Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking the court of first instance's fact-finding evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's judgment in a lease dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting contract terms and evaluating evidence, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the First Instance Court's assessment of facts and evidence is final and cannot be re-evaluated on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 561(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the evidence or the factual findings of the court of first instance, rendering appeals based on such grounds inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1201 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1201/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρεκούμη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μενέλαο Καρπαθάκη και 2) Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2011 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.
Εκδόθηκε η 413/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 891/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3474/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-9-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7013/826/23-9-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3474/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3474/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: Α) η από 15-7-2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στρεφόμενη κατά: 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και ήδη αναιρεσείουσας και 2) του Α. Α. του Γ. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία η ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την κατάρτιση των ειδικότερα αναφερόμενων συμβάσεων υπομίσθωσης μεταξύ αυτής, ως υπομισθώτριας και της πρώτης εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο, ως υπεκμισθώτριας και θεμελιώνοντας τις αξιώσεις της σε αντισυμβατική (κατ' άρθρα 574 Α.Κ.
και 382 Α.Κ.) και αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης (κατ' άρθρα 919, άλλως 914 του Α.Κ. σε συνδυασμό με 386 Π.Κ., άλλως 149 του Α.Κ.) και επικουρικά, για ένα μέρος του αιτούμενου ποσού, στις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, άλλως περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και ισχυριζόμενη ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης έναντι του δεύτερου εναγομένου, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας νομιμοτόκως το ποσό :
α) του 1.598.208,80 ευρώ ως αποζημίωση και β) των 100.000 ευρώ (μετά από παραδεκτό περιορισμό του σχετικού αιτήματος) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Και Β) η από 25-1-2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." στρεφόμενη κατά : 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και 2) του Ι.
Π. και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, με την οποία η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την κατάρτιση συμβάσεων υπομίσθωσης μεταξύ αυτής, ως υπεκμισθώτριας και της πρώτης εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο, ως υπομισθώτριας, καθώς και την κατάρτιση προσυμφώνου για την είσοδο του δευτέρου εναγομένου στο μετοχικό της κεφάλαιο, με την αγορά των μετοχών της κατά ποσοστό 50%, έναντι τιμήματος ποσού 11.738.812 ευρώ, και θεμελιώνοντας περαιτέρω τις αξιώσεις της σε αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας νομιμοτόκως το ποσό :
α) του 1.100.000 ευρώ ως αποζημίωση και β) των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 891/2017 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 25-1-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της από 15-7-2011 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης των άρθρων 149, 739 και 904 του Α.Κ.
ως μη νόμιμες, απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο (Α. Γ. Α.) , δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει ως αποζημίωση στην ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) νομιμοτόκως το ποσό του 1.598.208,80 ευρώ.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από την αναιρεσείουσα και την πρώτη αναιρεσίβλητη αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3474/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις, δέχθηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.
Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης, ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Ολ. ΑΠ 13/1995, AΠ 976/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1536/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης απόφασης εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπούμενης έννομης σχέσης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1890/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 312/2021, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 701/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους.
Έτσι, με την συνεκδίκαση, κάθε αγωγή κρίνεται χωριστά ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και της βασιμότητάς της (ΑΠ 163/2020, ΑΠ 594/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3474/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, όσον αφορά την από 25-1-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: " Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η από 25-1-2012 αγωγή ως προς τη βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται πότε καταρτίσθηκαν οι επίδικες συμβάσεις υπομίσθωσης (στο πλαίσιο των οποίων καταρτίσθηκαν το από 6-8-2003 προσύμφωνο και το από 6-8-2003 συμφωνητικό), για ποιους χώρους της συνολικής μίσθιας έκτασης, ποια η διάρκειά τους και το συμφωνηθέν υπομίσθωμα, αλλά και αντιφατική, διότι ενώ σε κάποια σημεία εκτίθεται ότι οι εναγόμενοι υπομίσθωσαν από κοινού τη μίσθια έκταση (σελ. 10η, 15η, 21η, 22η) από την ενάγουσα, εν τούτοις σε άλλα (σημεία), όπου παρατίθενται όροι των από 6-8-2003 προσύμφωνου και συμφωνητικού αντίστοιχα, αναφέρεται ως υπομισθώτρια μόνο η πρώτη εναγομένη (σελ. 12η, 14η, 15η, 18η, 22η), έτσι ώστε δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί, αν και οι δύο εναγόμενοι ήταν υπομισθωτές ή ένας εξ αυτών και στη δεύτερη περίπτωση, υπό ποια ιδιότητα συμβλήθηκε ο έτερος στο από 6-8-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επίσης, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι δεν εκτίθεται, ποιες συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων προξένησαν ηθική βλάβη στην ενάγουσα και ποια η αιτιώδης συνάφεια που τις συνδέει, έτσι ώστε δεν καθίσταται σαφές, με ποιόν τρόπο προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη και η επαγγελματική της υπόληψη, Κατά τα λοιπά, επαρκώς προσδιορίζεται το ύψος της περιουσιακής ζημίας, αναγόμενο σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς στο ποσό των 11.738.812 ευρώ, στο οποίο είχαν αποτιμήσει από κοινού οι συμβαλλόμενοι των ανωτέρω δύο συμφωνητικών την αξία του 50% του μισθωτικού δικαιώματος επί του μισθίου, που είχε η ενάγουσα εταιρεία ως περιουσιακό στοιχείο και θα περιερχόταν κατά το ίδιο ποσοστό στο 2° εναγόμενο με την αγορά του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της αντί του ανωτέρω ποσού, πλην όμως εξαιτίας της δόλιας σύναψης της από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης κατά παράβαση της μεταξύ τους από 6-8-2003 συμφωνίας, η αξία αυτή εκμηδενίσθηκε.
Όπως όμως ιστορεί η ενάγουσα, πριν από την κατάρτιση των επιδίκων υπομισθώσεων η βασική σύμβαση μίσθωσης είχε καταγγελθεί από την εκμισθώτρια με την από 6-6-2000 αγωγή της λόγω καθυστέρησης στην καταβολή μισθωμάτων, επί της οποίας εκδόθηκε η 3311/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια η 8596/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες διατάχθηκε η αποβολή της από το μίσθιο και υποχρεώθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα.
Εφόσον όμως, όπως η ενάγουσα συνομολογεί, η εκμισθώτρια είχε καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης ήδη από το έτος 2000, αυτό σημαίνει, ότι η βασική μίσθωση έληξε μετά την πάροδο της νόμιμης μηνιαίας προθεσμίας από την καταγγελία (άρθρ. 597 του ΑΚ), λόγος για τον οποίο διατάχθηκε η αποβολή της μισθώτριας ενάγουσας από τη μίσθια έκταση, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως.
Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο κατάρτισης του από 6-8-2003 προσυμφώνου, το οποίο, όπως εκθέτει, καταρτίσθηκε μεταξύ των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας και του δευτέρου εναγομένου, αλλά και του από 6-8-2003 συμφωνητικού, καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων, η ίδια δεν διέθετε μισθωτικό δικαίωμα, στο ήμισυ της αξίας του οποίου αναβιβάζει τη ζημία, ποσού 11.738.812 ευρώ (από το οποίο με την αγωγή της ζήτησε το ποσό του 1.100.000 ευρώ), που υπέστη από τις επικαλούμενες αδικοπρακτικές ενέργειες των εναγομένων.
Δεδομένου δε ότι δεν νοείται παράνομη προσβολή ανύπαρκτου δικαιώματος, ήτοι του μη υφισταμένου μισθωτικού δικαιώματος της ενάγουσας, εξαιτίας της κατάρτισης της από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης, την οποία συνήψε η πρώτη εναγομένη επ' ονόματι της με την εκμισθώτρια Εθνική Τράπεζα, δεν γεννάται εξ αυτού του λόγου αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, ενώ η κατάρτιση της ίδιας σύμβασης, με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συνιστά πράξη αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Επομένως, η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη βάση της αδικοπραξίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως αόριστη έσφαλε κατά τούτο ως προς την εφαρμογή του νόμου, πλην όμως, δεν θα εξαφανισθεί η εκκαλούμενη και δεν θα απορριφθεί η από 25-1-2012 αγωγή εν μέρει ως μη νόμιμη, αφού διαφορετικά θα παραβιαζόταν η από το άρθρο 536 §1 ΚΠολΔ αρχή της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης της εκκαλούσας [...].
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 1ος και 3ος λόγοι της από 12-7-2017 έφεσης της εναγομένης-ενάγουσας εταιρείας "..." ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας και ακολούθως, αφού έκρινε ότι η από 25-1-2012 αγωγή της τελευταίας είναι:
α) απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσον αφορά τη βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη και ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β) μη νόμιμη, όσον αφορά τη βάση της αδικοπραξίας, απέρριψε την ένδικη αυτή αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, για τους προαναφερόμενους λόγους, χωρίς μετά από αυτά να ερευνήσει την εν λόγω αγωγή στην ουσία της και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα επ' αυτής και περαιτέρω, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτή στο σύνολό της ως αόριστη, προκειμένου να μην παραβιαστεί η από το άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχή της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης της εκκαλούσας και κατόπιν όλων αυτών απέρριψε κατ' ουσίαν τους σχετικούς πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, όσον αφορά την από 15-7-2011 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1-9-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου η εταιρεία "...." -ήδη ...-εκμίσθωσε, υπό την ιδιότητά της ως επικαρπώτριας, στην πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." μια έκταση 280 στρεμμάτων στην περιοχή "...", που ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στον ... (...) και ήδη στην εταιρεία "..." για το από 1-9-1993 έως 16-3-2010 χρονικό διάστημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια για την εκμετάλλευση των υπαρχουσών και των κατασκευασθησομένων από τη μισθώτρια ξενοδοχειακών και τουριστικών εγκαταστάσεων του μισθίου.
Ακολούθως, η σύμβαση μίσθωσης τροποποιήθηκε με το από 28-7-1997 συμφωνητικό, με το οποίο η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί με αποκλειστική επιμέλεια και δαπάνες της στη ριζική αναδιαμόρφωση του χώρου και τη δημιουργία και εκμετάλλευση εκ μέρους της σύνθετου τουριστικού συγκροτήματος, ενώ ρητά συμφωνήθηκε η δυνατότητα υπομίσθωσης τμημάτων του στην τελευταία, υπό τον όρο γνωστοποίησης στην εκμισθώτρια της σχετικής μίσθωσης.
Στις 15-5-2002 καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης, η οποία εκπροσωπείτο από το 2° εναγόμενο, και της ενάγουσας συμφωνητικό υπομίσθωσης τμημάτων του μισθίου και δη του εστιατορίου- μπαρ ... μαζί με την πισίνα του και τριών μπαρ επί της παραλίας για το από 15-5-2002 έως 16-3-2010 χρονικό διάστημα, αντί ετησίου μισθώματος ποσού 146.734 ευρώ, προσαυξανόμενου κάθε χρόνο κατά το ποσοστό του επίσημου πληθωρισμού πλέον 2 εκατοστιαίων μονάδων.
Στη συνέχεια, με το από 30-9-2002 συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων ορίσθηκε η πρόωρη λήξη της ανωτέρω σύμβασης υπομίσθωσης στις 31-10-2002, ενώ με το από 1-10-2002 συμφωνητικό συμφωνήθηκε η παράταση της διάρκειας της υπομίσθωσης έως τις 31-3-2003 αντί ετησίου υπομισθώματος κατά το δεύτερο μισθωτικό έτος (δηλαδή από 1-4-3003) ποσού 586.940 ευρώ και προβλέφθηκε, ότι σε περίπτωση που παρατεινόταν μέχρι τις 31-3-2003 η διάρκεια της κύριας σύμβασης πέραν της 16-3-2010 και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 25 ετών, θα παρατεινόταν αυτοδικαίως και η υπομίσθωση των ανωτέρω τμημάτων του μισθίου.
Με το από 13-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δευτέρου εναγομένου, ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, και του Ι. Π., ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, παρατάθηκε η διάρκεια της υπομίσθωσης μέχρι τις 31-12-2003 και το μίσθωμα από την 1-4-2003 έως τις 31-12-2003 συμφωνήθηκε στο ποσό των 586.940 ευρώ.
Ακολούθως, με το από 6-8-2003 συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους παρατάθηκε η υπομίσθωση μέχρι τις 16-3-2010, ενώ προβλέφθηκε, ότι εάν έως την ανωτέρω ημερομηνία επιτυγχανόταν παράταση της σύμβασης μίσθωσης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο η μισθώτρια-υπεκμισθώτρια αποκτούσε δικαίωμα χρήσης του μισθίου, θα παρατεινόταν αυτόματα για ισόχρονο διάστημα και η υπομίσθωση, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο Ι.
Π. θα είχε αγοράσει το 50% των μετοχών της υπεκμισθώτριας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο με την ίδια ημερομηνία Προσύμφωνο Πώλησης Μετοχών μεταξύ αφενός των εταιρειών "..." και "...." και αφετέρου του I. Π., χωρίς όμως άλλους όρους και προϋποθέσεις. Ορίσθηκε δε, ότι στην περίπτωση αυτή το μίσθωμα για το χρόνο της παράτασης της υπομίσθωσης θα ισούτο προς το 50% του ποσού, που θα υποχρεούτο να καταβάλλει εκάστοτε η υπεκμισθώτρια στην Εταιρεία Τουριστικών Ακινήτων ή/και στην Εθνική Τράπεζα ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση του μισθίου, το οποίο κατ' ελάχιστο θα ισούτο προς 750.000 ευρώ, ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε η υπομισθώτρια να προκαταβάλει με την υπογραφή του συμφωνητικού τα μισθώματα για την υπομίσθωση των ανωτέρω χώρων έως τις 16-3-2010 (δηλαδή για τα μισθωτικά έτη 2004 έως και 2009) συνολικού ποσού 3.522.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τον 7ο όρο του από 6-8-2003 συμφωνητικού "Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο η ... (που έχει υποκαταστήσει την ....) καταγγείλει την από 1-9-1993 σύμβαση μίσθωσης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το από 28-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, της περιοχής "...", η Υπομισθώτρια, θα δύναται επίσης να διαπραγματευτεί και να συμφωνήσει με την ...
τη συνέχιση της μίσθωσης αυτής επ' ονόματί της αλλά για κοινό λογαριασμό. Απαραίτητη προϋπόθεση της δυνατότητας αυτής της Υπομισθώτριας είναι η σχετική έγκριση της Υπεκμισθώτριας, την οποία δεν θα έχει υποχρέωση να χορηγήσει η τελευταία, αν δεν έχει προηγουμένως συμφωνηθεί η από κοινού (από Υπεκμισθώτρια και Υπομισθώτρια) και με κοινά αποδεκτούς όρους εκμετάλλευση της περιοχής "...".
Την ίδια ημέρα, κατά τα προαναφερόμενα, υπογράφηκε και το από 6-8-2003 προσύμφωνο πώλησης μετοχών μεταξύ αφενός των εταιρειών ... και .... (οι εκ προσυμφώνου πωλήτριες), εκπροσωπουμένων από το δεύτερο εναγόμενο, ενεργούντος και ατομικά, και αφετέρου του Ι. Π. (ο εκ προσυμφώνου αγοραστής). Οι αφενός συμβαλλόμενες εταιρείες είναι μέτοχοι της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και δη η εταιρεία ...
κατά ποσοστό 30,7% και η εταιρεία .... κατά ποσοστό 59,3% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής. Με το ανωτέρω προσύμφωνο ορίσθηκε, ότι λαμβανομένης υπόψη της στενής συνεργασίας των μερών και των κοινών επιχειρηματικών στόχων τους οι εκ προσυμφώνου πωλήτριες προσυμφωνούν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν το 50% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι 3.125.000 μετοχές της πρώτης εναγομένης, της οποίας είναι μέτοχοι, στον εκ προσυμφώνου αγοραστή ή/και στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που αυτός θα υποδείξει.
Ως προϋποθέσεις κατάρτισης της οριστικής σύμβασης πώλησης τέθηκαν α) η παράταση της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της Εθνικής Τράπεζας ή η με οποιονδήποτε τρόπο απόκτηση του δικαιώματος χρήσης της περιοχής "..." και β) η διενέργεια οικονομικού και νομικού ελέγχου στην πρώτη εναγομένη εταιρεία μετά την ανωτέρω παράταση.
Το τίμημα ορίσθηκε στο ποσό των 11.738.812 € και θα ήταν καταβλητέο κατά την υπογραφή της οριστικής σύμβασης. Ρητά αναγράφεται στο προσύμφωνο, ότι το τίμημα προσδιορίσθηκε με βάση την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, όπως αυτή απεικονίζεται στον προσωρινό ισολογισμό ημερομηνίας 30-6-2003, αντίγραφο του οποίου επισυνάφθηκε ως παράρτημα Γ και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του προσυμφώνου, φέρει δε τις υπογραφές των συμβαλλομένων.
Στο παθητικό του εν λόγω προσωρινού ισολογισμού, και δη στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της υπομισθώτριας παρατίθενται, μεταξύ άλλων "οφειλόμενα ενοίκια στην ... έως 30-6-2003 ευρώ 3.427.094,63" με την επισημείωση "Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω σημειώσεων και μη συνυπολογιζομένης της οφειλής των μισθωμάτων προς την ..., το σύνολο των υποχρεώσεων ανέρχεται σε 2.243.590 και το σύνολο των πραγματικών απαιτήσεων ανέρχεται σε 1.209.312 €".
Επιπλέον, οι εκ προσυμφώνου πωλήτριες δήλωσαν, ότι πλην των στοιχείων, που περιέχονται στον ανωτέρω προσωρινό ισολογισμό ή αυτών, που δημιουργήθηκαν κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης από την 1-7-2003 έως τις 6-8-2003, η τελευταία δεν έχει άλλες υποχρεώσεις, δεσμεύσεις ή χρέη, τα οποία στο σύνολό τους θα επέφεραν ουσιώδη μεταβολή στην οικονομική ή άλλη κατάσταση ή αξία της, στα περιουσιακά της στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα κέρδη, τα αναμενόμενα κέρδη και την εν γένει επιχείρηση αυτής.
Επίσης προβλέφθηκε, ότι οι μέτοχοι δεν δικαιούνται να μεταβιβάσουν σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο τις μετοχές τους, εν όλω ή εν μέρει, αν προηγουμένως δεν τις έχουν εισφέρει στους λοιπούς μετόχους σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο εν λόγω προσύμφωνο διαδικασία, ρητά δε ορίσθηκε η ακυρότητα της μεταβίβασης σε αντίθετη περίπτωση.
Στη συνέχεια, με το από 5-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο, και της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από τον Ι. Π., υπεκμισθώθηκε στην υπομισθώτρια ένα επιπλέον τμήμα του μισθίου, ήτοι το κτίσμα, στο οποίο λειτούργησε κατά το παρελθόν το νυκτερινό κατάστημα με το διακριτικό τίτλο "Αμφιθέατρο", εμβαδού 1.420 τ.μ.
περίπου, για το από 5-5-2004 έως 16-3-2010 χρονικό διάστημα, οριζομένου ότι σε περίπτωση παράτασης της κύριας σύμβασης, θα παραταθεί για ισόχρονο διάστημα και η υπομίσθωση αυτή υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις της πώλησης του 50% των μετοχών. Το ετήσιο μίσθωμα ορίσθηκε σε 117.390 ευρώ, στην περίπτωση που αυτό θα λειτουργούσε ως καφέ-μπαρ ή εστιατόριο, και σε ποσοστό 30% επί των κερδών της υπομισθώτριας, στην περίπτωση που θα λειτουργούσε ως κέντρο νυκτερινής διασκέδασης, τα οποία θα εκκαθαρίζονταν σε καθημερινή βάση.
Με το από 29-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δευτέρου εναγομένου, ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης και του Ι. Π., ενεργούντος ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ότι σε αντάλλαγμα των εργασιών και εξόδων, στα οποία θα υποβαλλόταν η υπομισθώτρια για τη διενέργεια καθαρισμού της παραλίας και του βυθού και τη διαμόρφωση της παραλίας του μισθίου, η τελευταία θα κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη μόνο το ποσοστό του εισιτηρίου για την είσοδο στην πλαζ, που εκείνη όφειλε να αποδίδει στην εκμισθώτρια Εθνική Τράπεζα.
Επίσης, με το από 6-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης, εκπροσωπούμενης από το δεύτερο εναγόμενο, και της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης από τον Ι. Π., τροποποιήθηκε ο όρος του από 5-5-2004 συμφωνητικού σχετικά με την καταβολή του μισθώματος και ορίσθηκε το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 117.390 ευρώ στην περίπτωση, που το μίσθιο λειτουργούσε ως καφέ-μπαρ ή εστιατόριο και στο ποσό των 234.777 ευρώ στην περίπτωση, που λειτουργούσε ως κέντρο διασκέδασης.
Ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ υπεκμισθώτριας και μισθώτριας το από 27-4-2005 συμφωνητικό, στο οποίο δηλώνεται, ότι καταβλήθηκαν τα μισθώματα των δύο πρώτων μισθωτικών περιόδων ύψους 469.554 ευρώ, όπως είχε ορισθεί στο από 6-9-2004 συμφωνητικό και τροποποιείται η συμφωνία τους για τις υπόλοιπες μισθωτικές περιόδους, οριζομένου ότι το μίσθωμα εκάστης μισθωτικής περιόδου θα καταβάλλεται σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις.
Επιπρόσθετα, με έτερο από 27-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων υπεκμισθώθηκε στην ενάγουσα από την πρώτη εναγομένη και ολόκληρο το υπόλοιπο τμήμα της παραλίας "...", καθώς και ένα περίπτερο, επιφάνειας 75 τ.μ. περίπου, που βλέπει επί της πλατείας της κεντρικής εισόδου για το από 27-4-2005 έως 16-3-2010 διάστημα αντί ετησίου μισθώματος 50.000 ευρώ, πλέον ολόκληρου του τέλους χαρτοσήμου, ήτοι συνολικού ποσού 51.800 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε τη ενάγουσα με την υπογραφή του συμφωνητικού έως τις 16-3-2010, ήτοι προκατέβαλε ποσό 259.000 ευρώ.
Με βάση τα προεκτεθέντα η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, προκατέβαλε 1) για την υπομίσθωση του εστιατορίου - μπαρ ... μαζί με την πισίνα του και τα τρία μπαρ επί της παραλίας για το από 1-1-2004 έως 16-3-2010 το ποσό των 3.522.000 ευρώ, 2) για την υπομίσθωση του κτίσματος, στο οποίο λειτούργησε κατά το παρελθόν το νυκτερινό κατάστημα "Αμφιθέατρο", για το διάστημα από το Μάιο του 2005 έως το Μάιο του 2007 το ποσό των 469.554 ευρώ και 3) για την υπομίσθωση του υπολοίπου τμήματος της παραλίας και του περιπτέρου για το από 27-4-2005 έως 16-3-2010 διάστημα το ποσό των 259.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, ενώ ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει για μισθώματα του νυκτερινού καταστήματος "Αμφιθέατρο" του διαστήματος από το Μάιο 2007 έως 16-3-2010 το ποσό των 704.331 ευρώ, το οποίο τελικώς δεν κατέβαλε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η αρχική εκμισθώτρια "...." άσκησε την από 6-6-2000 και με αριθμ. κατάθ. 7618/4-9-2000 αγωγή της κατά της πρώτης εναγομένης μισθώτριας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Διαδικασία Μισθωτικών Διαφορών, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση λόγω καθυστέρησης στην καταβολή μισθωμάτων και κακής χρήσης του μισθίου, ενώ στη συνέχεια η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας "....", άσκησε την από 16-10-2003 και με αριθμ.
καταθ. 8095/6-11-2003 αγωγή της σε βάρος της μισθώτριας ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και ζήτησε την καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσης. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν κατά την ορισθείσα κατόπιν σχετικής κλήσης δικάσιμο της 23-9-2005, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3311/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, ότι η μίσθωση έληξε στις 15-11-2000 λόγω καταγγελίας της ενάγουσας για τη μη καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια και υποχρεώθηκε η ήδη πρώτη εναγομένη να καταβάλει α) για οφειλόμενα μισθώματα το ποσό των 482.092,48 ευρώ και β) για αποζημίωση χρήσης το ποσό των 2.811.812,33 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους της μισθώτριας, επί της οποίας εκδόθηκε η 8596/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ενώ κατόπιν άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά της εφετειακής απόφασης από τη μισθώτρια εκδόθηκε η 1587/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την απέρριψε.
Στις 20-12-2006 η Εθνική Τράπεζα προχώρησε σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και η πρώτη εναγομένη και κατ' επέκταση η έλκουσα από αυτήν δικαιώματα υπομισθώτρια αποβλήθηκαν δυνάμει της 3063/2006 έκθεσης βιαίας αποβολής του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Μ.. Η ενάγουσα αμέσως προσήλθε σε διαπραγματεύσεις με την Εθνική Τράπεζα, επιδιώκοντας να διατηρήσει την παραμονή της στην επίδικη έκταση, στην οποία, ως υπομισθώτρια, είχε υποβληθεί σε μεγάλες επενδυτικές δαπάνες για τον εξωραϊσμό και την αξιοποίηση της.
Τελικώς, καταρτίσθηκε το από 26-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με το οποίο η ενάγουσα μίσθωσε από την εκμισθώτρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ολόκληρη την έκταση των 280 στρεμμάτων, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνο για τη λειτουργία των τουριστικών και ψυχαγωγικών εγκαταστάσεών της για το από 1-1-2007 έως 16-3-2010 χρονικό διάστημα αντί ετησίου μισθώματος ποσού 1.002.680,80 ευρώ για τα δύο πρώτα μισθωτικά έτη, πλέον τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 3,6%.
Ρητά δε ορίσθηκε, ότι από την 1-1-2009 το μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν με επαύξηση του ετησίου μισθώματος της αμέσως προηγούμενης διετίας κατά ποσοστό ίσο προς το 1/2 του αθροίσματος του επισήμως δηλουμένου ετήσιου πληθωρισμού των δύο προηγούμενων ετών, ενώ για το έτος 2010 θα οφειλόταν ως μίσθωμα το ποσό που αντιστοιχεί στα 3/12 του ετησίου μισθώματος, όπως αυτό θα είχε διαμορφωθεί την 1-1-2010 μετά την αναπροσαρμογή του.
Προκειμένου όμως να δεχθεί η εκμισθώτρια την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης ζήτησε από την ενάγουσα και η τελευταία αποδέχθηκε την καταβολή του ποσού του 1.000.000 ευρώ προς εξόφληση αποζημίωσης χρήσης, που όφειλε η πρώτη εναγομένη για το έτος 2006. Είναι δε προφανές, ότι η ενάγουσα δεν θα είχε καταβάλει το τελευταίο ποσό, αν δεν είχε αναγκασθεί προς τούτο από την Τράπεζα, προσβλέποντας στη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης.
Επίσης, η ενάγουσα κατέβαλε στην εκμισθώτρια καθ' όλη της διάρκεια της νέας μισθωτικής σύμβασης για μισθώματα το συνολικό ποσό των 3.369.771,24 (1.038.777+ 1.038.777 + 1.069.421,24 + 222.796) ευρώ, αντί του οποίου το προσδιορίζει, σε 3.369.681,80 ευρώ. Με βάση τις προεκτιθέμενες συμβάσεις υπομίσθωσης η ενάγουσα είχε προκαταβάλει για το ίδιο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 2.067.142 ευρώ, όπως εκθέτει η ενάγουσα και δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι (άρθρ. 261 σε συνδ.
με 352 του ΚΠολΔ), ενώ επιπλέον είχε συμφωνήσει την καταβολή του ποσού των 704.331 ευρώ, το οποίο τελικώς δεν κατέβαλε, δηλαδή είχε υποχρέωση να καταβάλει 2.067.142 + 704.331 = 2.771.473 ευρώ. Ως εκ τούτου υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εκμισθώτρια Εθνική Τράπεζα επιπλέον 598.208,80 (3.369.681,80 - 2.771.473 = 598.208,80) ευρώ έναντι αυτών, που όφειλε να καταβάλει με τις συμβάσεις υπομίσθωσης στην υπεκμισθώτρια πρώτη εναγομένη σύμφωνα με την από 26-1-2007 σύμβαση μίσθωσης, καθώς και το ποσό του 1.000.000 ευρώ, όπως προαναφέρεται.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά την κατάρτιση της από 15-5-2002 σύμβασης υπομίσθωσης, η σύμβαση μίσθωσης είχε ήδη λυθεί από τις 15-11-2000 κατόπιν καταγγελίας από την εκμισθώτρια. Μετά δε τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης η πρώτη εναγομένη όφειλε να αποδώσει τη χρήση της επίδικης έκτασης στην εκμισθώτρια και δεν είχε δικαίωμα υπεκμίσθωσής της.
Παρότι, λοιπόν, (η πρώτη εναγομένη) γνώριζε το ανωτέρω νομικό ελάττωμα, δηλαδή ότι το δικαίωμα χρήσης δεν ανήκε πλέον στην ίδια, αλλά στην εκμισθώτρια, δολίως αποσιώπησε την ύπαρξή του από την ενάγουσα υπομισθώτρια και προέβη στη σύναψη της επίδικης υπομίσθωσης. Πράγματι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η γνώση της ενάγουσας για την καταγγελία της βασικής σύμβασης μίσθωσης από την εκμισθώτρια και τη λήξη της ήδη από το έτος 2000.
Το γεγονός, ότι στον από 30-6-2003 προσωρινό ισολογισμό της υπεκμισθώτριας, που είναι συνημμένος στο από 6-8-2003 προσύμφωνο πώλησης μετοχών και συνυπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ι. Π., αναφέρονται οφειλόμενα μισθώματα προς την ... έως 30-6-2003, ύψους 3.427.094,63 ευρώ, δεν συνεπάγεται και γνώση της υπομισθώτριας περί, προηγηθείσας της κατάρτισης της σύμβασης υπομίσθωσης, καταγγελίας της μίσθωσης λόγω μη καταβολής μισθωμάτων.
Επιπρόσθετα, αν γνώριζε η ενάγουσα την προηγηθείσα καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, δεν θα αναγραφόταν στον 7° όρο του από 6-8-2003 συμφωνητικού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως υποθετική η περίπτωση άσκησης καταγγελίας από την Εθνική Τράπεζα, αλλά θα γινόταν ρητή αναφορά στην ήδη ασκηθείσα. Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. 6030/2015 ένορκη βεβαίωση του Σ.
Κ., ο οποίος ήταν μέλος του ΔΣ της πρώτης εναγομένης από το έτος 1996 έως το έτος 2006, ο δεύτερος εναγόμενος ουδέποτε γνωστοποίησε στην ενάγουσα την από του έτους 2000 καταγγελία της βασικής μίσθωσης εκ μέρους της ΕΤΕ. Περαιτέρω, ο Δ. Β., ο οποίος διετέλεσε Αντιπρόεδρος της "...." από το έτος 1996 έως το έτος 2004 και υπηρέτησε ως Διευθυντής στη Διεύθυνση Περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας έως τον Οκτώβριο του 2011, με την υπ' αριθμ. 6033/2015 ένορκη βεβαίωσή του ανέφερε, ότι στις 19-3-2003 η πρώτη εναγομένη τους γνωστοποίησε την κατάρτιση της από 15-5-2002 σύμβασης υπομίσθωσης και ότι της επισήμαναν, ότι δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει σε υπομίσθωση, εφόσον είχε λήξει η μίσθωση από τις 15-11-2000 λόγω καταγγελίας, ότι κανένα άλλο υπομισθωτήριο ή τροποποίηση αυτού δεν τους γνωστοποιήθηκε και ότι οι Ι.
Π. και Δ. Π. πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της καταγγελίας μόλις στα μέσα του 2006, όταν προσήλθαν στη Διεύθυνση Περιουσίας της Τράπεζας, προκειμένου να τους γνωστοποιήσει η Τράπεζα την τότε υφισταμένη κατάσταση και τις προθέσεις της. Ακόμη δε και αυτοί οι ενόρκως βεβαιούντες των εναγομένων Κ. Α., Γ. Π. και Λ. Κ.
με τις 4676, 4677 και 4678/2019 ένορκες βεβαιώσεις τους ουδόλως αναφέρονται σε στοιχεία γνώσης της ενάγουσας για την άσκηση της ανωτέρω αγωγής και της καταγγελίας της βασικής σύμβασης μίσθωσης, αλλά περιορίζονται σε εικασίες, περί της γνώσης της ειδικά κατά το χρόνο κατάρτισης των από 6-8-2003 προσυμφώνου και συμφωνητικού αντίστοιχα.
Εντούτοις, ενόψει των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνουν οι συμβαλλόμενοι με την κατάρτιση μιας σύμβασης υπομίσθωσης και μάλιστα τόσο σημαντικής, όπως η υπό κρίση, είναι βέβαιο, ότι σε περίπτωση γνωστοποίησης της καταγγελίας από την πρώτη εναγομένη, θα είχε επισημανθεί αυτή (γνωστοποίηση) στο από 15-5-2002 μισθωτήριο, ή έστω σε κάποιο από τα μεταγενέστερα μεταξύ των.
διαδίκων συμφωνητικά. Όπως αποδείχθηκε, η πρώτη εναγομένη παρέμενε στη μίσθια έκταση χωρίς να είναι συνεπής στις συμβατικές υποχρεώσεις της από τη σύμβαση μίσθωσης με την ΕΤΕ, κατέστη υπερήμερη στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, τα οποία ούτε μετά την καταγγελία κατέβαλε, αλλά αντίθετα συσσώρευσε οφειλές εκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση χρήσης, προκαλώντας με την εν λόγω αντισυμβατική συμπεριφορά της, η οποία σημειωτέον διήρκεσε επί πολλά έτη, την έξωσή της από τη μίσθια έκταση.
Ο ισχυρισμός της, ότι κατέβαλλε στην εκμισθώτρια μειωμένο μίσθωμα λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, εξαιτίας των οποίων αδυνατούσε να χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος του μισθίου (προβλήματα από το Δασαρχείο και την Αρχαιολογική Υπηρεσία), αλυσιτελώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη, άλλωστε ουδέποτε επιδίωξε δικαστικά ή με συμφωνία με την εκμισθώτρια τη μείωση του μισθώματος της βασικής μίσθωσης, έτσι ώστε το οφειλόμενο μίσθωμα αυτής είναι το κριθέν με την 3311/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ενόψει τούτων, η ενάγουσα ζημιώθηκε τόσο από την αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης λόγω του προαναφερόμενου νομικού ελαττώματος, όσο και από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της λόγω της δόλιας απόκρυψης του (απάτη) κατά το συνολικό ποσό του 1.000.000 + 598.208,80 = 1.598.208,80 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και επιδίκασε το ανωτέρω ποσό σε βάρος της πρώτης εναγομένης ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο 20ς λόγος της από 12-7-2017 έφεσης της εναγομένης-ενάγουσας εταιρείας ... [...].
Στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 12-7-2017 έφεση της ίδιας εναγομένης - ενάγουσας ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας κατ' ουσίαν την από 15-7-2011 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και αφού έκρινε ότι η τελευταία υπέστη ζημία συνολικού ποσού 1.598.208,80 ευρώ [ήτοι ποσού:
α) 1.000.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε οφειλή της αναιρεσείουσας προς την εκμισθώτρια ΕΤΕ (Εθνική Τράπεζα), για αποζημίωση χρήσης έτους 2006, το οποίο αναγκάστηκε να καταβάλει η πρώτη αναιρεσίβλητη προς την ….. προκειμένου να δεχθεί η τελευταία την κατάρτιση της νέας από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης και β) 598.208,80 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει επιπλέον στην εκμισθώτρια …..
και το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των υπομισθωμάτων, που όφειλε η πρώτη αναιρεσίβλητη δυνάμει των συμβάσεων υπομίσθωσης προς την αναιρεσείουσα και του μεγαλύτερου ποσού των μισθωμάτων που υποχρεώθηκε να καταβάλει στη συνέχεια δυνάμει της νέας από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης προς την εκμισθώτρια ….. ], η οποία (ζημία) προκλήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο από την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στο ότι η τελευταία κατά το χρόνο κατάρτισης των υπομισθώσεων με την πρώτη αναιρεσίβλητη, γνώριζε και απέκρυψε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος αυτών και δη ότι η βασική μίσθωση μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της εκμισθώτριας …..
είχε ήδη, κατόπιν σχετικής καταγγελίας της από την εκμισθώτρια, λυθεί, και ότι ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα δεν είχε πλέον δικαίωμα χρήσης του μισθίου, ούτε και δικαίωμα υπεκμίσθωσης αυτού, όσο και από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της ίδιας (αναιρεσείουσας), συνιστάμενη στη δόλια απόκρυψη του ως άνω νομικού ελαττώματος (απάτη) από την πρώτη αναιρεσίβλητη, επιδίκασε το ανωτέρω ποσό των 1.598.208,80 ευρώ σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατόπιν αυτών επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ίδια και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ότι δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο πρώτο αναιρετικό λόγο υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή της δεχόμενο ότι "Δεδομένου δε ότι δεν νοείται παράνομη προσβολή ανύπαρκτου δικαιώματος, ήτοι του μη υφισταμένου μισθωτικού δικαιώματος της ενάγουσας, εξαιτίας της κατάρτισης της από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης, την οποία συνήψε η πρώτη εναγομένη επ' ονόματι της με την εκμισθώτρια Εθνική Τράπεζα, δεν γεννάται εξ αυτού του λόγου αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, ενώ η κατάρτιση της ίδιας σύμβασης, με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συνιστά πράξη αντίθετη στα χρηστά ήθη", πλην όμως ταυτόχρονα όλως αντιφατικά δέχθηκε την αγωγή των αντιδίκων της και τους επιδίκασε τα αιτούμενα κονδύλια διαφοράς μεταξύ των υπομισθωμάτων που όφειλαν, δυνάμει των συμβάσεων υπομίσθωσης και των μισθωμάτων που κατέβαλαν στη συνέχεια, δυνάμει της νέας από 26-1-2007 μίσθωσης, στην εκμισθώτρια ….. (……), δεχόμενο έτσι αντιφατικά από τη μία την ανυπαρξία μισθωτικού δικαιώματος δικού της από τη βασική μίσθωση και από την άλλη ύπαρξη αξίωσης των αντιδίκων της εκ των υπομισθώσεων, που είχαν όμως ως βάση τη βασική μίσθωση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες συγκεκριμένα είναι οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης απόφασης, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της, ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου, ούτε και προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους και σε κάθε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, αντίφαση, όπως κατά τα άνω, αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν εντοπίζεται στο διατακτικό, αλλά εντοπίζεται μεταξύ του απορριπτικού σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης βάσει του οποίου η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της αδικοπραξίας και των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά το προαναφερόμενο ποσό του 1.598.208,80 ευρώ, λόγω της κατά τα άνω γενομένης δεκτής αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και συνεπώς, με βάση τις αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης, για την ίδρυση του οποίου, απαιτείται, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό της ίδιας απόφασης. Περαιτέρω, ο ίδιος ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αφορά σε αντιφάσεις μεταξύ των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως απαιτείται για να ιδρυθεί ο ως άνω αναιρετικός λόγος, αλλά, όπως διατυπώνεται, αφορά σε αντίφαση μεταξύ :
α) αφενός, της κρίσεως του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 25-1-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά τη βάση της περί αδικοπραξίας (στην οποία αναφέρεται ο παρών αναιρετικός λόγος), η οποία όμως, απορριπτική κρίση, στηρίχθηκε μόνο στα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία και μόνο κρίθηκε αυτή ως μη νόμιμη κατά την ανωτέρω βάση της και όχι σε ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου επί της εν λόγω αγωγής, αφού η τελευταία δεν ερευνήθηκε στην ουσία της και δεν διατυπώθηκε εκτίμηση αποδείξεων και αποδεικτικό πόρισμα επ' αυτής και β) αφετέρου, των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης επί της από 15-7-2011 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία και μόνο ερευνήθηκε στην ουσία της και επί της οποίας και μόνο διατυπώθηκε ελάσσονα πρόταση αποδείξεων.
Συνεπώς, οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν δύνανται να ιδρύσουν, τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, αφού οι φερόμενες ως αντιφάσεις δεν εντοπίζονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αυτής και της απορριπτικής, ως μη νόμιμης, κρίσης του Εφετείου επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, η οποία (κρίση) θεμελιώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στα ιστορούμενα στην αγωγή αυτή περιστατικά και όχι στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως απαιτεί η θεμελίωση του προκείμενου αναιρετικού λόγου.
Επισημαίνεται ότι η συνεκδίκαση των ανωτέρω αγωγών δεν καταργεί την αυτοτέλειά τους, αλλά καθεμία, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κρίνεται χωριστά ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, του νόμιμου και της ουσιαστικής βασιμότητάς της και συνεπώς οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου όσον αφορά την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν μπορούν να θεωρηθούν και ως παραδοχές επί της ουσίας όσον αφορά την αγωγή της αναιρεσείουσας, όπως επιχειρεί η αναιρεσείουσα με τον παρόντα αναιρετικό λόγο, διότι η αγωγή της τελευταίας απορριφθείσα, όπως προαναφέρθηκε, ως μη νόμιμη, ουδόλως ερευνήθηκε στην ουσία της και συνεπώς ως προς αυτή το Εφετείο δεν περιέλαβε καθόλου ουσιαστικές παραδοχές, όλες δε οι, από εκτίμηση των αποδείξεων, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν αυτοτελώς την ανωτέρω αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Σε κάθε περίπτωση ο αναιρετικός αυτός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, το Εφετείο δεν δέχθηκε "από τη μία την ανυπαρξία μισθωτικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας από τη βασική μίσθωση και από την άλλη ύπαρξη αξίωσης των αντιδίκων της εκ των υπομισθώσεων, που είχαν όμως ως βάση τη βασική μίσθωση", όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά όλως αντιθέτως χωρίς καμία αντίφαση δέχθηκε, [κατά την ουσιαστική διερεύνηση της ανωτέρω αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης], ότι μετά τη λήξη, κατά το έτος 2000, της βασικής σύμβασης μίσθωσης, λόγω καταγγελίας της από την εκμισθώτρια, η αναιρεσείουσα - μισθώτρια γνώριζε ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα χρήσης του μισθίου, ούτε και δικαίωμα υπεκμίσθωσης και παρά το γεγονός αυτό προέβη στις ανωτέρω υπεκμισθώσεις του μισθίου προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αποκρύπτοντας δολίως από την τελευταία το ανωτέρω νομικό ελάττωμα, με αποτέλεσμα από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας η πρώτη αναιρεσίβλητη να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ανωτέρω ποσό του 1.598.208,80 ευρώ, και έτσι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, θεμελίωσε την αξίωση για αποζημίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης, για τη ζημία που δέχθηκε ανελέγκτως ότι η τελευταία υπέστη [στην οποία περιλαμβάνεται και αυτή του ποσού των 598.208,80 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των υπομισθωμάτων που όφειλε η πρώτη αναιρεσίβλητη δυνάμει των συμβάσεων υπομίσθωσης προς την αναιρεσείουσα και του μεγαλύτερου ποσού των μισθωμάτων που υποχρεώθηκε να καταβάλει στη συνέχεια δυνάμει της νέας από 26-1-2007 σύμβασης μίσθωσης προς την εκμισθώτρια …..], στην ύπαρξη του άνω νομικού ελαττώματος, της έλλειψης δηλαδή δικαιώματος χρήσης του μισθίου ως υπομισθώτριας, αφού ούτε η μισθώτρια - αναιρεσείουσα είχε τέτοιο δικαίωμα και όχι στην "ύπαρξη αξίωσής της εκ των υπομισθώσεων, που είχαν όμως ως βάση τη βασική μίσθωση", όπως αβάσιμα κατά τα προεκτιθέμενα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, κατά τις προεκτιθέμενες διακρίσεις, στο σύνολό του.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, το οποίο να προκύπτει από τη σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ειδικότερα, δεν περιλαμβάνεται στο λόγο αυτό η περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 541/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1240/2019). Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναίρεσης οι ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις (ΑΠ 438/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 6/8/2003 προσύμφωνου πώλησης μετοχών, του από 6/8/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης και του παραρτήματος ισολογισμού που τα συνοδεύει, όπου γίνεται ρητή αναφορά για οφειλόμενα μισθώματα προς την εκμισθώτρια ... (ΕΤΕ), ποσού 3.427.094,63 ευρώ, καθώς και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Δ.
Β., ο οποίος αναφέρεται σε μισθώματα και όχι σε αποζημίωση χρήσης, δεχόμενο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, να κατανοήσει την αληθινή έννοια της μαρτυρικής κατάθεσης και των εγγράφων αυτών, ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν για τα οφειλόμενα μισθώματα των 3,5 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά δεν γνώριζαν την καταγγελία της μίσθωσης από την εκμισθώτρια …...
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Β., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432- 465 Κ.Πολ.Δ., ώστε η παραμόρφωση του περιεχομένου της να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αφορά το από 6/8/2003 προσύμφωνο πώλησης μετοχών, το από 6/8/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης και το παράρτημα ισολογισμού που τα συνοδεύει, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, όπως σαφώς προκύπτει, από το ανωτέρω περιεχόμενο του λόγου αυτού, δεν αφορά σε διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά αφορά σε εκτιμητικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση από το Εφετείο στα εν λόγω έγγραφα νοήματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα λόγο αναίρεσης.
Πρόκειται, δηλαδή, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και ως εκ τούτου προβάλλεται απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεις των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της συμβάσεως ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1321/2017).
Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται και εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. Τέτοια παραβίαση υπάρχει: α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 527/2008).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1285/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της εμμένοντας μόνο στη γραμματική ερμηνεία των από 6.8.2003 συμβάσεων, χωρίς να αναζητήσει το αληθινό περιεχόμενό τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας και την απέρριψε στηριζόμενο, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στη γραμματική μόνο ερμηνεία των από 6.8.2003 συμβάσεων, πλην όμως η αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτή περιστατικά ως μη νόμιμη και δεν έλαβε χώρα από το Εφετείο ως την απορριπτική του κρίση επ' αυτής, ερμηνεία ή μη των άνω από 6.8.2003 συμβάσεων.
Περαιτέρω, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο προκείμενος λόγος αφορά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στις ανωτέρω επίμαχες από 6.8.2003 συμβάσεις και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτούς τις πραγματικές διαπιστώσεις του.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως τούτου απορριπτέος, καθόσον η αναιρεσείουσα, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στις ανωτέρω διατάξεις, πλήττει την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, αφού όλες οι περιεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής ως προς την πραγματική βούληση των συμβληθέντων στις ανωτέρω επίμαχες από 6.8.2003 συμβάσεις, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 21-9-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7013/826/23-9-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3474/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ