώματος, βλάβης και δυσλειτουργίας κάθε κλειδαριάς και ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, το ύψος της οποίας προσδιορίσθηκε στο ποσό των 3.000.000 δραχμών τότε, το οποίο κρίθηκε ως δίκαιο και εύλογο, ενόψει των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού, του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης και του είδους του τραυματισμού του και των επιπλοκών του....

Ότι η ολική ανικανότητα του ενάγοντος προς παροχή εργασίας του συνεχίστηκε για συνολικό χρονικό διάστημα 140 εργασίμων ημερών, δηλαδή για τα χρονικά διαστήματα από τις 15-11-1997 έως τις 31-01-1998, από τις 29-8-2000 έως τις 29-9-2000, από τις 13-11-2000 έως τις 16-12-2000 και από τις 20-12-2000 έως τις 12-1-2001 και ότι η πιο πάνω κατάσταση της υγείας του είχε ως αποτέλεσμα την μειωμένη επαγγελματική του δραστηριότητα και την αντίστοιχη μείωση των εργασιών των ακαθαρίστων εσόδων του κατά τα ποσό των 5.000 δραχμών (τότε) την ημέρα κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-11-1997 έως τις 6-3-2001...

Ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, ύψους 5.000.000 δραχμών τότε, διότι η "αναπηρία του θα έχει δυσμενή επίδραση στην ψυχοσωματική του υγεία, στην κοινωνική και επαγγελματική του βελτίωση", ενώ υπέστη και περαιτέρω ηθική βλάβη εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, το ύψος της οποίας προσδιορίστηκε στο ποσό των 2.000.000 δραχμών τότε καθώς οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης από τις δύο πιο πάνω εγχειρήσεις εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ούτε από τον ενάγοντα κατά τη σύνταξη της πρώτης αγωγής του, ούτε από το Δικαστήριο που επιδίκασε την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση (βλ.

την υπ' αριθμόν 362/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου)... Ότι και μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε κατά τα άνω ο ενάγων, η κατάσταση της υγείας του δεν αποκαταστάθηκε, καθώς μετά και την τελευταία χειρουργική επέμβαση η μετατραυματική του εξέλιξη δεν ήταν αναμενόμενη. Ότι, ενόψει τούτου, μετά από συστάσεις των θεραπόντων ιατρών του, υποβλήθηκε στις 20.10.2011 σε νέα χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής δεξιού ισχίου, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση του ορθοπεδικού Ν.

Κ. στη Γενική Κλινική "..." όπου νοσηλεύθηκε επί επτά (7) ημέρες, ήτοι από τις 20.10.2011 έως τις 27.10.2011, και ότι κατά την έξοδο του από την κλινική του συστήθηκε αποχή από κάθε εργασία για 6 μήνες, η οποία παρατάθηκε για ακόμη 4 μήνες. Ότι το πιο πάνω ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος δεν έχει μεταβληθεί έκτοτε δυσμενώς, καθώς η παραπάνω νέα χειρουργική επέμβαση οπωσδήποτε επέφερε βελτίωση της καταστάσεως της υγείας του, λόγος για τον οποίο η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕ.Π.Α.

που τον εξέτασε αποφάνθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 55% για το χρονικό διάστημα από τις 02.11.2011 έως τις 30.11.2014. ... Από τις αποφάσεις αυτές απορρέει δεδικασμένο από το οποίο αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, ήτοι η αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην εναγομένη οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, το είδος και η έκταση των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο ενάγων κατά το ατύχημα αυτό, οι επιπλοκές των τραυμάτων του και η δυσμενής - κατά τα άνω- εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας του ...

η όλη πορεία της θεραπείας του, η σωματική αναπηρία του και η εξ αυτής ανικανότητά του προς εργασία για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, που συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, καθώς και το δικαίωμα του ενάγοντος να αξιώσει και να λάβει τα επιδικασθέντα με αυτές προαναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ως αποζημίωση/πρόσθετη παροχή κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και χρηματική ικανοποίηση για περαιτέρω ηθική βλάβη κατά τα κριθέντα χρονικά διαστήματα...

Το δεδικασμένο αυτό ισχύει μεταξύ των διαδίκων και στην προκειμένη δίκη δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο για τα προαναφερθέντα ζητήματα και έτσι αυτά δεν θα ερευνηθούν εκ νέου και αποτελεί εκτός των άλλων και ισχυρισμό του ενάγοντος προς θεμελίωση της υπό κρίση (πέμπτης κατά σειρά) αγωγής του περί επιδικάσεως σε αυτόν περαιτέρω θετικής και αποθετικής ζημίας εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της επικαλούμενης απρόβλεπτης δυσμενούς εξελίξεως της καταστάσεως της υγείας του από την αδικοπραξία του ασφαλισμένου στην εναγομένη οδηγού, που αφορά το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

Σε σχέση με το διάστημα αυτό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ... προς αντιμετώπιση της παραπάνω τελευταίας καταστάσεως της υγείας του υποβλήθηκε κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2013 σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής (αρ) γόνατος στην "Γενική Κλινική Χολαργού ΑΕ-...", όπου νοσηλεύθηκε από τις 19.09.2013 έως τις 24.09.2013, οπότε έλαβε εξιτήριο με συστάσεις για φαρμακευτική αγωγή, αφαίρεση υλικών συρραφής δέρματος σε ένα μήνα, κινητοποίηση με ΖΒ/Α, αποχή από κάθε εργασία για έξι (6) μήνες και επανεξέταση (βλ.

το από 24.09.2013 εξιτήριο της άνω κλινικής). Και μετά, όμως, την πιο πάνω χειρουργική επέμβαση η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν αποκαταστάθηκε με αποτέλεσμα κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2014 να υποβληθεί σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση ανοικτής αντικατάστασης επιγονατίδος (αρ) γόνατος επί προηγούμενης ολικής αρθροπλαστικής και διατομή των έξω καθεκτικών συνδέσμων για επικέντρωση επιγονατίδας στο "Ιατρικό Ψυχικού-Όμιλος Ιατρικού Αθηνών", όπου νοσηλεύθηκε από τις 07.04.2014 έως τις 10.04.2014, οπότε έλαβε εξιτήριο με διάγνωση "αρθρίτιδα επιγονατίδος αριστερού γόνατος" και συστάσεις για -προοδευτική βάδιση με "βακτηρίες, αφαίρεση των ραμμάτων σε 15 ημέρες, λήψη αντιπηκτικής αγωγής, φυσικοθεραπεία και κινησιοθεραπεία για ένα μήνα, αποφυγή εργασίας επί δύο μήνες και επανεκτίμηση (βλ.

το από 10.04.2014 εξιτήριο του άνω Ομίλου). Κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στις 24.03.2014 ο ενάγων επισκέφθηκε το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία ώμου (δε), σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας, όπως καταγράφεται στην ομόχρονη ιατρική γνωμάτευση της Κ.

Σ., Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Ακτινοδιαγνωστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, "εκσεσημασμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις εικονίζονται στον τένοντα του υπερακανθίου, με εικόνα εκτεταμένης ρήξης κοντά στην κατάφυσή του -λίγες μόνον ίνες του διατηρούνται ακέραιες. Συνυπάρχουν υποπεριοστικές αλλοιώσεις στην κατάφυση του τένοντα, στο μείζον βραχιόνιο όγκωμα και συλλογή υγρού στον υποκρωμιακό θύλακο.

Οστικό οίδημα αναγνωρίζεται στα οστά της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης με παρουσία μικρής ποσότητας υγρού. Το εύρημα δεν μπορεί να διευκρινισθεί αν αφορά κάκωση ή εκφυλιστικές βλάβες. Με βάση το πόρισμα αυτό και κατόπιν κλινικής συνεκτίμησης των θεραπόντων ιατρών του ο ενάγων κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2014 εισήχθη στο "Ιατρικό Ψυχικού-Όμιλος Ιατρικού Αθηνών", όπου νοσηλεύθηκε από τις 07.11.2014 έως τις 08.11.2014, και "λόγω παλαιού τραυματισμού (ΔΕ) ώμου υποβλήθηκε σε χειρουργική αρθροσκοπική αποκατάσταση ρήξης ατροφικού πετάλου (δε) ώμου", κατά την διάρκεια της οποίας "διαπιστώθηκε ρήξη ατροφικών τενόντων (Δε) ώμου η οποία πιθανότατα προϋπήρχε σε μικρότερο βαθμό λόγω παλαιού τραυματισμού και αντιμετωπιζόταν συντηρητικά" (βλ.

την από 25.02.2015 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπαιδικού χειρουργού Η. Ν.). Στις 04.06.2019 ο ενάγων εξετάσθηκε στο νοσοκομείο "ΚΑΤ" από τον ιατρό Δ. Ε., ορθοπεδικό χειρουργό-τραυματιολόγο, ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 1187/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), χωρίς την παρουσία του τεχνικού συμβούλου της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας Α.

Δ., ορθοπαιδικού χειρουργού (που αν και ειδοποιήθηκε για την εξέταση από τον πραγματογνώμονα για προσωπικούς λόγους δεν κατέστη δυνατό να παρευρεθεί σε αυτήν), ο οποίος, αφού έλαβε υπόψη το ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος, τα ιατρικά έγγραφα και τις γνωματεύσεις των ιατρών των άνω δημοσίων νοσοκομείων και των ιδιωτικών Θεραπευτηρίων, τις αποφάσεις του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ-ΚΕΠΑ, τα εξιτήρια, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Γ.

Κ. και όλα τα ιατρικά έγγραφα που ο ενάγων του προσκόμισε και τον εξέτασε, διαπίστωσε, με βάση και την όλη πορεία της καταστάσεως της υγείας του, όπως καταγράφεται στην από 17.06.2019 (με αριθμό εγχειρήσεως 3205/10.07.2019) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, ότι, επισκοπικά, ο ενάγων βαδίζει με ελαφρά χωλότητα χωρίς καμία υποστήριξη, ενώ διακρίνονται:

α) στην πρόσθια επιφάνεια του (δε) γόνατος μετεγχειρητική ουλή 15 cm απότοκος της χειρουργικής επεμβάσεως ολικής αρθροπλαστικής γόνατος και μετεγχειρητική ουλή 112 cm κυρτή συνεπεία της προγενέστερης οστεοτομίας της (δε) κνήμης, β) στην πρόσθια επιφάνεια του (αρ) γόνατος μετεγχειρητική ουλή 15 cm συνεπεία της ολικής αρθροπλαστικής (αρ) γόνατος, γ)·στην έξω -επιφάνεια του (δε) μηρού μετεγχειρητική ουλή μήκους 30 cm αποτέλεσμα των χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν για την αποκατάσταση του βασεοαυχενικού και υποτροχαντήριου κατάγματος του (δε) μηριαίου και για την ολική αρθροπλαστική του (δε) ισχίου, δ) στην έξω επιφάνεια του (αρ) μηριαίου μετεγχειρητική ουλή 15 cm απότοκος της χειρουργικής επεμβάσεως ολικής αρθοπλαστικής (αρ) ισχίου, διαπιστώνοντας ήδη, κατά την κλινική εξέταση του, ότι η ανισοσκελία των 1,5 cm (ΔΕ>ΑΡ) σήμερα έχει αποκατασταθεί και ο ενάγων είναι ισοσκελισμένος και πλέον συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι η κινητικότητα των δύο γονάτων αποτυπώνεται ως εξής:

η έκταση είναι πλήρης και στα δύο γόνατα, ενώ η κάμψη είναι 110° και υπολείπεται κατά 15° σε αμφότερα τα γόνατα, και ότι η κινητικότητα αυτή συνιστά μια μικρού βαθμού δυσκαμψία άμφω των γονάτων. Η κινητικότητα των δύο ισχίων καταγράφεται ως εξής: κάμψη 100° (έλλειμμα 25°), απαγωγή 45° (φυσιολογική), προσαγωγή 20° (έλλειμμα 25°), έξω στροφή , 30° (έλλειμμα 15°), έσω στροφή 15° (έλλειμμα 30°), έκταση 10° (έλλειμμα 10°) και ότι οι μετρήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν μια μικρού βαθμού δυσκαμψία των ισχίων άμφω.

Ο (ΔΕ) ώμος παρουσιάζει πρόσθια κάμψη 135° (φυσιολογική), απαγωγή 100° (έλλειμμα 50%), έκταση 45° (φυσιολογική), έξω στροφή 25° (έλλειμμα 20°), έσω στροφή 45° (φυσιολογική), προσαγωγή 30° (φυσιολογική) και ότι η κινητικότητα αυτή αντιστοιχεί σε ελαφρού τύπου δυσκαμψία του (ΔΕ) ώμου. Η (αρ) πηχεοκαρπική άρθρωση παρουσιάζει πλήρη έκταση και κάμψη και άρα το κάταγμα που υπέστη στο ένδικο συμβάν δεν άφησε λειτουργικά προβλήματα.

Με βάση την προαναφερθείσα κλινική εικόνα του ενάγοντος ο πραγματογνώμονας γνωμοδότησε, σε σχέση με την σημερινή κατάσταση της υγείας του και τα ερωτήματα που του τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο ενάγων σε γενικές γραμμές μετά την πραγματοποίηση 13 χειρουργικών επεμβάσεων και με αναπηρία 67% από 01.08.2018 μέχρι 31/7/2023 σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση της Υγειονομικής Επιτροπής του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) στις 20.07,2018, σήμερα διάγει το βίο του με ήπια άλγη στις χειρουργημένες αρθρώσεις του, έχει απαλλαχθεί από τα έντονα άλγη στα κάτω άκρα, έχει επιτευχθεί ισοσκελία, βαδίζει με ελαφρά χωλότητα δίχως καμία υποστήριξη, αυτοεξυπηρετείται, αλλά δεν δύναται να βαδίζει μεγάλες αποστάσεις, να τρέξει, να αθληθεί, να οδηγήσει σε μεγάλες αποστάσεις και να ασχοληθεί με επίπονες δραστηριότητες στην επαγγελματική, προσωπική και κοινωνική ζωή του.

Ότι οι ολικές αρθροπλαστικές σε αμφότερα τα ισχία και τα γόνατα στις οποίες έχει υποβληθεί ο ενάγων, έχουν μειώσει την ένταση του πόνου, αλλά έχει απομείνει μικρού βαθμού δυσκαμψία και στις τέσσερις αυτές αρθρώσεις και τα ήπια άλγη που υφίστανται, περιστασιακά αντιμετωπίζονται με απλά παυσίπονα, καθώς και ότι οι επεμβάσεις αυτές είναι περιοριστικές για επίπονες δραστηριότητες σε όλους τους τομείς, λόγος για τον οποίο, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, η Υγειονομική Επιτροπή (ΚΕΠΑ) στις 20.07.2018 τον έκρινε ανάπηρο με ποσοστό αναπηρίας 67% από 1/8/2018 έως 31/7/2023.

Ότι, συνεπώς, ένας άνθρωπος με ποσοστό αναπηρίας 67% μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, να εκτελεί τις απαραίτητες εργασίες για αυτοεξυπηρέτησή του και την αυτοσυντήρησή του, να μετέχει σε δραστηριότητες της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του με ήπιους ρυθμούς (πχ κολύμβηση), αλλά είναι αδύνατο να εργασθεί ειδικά σε χειρονακτικές και επίπονες εργασίες όπως είναι η εργασία του ενάγοντος ως κλειθροποιού και απαγορευτικό να μετέχει σε δραστηριότητες που καταπονούν τα κάτω άκρα (αθλητικές δραστηριότητες, άρση βαρών, πολύωρη ορθοστασία, βάδιση κλπ), ενώ σήμερα ο ενάγων λαμβάνει αναπηρική σύνταξη από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ).

Ότι οι εκτιθέμενες βλάβες στο (αρ) πόδι είναι απόρροια του αρχικού τραυματισμού του ενάγοντος κατά το ένδικο ατύχημα διότι, όπως γνωματεύει ο πραγματογνώμονας, είναι βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο ότι η μηχανική καταπόνηση των κάτω άκρων αποτελεί παράγοντα εμφάνισης αρθρίτιδας στις αρθρώσεις των κάτω άκρων, σύμφωνα και με το σχετικό 1 που ενσωματώνει στην έκθεσή του, και ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων για 18 χρόνια βάδιζε με χωλότητα ρίχνοντας σχεδόν αποκλειστικά όλο το σωματικό του βάρος στο (αρ) σκέλος (ενώ είναι προγραμματισμένο από τη φύση να σηκώνει το 50% του βάρους του σώματος), αφού το (δε) σκέλος αλγούσε υπέρμετρα στη φόρτιση λόγω του κατάγματος και της μετατραυματικής αρθρίτιδας στις αρθρώσεις του μέλους αυτού, αναφέροντας ότι από τη μελέτη του ιστορικού του ενάγοντος δεν υπήρχε κανένα μυοσκελετικό πρόβλημα στα κάτω άκρα προ του ένδικου συμβάντος και δεν συνέτρεχε κανένας άλλος προδιαθεσικός παράγοντας για εμφάνιση αρθρίτιδας στο (αρ) γόνατο και ότι, συνεπώς, η εμφάνιση αρθρίτιδας στο (αρ) γόνατο αποτελεί σίγουρα και τεκμηριωμένα επιπλοκή του αρχικού τραυματισμού στο επίδικο συμβάν.

Σχετικά με τον (δε) ώμο ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι γεγονός είναι ότι αμφότεροι οι ώμοι του ενάγοντος ταλαιπωρήθηκαν με τη χρήση βακτηριών για χρονικό διάστημα περίπου 17 μηνών και ότι η περιγραφόμενη βλάβη σύμφωνα με το πόρισμα της μαγνητικής τομογραφίας που διενεργήθηκε στις 24.03.2014 είναι εκσεσημασμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις στο τένοντα του υπερακανθίου, με εικόνα εκτεταμένης ρήξης κοντά στην κατάφυσή του.

Ωστόσο, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, βιβλιογραφικά δεν βρήκε αναφορές που να συνδέουν την εκφυλιστική ρήξη του τένοντα του υπερακανθίου με μακρόχρονη χρήση βακτηριών, σύμφωνα και με το σχετικό 2 που ενσωματώνει στην έκθεση του, ενώ και στα ιατρικά πιστοποιητικά του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών την ημέρα του ατυχήματος και την άμεση μετατραυματική περίοδο δεν αναφέρεται κάκωση (δε) ώμου.

Επομένως, για τις εκτιθέμενες βλάβες στο (δε) ώμο καταλήγει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για να τις θεωρήσουμε απόρροια του τραυματισμού του ενάγοντος στο ένδικο ατύχημα συνοψίζοντας ότι οι: α) η ολική αρθροπλαστική (αρ) γόνατος που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2013 και β) η ανοικτή αντικατάσταση επιγονατίδος (αρ) γόνατος επί προηγούμενης ολικής αρθροπλαστικής και διατομή των έξω καθεκτικών συνδέσμων για επικέντρωση επιγονατίδος που έγινε τον Απρίλιο του 2014 συνδέονται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του ενάγοντος, ενώ γ) η αρθροσκοπική αποκατάσταση ρήξης ατροφικού πετάλου (δε) ώμου έγινε για εκφυλιστική πάθηση του τένοντα του υπερακανθίου (δε) ώμου, καθώς με βάση τα ιατρικά πιστοποιητικά δεν συνέβη κάκωση του (δε) ώμου και βιβλιογραφικά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση της χρήσης βακτηριών για μεγάλο χρονικό διάστημα με την εκφυλιστική ρήξη του τένοντα του υπερακανθίου.

Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις ο πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα: α) ότι οι πιο πάνω συνέπειες και συγκεκριμένα οι δύο (2) χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων στο αριστερό γόνατο, δεν αφορούν απόκλιση μόνο από την άμεσα αναμενόμενη εξέλιξη των συνεπειών του τραυματισμού του αποτελώντας συνέχιση της υφιστάμενης από το ατύχημα καταστάσεως της υγείας του, αλλά αντίθετα οι συνέπειες αυτές αποτελούν μεταγενέστερες δυσμενείς εξελίξεις και επιπλοκές και ήταν αντικειμενικά διαγνωστές με βάση την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 26723/01.08.2013 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ" από 1/8/2013 και το πρόβλημα πιστοποιήθηκε επίσης και από τον Καθηγητή Ορθοπαιδικής Ξ.

Θ. σε σχετική γνωμάτευση στις 6/9/2013. Οι γνωματεύσεις αυτές, όπως αναφέρει, εκδόθηκαν όταν η αρθρίτιδα του (αρ) γόνατος ήταν σε προχωρημένο στάδιο, αλλά το πρόβλημα ξεκίνησε νωρίτερα (είχε αναφερθεί σε γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού Ν. Κ. από 22/11/2011) και β) ότι η επέλευση των παραπάνω συνεπειών δεν ήταν προβλεπτή εξαρχής, διότι στην ιατρική, ενώ γνωρίζουμε τους παράγοντες κινδύνου μιας νόσου δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβή πρόβλεψη πότε αυτή θα εκδηλωθεί, καθότι είναι γνωστό ότι ο χρόνος εκδήλωσης εξαρτάται και από ιδιοσυστασιακούς παράγοντες του ατόμου.

Άλλοι άνθρωποι εμφανίζουν τη νόσο νωρίς διότι έχουν μειωμένες αντοχές και άλλοι αργά ή ποτέ διότι οργανικά είναι πιο ισχυροί-ανθεκτικοί. Στην περίπτωση μας γνωρίζουμε ότι το υπερβολικό βάρος και η υπερβολική καταπόνηση των κάτω άκρων αποτελούν παράγοντα για την εμφάνιση αρθρίτιδας στα γόνατα, αλλά η εκδήλωση της νόσου εξαρτάται από το χρονικό διάστημα που υφίστανται οι παράγοντες αυτοί και από την ιδιοσυστασία-οργανική αντοχή του ενάγοντος και, επομένως, δεν μπορούσε να προβλεφθεί με βεβαιότητα η εμφάνιση της νόσου-αρθρίτιδας γόνατος στον ενάγοντα, διότι δεν υπάρχουν βιβλιογραφικά δεδομένα και αντικειμενικά ιατρικά στοιχεία που να προβλέπουν χρονικά πότε θα εκδηλωθεί η νόσος-αρθρίτιδα όταν υφίσταται ένας παράγοντας-υπερβολική καταπόνηση που προδιαθέτει σε αυτή, ούτε μπορούσε να υπολογίσει κάποιος πόσο χρονικό διάστημα θα φόρτιζε υπερβολικά το αριστερό σκέλος εξαιτίας της χρονιότητας των προβλημάτων στο αντίπλευρο κάτω άκρο και συνεπώς δεν μπορούσε να αναμένεται η επέλευση των συνεπειών αυτών και η έκτασή τους δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί ότι θα επέλθει με βεβαιότητα.

Επισημαίνει, τέλος, ο πραγματογνώμονας ότι ο ενάγων έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα σε τρεις επιπλέον επεμβάσεις πέραν από αυτές που αναφέρονται στην υπ' αριθμόν 1187/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και η ταλαιπωρία του πιθανά να μην έχει τελειώσει ακόμη με την μνεία ότι οι ολικές αρθροπλαστικές που έχει υποβληθεί στα δύο γόνατα και στα δύο ισχία, βάσει των βιβλιογραφικών δεδομένων έχουν πιθανότητα να παρουσιάσουν πρόβλημα και να χρήζουν αναθεώρησης με ποσοστό αναθεώρησης 6% στα πέντε έτη μετά την επέμβαση και 12% στα επόμενα δέκα έτη.

Για κάθε επιπλέον δεκαετία από την ημερομηνία επέμβασης το ποσοστό αναθεώρησης ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, οι δε πιθανότητες να χρειασθεί ο ενάγων, που είναι σήμερα 58 ετών με το μέσο όρο ζωής των ανδρών να είναι σήμερα τα 80 έτη, να υποβληθεί στο μέλλον σε αναθεώρηση ολικής αρθοπλαστικής στα δύο του γόνατα και στα δύο ισχία είναι μεγαλύτερη του 12%.

Ήδη, από τις υπ' αριθμούς 09905/2014/ 2603/03.04.2014 και 09905/2015/6659/ 29.07.2015 Γνωστοποιήσεις αποτελέσματος αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του IΚΑ/ΕΤΑΜ/ΚΕ.Π.Α τις οποίες παραδεκτώς στην προκειμένη -κατ' έφεση- δίκη προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η Α/βάθμια Υγειονομική Επιτροπής του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) του Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ της Τοπικής Μονάδας Υγείας Αγίου Αλεξίου, έκρινε τον ενάγοντα, με βάση το εκ του ατυχήματος ιατρικό ιστορικό του, ανάπηρο με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 67% για το χρονικό διάστημα από τις 08.08.2013 έως τις 07.08.2015 και με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 70% για το χρονικό διάστημα από την 01.08.2015 έως τις 31.07.2018, καθώς διαπιστώθηκαν οι παθήσεις κατά μεν την πρώτη αξιολόγηση της επιτροπής "ολική αρθροπλαστική δεξιού ισχίου καλώς λειτουργούσα, ολική αρθροπλαστική αριστερού γόνατος με μετρίου βαθμού άλγος επιγονατιδομοιριαίας άρθρωσης, ολική αρθροπλαστική δεξιού γόνατος και αρχόμενη εκφυλιστική δυσκαρθοπάθεια ΑΜΣΣ", κατά δε την δεύτερη αξιολόγηση από "της από μηνός ολική αρθροπλαστική δεξιού γόνατος με μέτρια κινητικότητα, ολική αρθροπλαστική αριστερού γόνατος, ολική αρθροπλαστική δεξιού ισχίου καλώς λειτουργούσες", αλλά και "μετεγχειρητική τενοντίτις ατροφικού πετάλου δεξιού ώμου και ήπια αυχενική σπονδύλωση χωρίς νευρολογική σημειολογία της ΑΜΣΣ", χωρίς η χρονική αυτή πιστοποίηση της αναπηρίας του ενάγοντος από τις παραπάνω Επιτροπές να αναιρεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τη μονιμότητά της, δοθέντος ότι η σχετική διαδικασία συνάπτεται με αντίστοιχη πρακτική των εν λόγω Επιτροπών Πιστοποιήσεως Αναπηρίας ...

Συνεκτιμώντας τα προαναφερθέντα και συναξιολογώντας όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα των πιο πάνω 3 νοσοκομείων και των ιδιωτικών κλινικών, τις πιο πάνω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωματεύσεις, την προαναφερθείσα -από 06.09.2013- ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Θ. Ξ., στην οποία βεβαιώνεται ότι "η κατάσταση του αριστερού γόνατος του ενάγοντος κατά την ημερομηνία της εξετάσεως (τωρινή κατάσταση) πρέπει να θεωρηθεί σαν αποτέλεσμα τραυματισμού στην άρθρωση μαζί με μακροχρόνια μηχανική καταπόνηση αυτής λόγω του συνολικού προβλήματος του ασθενούς" και την ιατρική δικαστική έκθεση του πιο πάνω πραγματογνώμονα Δ.

Ε., σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αντιμετώπιζε πριν από το ένδικο ατύχημα κάποιο μυοσκελετικό πρόβλημα στα κάτω άκρα σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό του, προκύπτει ότι οι δύο χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 και κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2014 συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και είναι απόρροια του αρχικού τραυματισμού του κατά το ατύχημα αυτό και είχαν, εν τέλει, ως αποτέλεσμα την εισαγωγή του στην πιο πάνω Γενική Κλινική Χολαργού "ΙΑΣΩ General" και την αναγκαία υποβολή του:

α) τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 σε ολική αρθροπλαστική (αρ) γόνατος και β) τον Απρίλιο του έτους 2014 σε ανοικτή αντικατάσταση επιγονατίδος (αρ) γόνατος επί προηγούμενης ολικής αρθροπλαστικής και διατομή των έξω καθεκτικών συνδέσμων για επικέντρωση της επιγονατίδος, όπως αναφέρθηκε ήδη. Η δυσμενής, κατά τα άνω, εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, εξαιτίας της οποίας υποβλήθηκε στις δύο προαναφερθείσες νέες χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες είναι απότοκος των σωματικών βλαβών του από το ένδικο ατύχημα, δεν ήταν αντικειμενικά διαγνωστές πριν από τις 06.09.2013, όπως πιστοποιεί στην από 06.09.2013 ιατρική γνωμάτευση του ο ιατρός Θ.

Ξ., άλλως πριν από τις αρχές Αυγούστου του έτους 2013 σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 26723/01.08.2013 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, και δεν μπορούσε να προβλεφθεί, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το χρόνο που ασκήθηκαν οι προγενέστερες αγωγές του και εκδόθηκαν οι πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη, οι αντίθετοι ισχυρισμοί της οποίας πρέπει, κατόπιν τούτων, να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. ...

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε, αναμφίβολα, ότι συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του κατ' αυτό η τρίτη χειρουργική επέμβαση αρθροσκοπικής αποκατάστασης ρήξης ατροφικού πετάλου (δε) ώμου, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων τον Νοέμβριο του έτους 2014 στο "Ιατρικό Ψυχικού-Όμιλος Ιατρικού Αθηνών", σύμφωνα εξάλλου και με όσα καταγράφονται στην προαναφερθείσα έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονα Δ.

Ε., αλλά και στην από 24.03.2014 ιατρική γνωμάτευση της Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Ακτινοδιαγνωστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών Κ. Σ., στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "το εύρημα της ομόχρονης μαγνητικής τομογραφίας (δε) ώμου του ενάγοντος δεν μπορεί να διευκρινισθεί αν αφορά κάκωση ή εκφυλιστικές βλάβες" ...

Σε σχέση με το αιτούμενο εν προκειμένω κονδύλιο της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, από την υπ' αριθμόν 362/2005 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο ενάγων κρίθηκε με την απόφαση αυτή ανάπηρος με συνολικό ποσοστό μόνιμης αναπηρίας 60% εξαιτίας μετατραυματικής ατροφίας δεξιού κάτω άκρου με συνοδό ατροφία τετρακέφαλου και δυσκαμψία συστοίχου γόνατος και για το λόγο αυτό, αλλά και λόγω της επίδρασης που η αναπηρία του αυτή θα έχει στην προσωπική του, οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, του επιδικάσθηκε πρόσθετη παροχή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, εύλογου ποσού 10.000 ευρώ.

Στη συνέχεια, όμως, όπως αποδείχθηκε, επήλθε απρόβλεπτη δυσμενής εξέλιξη στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, σε χρόνο μεταγενέστερο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, η οποία ήταν απότοκος των σωματικών βλαβών του από το ένδικο ατύχημα, όπως αναφέρθηκε ήδη και η σημερινή κατάσταση της υγείας του δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ούτε λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των προγενέστερων τελεσίδικων αποφάσεων, ενώ και η μετατραυματική του εξέλιξη δεν ήταν αναμενόμενη, δοθέντος ότι με την από 03.04.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ/ΕΤΑΜ και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας της Τοπικής Μονάδας Υγείας Αγίου Αλεξίου ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 67% για το χρονικό διάστημα από τις 08.08.2013 έως τις 07.08.2015, που περιέχεται στο επίδικο, κρίσιμο εν προκειμένω, χρονικό διάστημα, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι δύο νέες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων το Σεπτέμβριο του 2013 και τον Απρίλιο του 2014 δεν βελτίωσαν την ήδη βεβαρυμμένη κατάστασή του, ενώ στη μεταγενέστερη από 29.07.2015 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας, με την οποία ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 70% για το χρονικό διάστημα από την 01η.08.2015 έως τις 31.07.2018 έχει ληφθεί υπόψη η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά και την τρίτη χειρουργική επέμβαση της αρθροσκοπικής αποκατάστασης ρήξης ατροφικού πετάλου (δε) ώμου στην οποία υποβλήθηκε στο "Ιατρικό Ψυχικού-Όμιλος Ιατρικού Αθηνών" το Νοέμβριο του έτους 2014, η οποία όμως, δεν συνδέεται αιτιατά με τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, κατά τα προεκτεθέντα.

Με βάση, επομένως, τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περαιτέρω πρόσθετης παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ λόγω της αύξησης -κατά ποσοστό 7%- του βαθμού της αρχικής (από 60%) αναπηρίας του, η οποία είναι μη αναστρέψιμη και επιδρά ήδη και θα συνεχίσει να επιδρά δυσμενώς στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στο οικονομικό του μέλλον διότι δεν θα διαθέτει σωματική ακεραιότητα, αλλά και στις διαπροσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις εντείνοντας αισθήματα μειονεξίας και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την προσωπική του αυτονομία, διότι θα έχει περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην δυνατότητα επίτευξης στο μέλλον προσωπικής εξελίξεως και κοινωνικής προόδου.

Η αξίωση αυτή του ενάγοντος δεν καλύπτεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο που παρήχθη από τις προηγούμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ούτε από την τελευταία πιο πάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία του επιδικάσθηκε πρόσθετη χρηματική παροχή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αφού από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο μόνο για τις συνέπειες της αδικοπραξίας που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο της εκδόσεώς της και όσον αφορά στην αξίωση του ενάγοντος περί πρόσθετης παροχής κατά την άνω διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ με βάση την έως τότε διαγνωσθείσα αρχική μόνιμη αναπηρία του, συνολικού ποσοστού 60%.

Επομένως, ο αντίστοιχος, παραδεκτώς προβαλλόμενος πρωτοδίκως, αυτοτελής ισχυρισμός της εναγομένης περί υπάρξεως δε-δικασμένου ως προς την παραπάνω αξίωση του ενάγοντος, που επαναφέρεται νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με ειδικό λόγο εφέσεως, πρέπει, κατόπιν τούτων, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Το επιβεβλημένο ύψος της πρόσθετης αυτής χρηματικής παροχής πρέπει να καθορισθεί, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω λόγους και περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την ηλικία του ενάγοντος, την απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, καθώς και το είδος, τις συνέπειες και τις δυσμενείς επιδράσεις της αύξησης της παραπάνω μόνιμης αναπηρίας στο προσωπικό, οικογενειακό, επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον, συνεκτιμώντας και την έλλειψη οποιοσδήποτε υπαιτιότητας στην πρόκληση της περαιτέρω αύξησης της αναπηρίας του αυτής, στο ποσό των 7.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής και για τούτο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε: α) ότι ο ενάγων δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 διότι μετά την άσκηση της προηγούμενης αγωγής του παρουσιάσθηκε σε αυτόν μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση της αναπηρίας του και β) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί υπάρξεως δεδικασμένου σε σχέση με το κονδύλιο αυτό, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, ο όγδοος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος της εφέσεως, όπως και ο ένατος λόγος κατά το οικείο σκέλος του, που αφορά την ένσταση περί δικασμένου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το μέρος, όμως, που: α) για τον καθορισμό του ύψους του εύλογου χρηματικού ποσού που επιδίκασε στον ενάγοντα έλαβε υπόψη την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την τρίτη χειρουργική επέμβαση της αρθροσκοπικής αποκατάστασης ρήξης στροφικού πετάλου (δε) ώμου στην οποία υποβλήθηκε στο "Ιατρικό Ψυχικού-Όμιλος Ιατρικού Αθηνών" το Νοέμβριο του έτους 2014, η οποία όμως, δεν συνδέεται αιτιατά με τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα κατά τα προεκτεθέντα και β) καθόρισε το ύψος της περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής την οποία έκρινε -ορθώς- ότι δικαιούται ο ενάγων κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, στο μεγαλύτερο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια το επιδίκασε σε αυτόν για την άνω αιτία, αντί του πιο πάνω ορθού μικρότερου ποσού των 7.000 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο ίδιος πιο πάνω -όγδοος-λόγος της εφέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 3-1-2018 την έφεση της εναγόμενης - αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1915/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία η αγωγική αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, πέραν της ήδη επιδικασθείσας με προηγούμενη δικαστική απόφαση, είχε κριθεί ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και του είχε επιδικαστεί για την αιτία αυτή το ποσό των 10.000 ευρώ], κράτησε και δίκασε την αγωγή και αφού:

α) έκρινε ομοίως ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά το ως άνω άρθρο 931 του ΑΚ, πέραν της ήδη επιδικασθείσας με προηγούμενη δικαστική απόφαση, λόγω μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του και αύξησης του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του και β) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση περί δεδικασμένου ως προς το κονδύλιο τούτο, που επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης - αναιρεσείουσας, επιδίκασε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, το μικρότερο ποσό των 7.000 ευρώ.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και το δεύτερο λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα υποστηρίζει ότι με εσφαλμένη ερμηνεία δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που καθιερώνουν την αρχή της αναλογικότητας, την οποία παραβίασε και με εσφαλμένη ερμηνεία εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο για δεύτερη φορά πρόσθετη χρηματική παροχή, κατά το άρθρο αυτό (931 ΑΚ), με την αιτιολογία της αύξησης της μόνιμης αναπηρίας του, ενώ, όπως ισχυρίζεται, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ, διότι μετά την άσκηση των προηγούμενων αγωγών του παρουσιάσθηκε σε αυτόν μεταγενέστερη απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του, που είχε ως συνέπεια την επαύξηση του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του.

Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω της μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του, που είχε ως επακόλουθο την επαύξηση -κατά ποσοστό 7%- του βαθμού της αρχικής (από 60%) αναπηρίας του, η οποία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη και επιδρά ήδη και θα συνεχίσει να επιδρά έτι περαιτέρω δυσμενώς στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στο οικονομικό του μέλλον, αλλά και στις διαπροσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις, διότι θα έχει έτι περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στη δυνατότητα επίτευξης στο μέλλον προσωπικής εξέλιξης και οικονομικής και κοινωνικής προόδου.

Εφόσον δε, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν εμποδίζεται η με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής πάλι λόγω αναπηρίας, εφόσον συντρέχουν περιστατικά απρόβλεπτης, δυσμενούς επιδείνωσης της υγείας και επαύξηση της αναπηρίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους, δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, όπως κρίθηκε και στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο περαιτέρω χρηματική παροχή κατά το άνω άρθρο 931 Α.Κ., εκ ποσού 7.000 ευρώ, λόγω της, κατά τα άνω, αύξησης του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και την απορρέουσα από αυτές αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται πρόσθετη χρηματική παροχή κατά το ως άνω άρθρο 931 Α.Κ., (πέραν της ήδη επιδικασθείσας με προγενέστερη δικαστική απόφαση), διότι, όπως προεκτέθηκε, μετά την άσκηση των προηγούμενων αγωγών του παρουσιάσθηκε σε αυτόν απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του, που είχε ως συνέπεια την επαύξηση του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του, η οποία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη και επιδρά ήδη και θα συνεχίσει να επιδρά έτι περαιτέρω δυσμενώς στο μέλλον του και του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 7.000 ευρώ, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την ηλικία του ενάγοντος, την απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, καθώς και το είδος, τις συνέπειες και τις δυσμενείς επιδράσεις της αύξησης της παραπάνω μόνιμης αναπηρίας στο προσωπικό, οικογενειακό, επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον, συνεκτιμώντας και την έλλειψη οποιοσδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στην πρόκληση της περαιτέρω αύξησης της αναπηρίας του αυτής, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που θεσπίζεται με τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον με την ανωτέρω κρίση του τήρησε δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των διαδίκων, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων αυτών, η δε ανωτέρω επιδίκαση είναι ανεκτώς αναλογική, δηλαδή τελεί σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, έτσι ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης, που προκαλεί και δεν υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Εξάλλου, το Εφετείο, με αυτά τα οποία ανωτέρω έκρινε και καθόρισε στο ποσό των 7.000 ευρώ, το ύψος της περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ., που πρέπει να επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) εκείνο, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις ιδιαίτερης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 Α.Κ., με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού και συνεπώς το Εφετείο και, όσον αφορά το ύψος του ανωτέρω ποσού που επιδίκασε, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του αναιρεσίβλητου να του επιδικαστεί περαιτέρω πρόσθετη χρηματική παροχή, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω αύξησης του ποσοστού αναπηρίας του, πέραν της ήδη επιδικασθείσας με προγενέστερη δικαστική απόφαση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας και της αναπηρίας του αναιρεσίβλητου και εντεύθεν της αύξησης του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του από 60% σε 67%, καθώς και της περαιτέρω δυσμενούς επίδρασης της επαύξησης αυτής, στο μέλλον του, οι αιτιολογίες δε αυτές, που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με επαρκή, σαφή και μη αντιφατική αιτιολογία διέλαβε τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και δη ότι επήλθε απρόβλεπτη δυσμενής εξέλιξη στην κατάσταση της υγείας του αναιρεσίβλητου, σε χρόνο μεταγενέστερο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, η οποία ήταν απότοκος των σωματικών βλαβών του από το ένδικο ατύχημα, εξαιτίας της οποίας υποβλήθηκε το Σεπτέμβριο του 2013 και τον Απρίλιο του 2014 σε δύο νέες χειρουργικές επεμβάσεις, η δυσμενής δε αυτή εξέλιξη δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, ούτε λήφθηκε και υπόψη κατά την έκδοση των προγενέστερων τελεσίδικων αποφάσεων, ενώ και η μετατραυματική του εξέλιξη δεν ήταν αναμενόμενη, δοθέντος ότι με την από 03.04.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ/ΕΤΑΜ και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας της Τοπικής Μονάδας Υγείας Αγίου Αλεξίου, ο αναιρεσίβλητος κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 67% για το χρονικό διάστημα από τις 08.08.2013 έως τις 07.08.2015, που περιέχεται στο επίδικο, κρίσιμο αγωγικό χρονικό διάστημα, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι δύο ανωτέρω νέες χειρουργικές επεμβάσεις δεν βελτίωσαν την ήδη βεβαρυμμένη κατάστασή του και ότι με τα δεδομένα αυτά ο αναιρεσίβλητος δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ.

λόγω της αύξησης -κατά ποσοστό 7%- του βαθμού της αρχικής (από 60%) αναπηρίας του, η οποία είναι μη αναστρέψιμη και επιδρά ήδη και θα συνεχίσει να επιδρά δυσμενώς στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στο οικονομικό του μέλλον, διότι δεν θα διαθέτει σωματική ακεραιότητα, αλλά και στις διαπροσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις εντείνοντας αισθήματα μειονεξίας και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την προσωπική του αυτονομία, διότι θα έχει περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στη δυνατότητα επίτευξης στο μέλλον προσωπικής εξέλιξης και κοινωνικής προόδου.

Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία "ο ορθοπεδικός ιατρός Γ. Κ., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 4604/1998 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την από 08.02.1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αποφάνθηκε ότι η σωματική βλάβη του ενάγοντος δεν έχει παγιωθεί ακόμη και έτσι το ποσοστό μερικής διαρκούς ανικανότητάς του θα κριθεί μετά την παγίωση της σωματικής του βλάβης" και της μετέπειτα παραδοχής της ότι η επαύξηση του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του αναιρεσίβλητου ήταν απρόβλεπτη, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και παρά την ως άνω αναφορά του άνω πραγματογνώμονα περί μη παγίωσης, κατά το έτος 1999, του ποσοστού μερικής διαρκούς ανικανότητας του αναιρεσίβλητου, η συγκεκριμένη και κρίσιμη στην ένδικη περίπτωση επελθούσα αύξηση του ποσοστού μερικής διαρκούς ανικανότητάς του από το 60% στο 67%, όπως κρίθηκε κατά το έτος 2014, δεν ήταν αντικειμενικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, διαγνωστή και προβλεπτή, ούτε λήφθηκε και υπόψη κατά την έκδοση των προγενέστερων τελεσίδικων αποφάσεων.

Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι οι βλάβες στο αριστερό πόδι του αναιρεσίβλητου ήταν απόρροια του αρχικού τραυματισμού του, διότι η χωλότητα του δεξιού ποδιού καταπονούσε το αριστερό του πόδι και της μετέπειτα παραδοχής της ότι η βλάβη στο αριστερό του πόδι ήταν απρόβλεπτη, διότι, όπως δέχεται το Εφετείο, οι επελθούσες δυσμενείς συνέπειες στο αριστερό πόδι του αναιρεσίβλητου ήταν μεν απόρροια του αρχικού τραυματισμού του, πλην όμως δεν ήταν προβλεπτή εξαρχής η επέλευσή τους, διότι δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ιατρικά με βεβαιότητα αν και πότε θα εκδηλωνόταν η συγκεκριμένη βλάβη.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου να του επιδικαστεί πρόσθετη χρηματική παροχή, κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω αύξησης του ποσοστού αναπηρίας του, πέραν της ήδη επιδικασθείσας με προγενέστερη δικαστική απόφαση, διέλαβε σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αξίωσης αυτής, οι ανωτέρω δε παραδοχές της είναι επαρκείς για την υπαγωγή τους στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ και στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, ενώ δεν χρειαζόταν η αναφορά επί πλέον αιτιολογιών για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής, Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ.

για την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, λόγω αύξησης του ποσοστού αναπηρίας του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται περαιτέρω πρόσθετης παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., λόγω της μεταγενέστερης απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του από τον επίδικο τραυματισμό του, που είχε ως επακόλουθο την επαύξηση -κατά ποσοστό 7%- του βαθμού της αρχικής (από 60%) αναπηρίας του, η οποία είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη και επιδρά ήδη και θα συνεχίσει να επιδρά έτι περαιτέρω δυσμενώς στο μέλλον του.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά την ως άνω διάταξη, λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 339 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.

Απόδειξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.

Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1098/2022, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 398/2020,ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).

O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο, παρ' όλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 1098/2022, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του:

α) την από 8-2-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού Γ. Κ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 4604/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στην από 5-3-2001 αγωγή του, στην οποία αναφέρει κατά λέξη ότι: "η βεβαιωμένη πλέον και μη ανατάξιμη ισόβια αναπηρία μου, η οποία θα βαίνει επιδεινούμενη με την πάροδο των ετών, θα έχει ως βέβαιη συνέπεια τη μειωμένη εργασιακή μου ικανότητα και απόδοση στο μέλλον, γεγονός που θα συνεπάγεται στην αντίστοιχη μείωση των εισοδημάτων της επιχείρησής μου", καθώς και ότι: "...

είναι βέβαιο ότι οι ιατρικές πράξεις που μετά βεβαιότητας θα υποστώ στο μέλλον, η επιδείνωση της χωλότητάς μου και οι δευτερογενείς συνέπειες που μετά βεβαιότητας θα υπάρξουν στην υγεία μου, λόγω διαταραχής του στηρικτικού και κινητικού μου συστήματος, των ανισορροπιών στην κατανομή του σωματικού βάρους και των αναπόφευκτων παρενεργειών επί του ενδοσκελετού ...

θα προκαλέσουν μετά βεβαιότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων περαιτέρω, ανάσχεση της ήδη μειωμένης εργασιακής μου ικανότητας, συρρίκνωση της επαγγελματικής που υπόστασης, αδυναμία αντιμετώπισης του επαγγελματικού ανταγωνισμού, υστέρηση στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων και μείωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εργασίας μου ...τα ιδιάζοντα και εξαιρετικά στοιχεία σε συνδυασμό και με το επάγγελμά μου στο οποίο η κινητική ικανότητα και ευχέρεια είναι απαραίτητο στοιχείο, επιβάλλουν την επιδίκαση αποζημίωσης για τις δυσμενείς μελλοντικές επιδράσεις της μόνιμης αναπηρίας που υπέστην, στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική μου εξέλιξη...", δηλαδή ομολογεί, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι η αναπηρία του θα επιδεινωθεί με την πάροδο των ετών, η ομολογία δε αυτή αναιρεί και καταλύει τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, καθώς και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί απρόβλεπτης δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του αναιρεσίβλητου και γ) την από 797/2003 απόφαση του του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της άνω από 5-3-2001 αγωγής, με την οποία έγινε δεκτό ότι θα επιδεινωθεί η υγεία του και συνεπώς η αύξηση του ποσοστού αναπηρίας του είχε από τότε προβλεφθεί.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι με τις προτάσεις τους ...

έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ... δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν είτε προς άμεση απόδειξη των ισχυρισμών τους, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ... μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, αλλά όλα χωρίς εξαίρεση -έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα- συνεκτιμώνται ως ισοδύναμα για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων ...

από την από 17.06.2019 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, την οποία συνέταξε ο ιατρός Δ. Ε., ορθοπαιδικός χειρουργός - τραυματιολόγος, ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμόν 1187/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), η οποία εκτιμάται ελεύθερα ... και από όσα ρητώς (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ ...) ή εμμέσως (άρθρο 261 εδ.

β' του ΚΠολΔ ...) συνομολογούνται από τους διαδίκους με τα δικόγραφά τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

α) την από 8-2-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού Γ. Κ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 4604/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί άλλης και δη της από 11-11-1997 προγενέστερης αγωγής του αναιρεσίβλητου, ως προς την οποία (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) γίνεται ειδικότερη ρητή αναφορά, σχετικά με το περιεχόμενό της, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα στη σελίδα 12 αυτής και β) την από 797/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 5-3-2001 προγενέστερης αγωγής του αναιρεσίβλητου, η οποία επίσης ρητά μνημονεύεται στη σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, ο κρινόμενος, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο σκέλος αυτού και όσον αφορά τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, όσον αφορά τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η ίδια θεωρεί ως ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας και σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, η οποία περιέχεται στην προγενέστερη από 5-3-2001 αγωγή του, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, όπως απαιτείται για δικονομική πληρότητα του λόγου αυτού, ότι επικαλέσθηκε νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την ύπαρξη δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου της - αναιρεσίβλητου και εν τούτοις το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον : α) δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση και στην, επί της συγκεκριμένης αυτής υπόθεσης, δίκη, πλην όμως η επικαλούμενη στην ένδικη περίπτωση από την αναιρεσείουσα δικαστική ομολογία, έγινε σε άλλη δίκη και δη επί της προγενέστερης από 5-3-2001 αγωγής του αναιρεσίβλητου και β) από τα ανωτέρω αναφερόμενα στην από 5-3-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ουδόλως συνάγεται σαφής και συγκεκριμένη δικαστική ομολογία αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, δηλαδή παραδοχή πραγματικού γεγονότος, που να αναφέρεται αμέσως στο κρίσιμο αποδεικτέο και αμφισβητούμενο ζήτημα της ένδικης μεταγενέστερης από 15-4-2015 αγωγής του, περί απρόβλεπτης δυσμενούς εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του, που είχε ως επακόλουθο τη συγκεκριμένη, κατά τα άνω, αύξηση του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη του ως δικαστική ομολογία τα ως άνω αναφερόμενα στην προγενέστερη από 5-3-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή της περί δεδικασμένου, που ασκούσε ουσιώδη επρροή στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά την ένδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου περί επιδίκασης περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής παροχής, με βάση τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, λόγω αύξησης του ποσοστού της μόνιμης αναπηρίας του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης δεδικασμένου, όσον αφορά την ανωτέρω επίδικη αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου, [ο οποίος είχε προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως και τον οποίο επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα ] και τον απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούσαν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 743/2022, ΑΠ 644/2015).

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) (ΑΠ 743/2022, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένα, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 332, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Ειδικότερα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμη ότι το δεδικασμένο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και όχι από το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της, ή το υπερέβη, ή απομακρύνθηκε από αυτό, διότι δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένες αποφάσεις.

Συνεπώς, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, που εκδίδεται επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, δυσμενείς συνέπειες που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως, που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν ότι θα επέλθουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 51/2011).

Κατά πόσο δε, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μελλοντική δυσμενή εξέλιξη αποτελεί ζήτημα που διαπιστώνεται με την ερμηνεία της προηγούμενης απόφασής του. Επομένως, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης.

Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ` όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 1914/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 416/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου ( Ολ.

ΑΠ 6/2019, ΑΠ 981/2023, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 390/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την καταστάσα τελεσίδικη υπ' αριθμ. 797/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000.000 δραχμών για χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 του ΑΚ.

Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι : "Με τις υπ' αριθμούς 92/2000, 797/ 2003, 2854/2007 και 3914/2014 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν επί των ... τεσσάρων (4) προγενέστερων αγωγών του ενάγοντος ..., οι οποίες έχουν ήδη καταστεί τελεσίδικες με τις υπ' αριθμούς 5066/2001 η πρώτη, 362/2005 η δεύτερη και 1079/2016 η τέταρτη, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και η τρίτη από αυτές λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής και παρόδου τριετίας από την δημοσίευσή της, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δ) ως προς τους διαδίκους, μεταξύ άλλων ....

Ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, ύψους 5.000.000 δραχμών τότε, διότι η "αναπηρία του θα έχει δυσμενή επίδραση στην ψυχοσωματική του υγεία, στην κοινωνική και επαγγελματική του βελτίωση"...". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι : "Σε σχέση με το αιτούμενο εν προκειμένω κονδύλιο της πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, από την υπ' αριθμόν 362/2005 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο ενάγων κρίθηκε με την απόφαση αυτή ανάπηρος με συνολικό ποσοστό μόνιμης αναπηρίας 60% ...

και για το λόγο αυτό, αλλά και λόγω της επίδρασης που η αναπηρία του αυτή θα έχει στην προσωπική του, οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, του επιδικάσθηκε πρόσθετη παροχή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, εύλογου ποσού 10.000 ευρώ... Η αξίωση αυτή του ενάγοντος δεν καλύπτεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο που παρήχθη από τις προηγούμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ούτε από την τελευταία πιο πάνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία του επιδικάσθηκε πρόσθετη χρηματική παροχή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αφού από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο μόνο για τις συνέπειες της αδικοπραξίας που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά το χρόνο της εκδόσεώς της και όσον αφορά στην αξίωση του ενάγοντος περί πρόσθετης παροχής κατά την άνω διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ με βάση την έως τότε διαγνωσθείσα αρχική μόνιμη αναπηρία του, συνολικού ποσοστού 60%.

Επομένως, ο αντίστοιχος, παραδεκτώς προβαλλόμενος πρωτοδίκως, αυτοτελής ισχυρισμός της εναγομένης περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς την παραπάνω αξίωση του ενάγοντος, που επαναφέρεται νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με ειδικό λόγο εφέσεως, πρέπει, κατόπιν τούτων, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραδεκτά επισκοπούμενης για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου και επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 797/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς την αρχική, κατά ποσοστό 60%, αναπηρία του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, δηλαδή για τις συνέπειες του τραυματισμού του, όπως αυτές είχαν διαγνωστεί κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην από 5-3-2001 προγενέστερη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία εξακολούθησε να έχει επιζήμιες συνέπειες για την υγεία του και ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, για την παραπάνω αναφερόμενη απρόβλεπτη δυσμενή επιδείνωση - επαύξηση του βαθμού της αρχικής αναπηρίας του, γιατί αυτή (επιδείνωση - επαύξηση του βαθμού της αρχικής αναπηρίας του αναιρεσίβλητου) δεν είχε προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής.

Επομένως, η ανωτέρω παραδεκτά προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δεδικασμένου ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση αυτή περί δεδικασμένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, [αν και από παραδρομή αναφέρθηκε σε άλλη τελεσίδικη απόφαση και δη στην υπ' αριθμ. 362/2005 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και σε διαφορετικό ποσό, ήτοι 10.000 ευρώ, αντί του ορθού επιδικασθέντος ποσού των 5.000.000 δραχμών], κατέληξε σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως ο κρινόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο αυτό μέρος του, είναι απορριπτέος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμος, καθόσον άλλωστε δεν γίνεται επίκληση από την αναιρεσείουσα εννόμου συμφέροντος προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (υπόμνημα), (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .

Απορρίπτει την από 7-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6989/876/10-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ