1201/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1201/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2018 αίτησή της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1201 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1201/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που έχει την έδρα της στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της εταιρείας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-1-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Α., κατοίκου ..., 2. Φ. Α.-Μ., κατοίκου ..., 3. Ι. Β., κατοίκου ..., 4. Α. Β., κατοίκου ..., 5. Α. Γ., κατοίκου ..., 6. Ε. Γ., κατοίκου ..., 7. Ζ. Β., κατοίκου ..., 8. Ε. Β., κατοίκου …, 9. Σ. Β. - Γ., κατοίκου ..., 10. Φ. Γ.-Σ., κατοίκου …, 11. Ό. Γ., κατοίκου ..., 12. Σ. Δ.- Α., κατοίκου ..., 13. Ε. Δ. - Ρ., κατοίκου ..., 14. Μ. Δ., κατοίκου ..., 15. Α. Δ., κατοίκου ..., 16.
Κ. Δ., κατοίκου ..., 17. Τ. Ζ., κατοίκου ..., 18. Β. Ζ., κατοίκου ..., 19. Ε. Η., κατοίκου ..., 20. Δ. Θ., κατοίκου ..., 21. Ε. Κ., κατοίκου ..., 22. Α. Κ.-Β., κατοίκου ..., 23. Ε. Κ.-Κ., κατοίκου ..., 24. Ι. Κ., κατοίκου ..., 25. Μ. Κ.-Μ., κατοίκου ..., 26. Β. Κ., κατοίκου ..., 27. Κ. Κ., κατοίκου ..., 28. Π. Κ., κατοίκου ..., 29. Α. Κ.-Κ., κατοίκου ..., 30. Σ. Κ., κατοίκου ... …, 31. Δ. Κ.-Δ., κατοίκου ..., 32.
Σ. Κ., κατοίκου ..., 33. Α. Κ.-Σ., κατοίκου ..., 34. Γ. Λ., κατοίκου ..., 35. Φ. Λ., κατοίκου ..., 36. Π.-Δ. Λ., κατοίκου ..., 37. Γ. Μ., κατοίκου ..., 38. Ι. Μ., κατοίκου ..., 39. Π. Μ., κατοίκου …, 40. Π. Μ., κατοίκου ..., 41. Φ. Μ., κατοίκου ..., 42. Δ. Μ.-Ψ., κατοίκου ..., 43. Γ. Μ., κατοίκου ... …, 44. Α. Μ., κατοίκου ..., 45. Ε. Μ., κατοίκου ... …, 46.Α. Μ., κατοίκου ..., 47. Σ. Ν., κατοίκου ..., 48.
Ε. Ο., κατοίκου ..., 49. Ε. Π., κατοίκου ..., 50. Ε. Π., κατοίκου ..., 51. Ε. Π., κατοίκου ..., 52. Β. Π., κατοίκου ..., 53. Ε. Π., κατοίκου ... …, 54. Ε. Π., κατοίκου ... …, 55. Μ. Π.-Τ., κατοίκου ..., 56. Η. Π., κατοίκου ..., 57. Σ. Π., κατοίκου ..., 58. Γ. Π., κατοίκου ..., 59. Δ. Π., κατοίκου ..., 60. Γ. Ρ., κατοίκου …, 61. Α. Ρ., κατοίκου ... ..., 62. Γ. Σ., κατοίκου ..., 63. Δ. Σ., κατοίκου ..., 64.
Β. Σ., κατοίκου ..., 65. Ι. Σ., κατοίκου ..., 66. Κ. Σ.-Σ., κατοίκου ..., 67. Μ. Σ. - Τ., κατοίκου ..., 68. Μ. Σ.-Τ., κατοίκου ... ..., 69. Χ. Τ., κατοίκου …, 70. Μ. Τ., κατοίκου ..., 71. Ε. Τ., κατοίκου …, 72. Π. Τ., κατοίκου ..., 73. Ε. Τ., κατοίκου ..., 74. Κ. Φ., κατοίκου ..., 75. Μ. Φ.-Κ., κατοίκου ..., 76. Α. Χ., κατοίκου ... και 77. Ε. Χ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 7η, 10η, 12η, 13η, 14η, 21ος, 22η, 23η, 24ος, 25η, 26η, 27ος, 29η, 32η, 33η, 35η, 37ος, 38ος, 40η, 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, 46η, 47ος, 52η, 55η, 56ος, 57η, 58ος, 61η και 73η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, ενώ οι 6η, 8η, 9η, 11η, 15ος, 18η, 28ος, 34ος, 36ος, 39ος, 49η, 60ος, 62ος, 63ος, 64η, 69η, 72ος, 75η, 76η, και 77η παραστάθηκαν με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο 17ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε, όπως προκύπτει και από το υπ'αριθ. 12/8-4-2019 πρακτικό του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Οι 5η, 16ος, 19ος, 20η, 30η, 31η, 48η, 50η, 51η, 53η, 54η, 59η, 65ος, 66η, 67η, 68η, 70η, 71ος και 74ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.(ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 754/2014) . Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του αρθρ. 226§4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ. 575§1εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση, νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 1507/2014) . Αν δε στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσαα υπ' αριθμ. 7550Δ/02.7.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α. Φ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας νομίμως και εμπροθέσμως προς τους 5η, 16ο, 19ο, 20°Α, 30η, 31η, 48η , 50η, 51η, 53η, 54η , 59η, 65ου, 66η , 67η , 68η , 70η ,71ου , 74ου των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-4-2019, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρα 568 παρ. 4 εδ.
α' και 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου , από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, οι υπ' αριθμ. 17 (α και β) των αναιρεσιβλήτων α) Α. θυγ. Κ. Κ. και β) Κ.- Σ. Ζ. με την ιδιότητα τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Τ.
Ζ., ιδιότητα την οποία δεν αμφισβητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δεν εμφανίστηκαν, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη. Πλην όμως, ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύει την χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση τούτων, κατά τη δικάσιμο της 8-4-2019 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο με συνέπεια η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο να μην ισχύει ως κλήτευση των απολειπόμενων κατ' αυτή διαδίκων.
Κατ' ακολουθία τούτων, αφού δεν αποδεικνύεται ότι κλητεύθηκαν από την αναιρεσείουσα να εμφανιστούν στην παρούσα δικάσιμο, και ενόψει του ότι στη προκειμένη περίπτωση πρόκειται για απλή ομοδικία πρέπει να χωρισθεί η εκδίκαση της υπόθεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους διαδίκους αυτούς.
Περαιτέρω, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (αρθρ. 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.
Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής (ΑΠ 1895/2008, ΑΠ 11/2006).
Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 361 Α.Κ., μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος των, τα εξής: ": Άπαντες οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τυγχάνουν συνταξιούχοι υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και...
ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.)", που αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμόν 6758/31.12.1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... και προήλθε από τη συνένωση και ενοποίηση των άλλοτε αυτοτελών Συλλόγων Υπαλλήλων (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.), Επιστημονικού Προσωπικού:
ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ) και Γεωτεχνικών Επιστημόνων ΑΤΕ (ΣΓΕΑΤΕ). Ήδη, κατόπιν νέας τροποποίησης του καταστατικού του, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 653/04.0202013 διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την ενοποίηση των συλλόγων των δύο τραπεζών Αγροτικής και Πειραιώς, μετονομάσθηκε με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Αγροτικής - Πειραιώς (ΣΕΤΑΠ)".
Σκοπός του σωματείου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα, η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθεια τους (όρος 3 παρ. 1, στοιχείο I)...
Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του καταστατικού του υπό τον τίτλο "οικονομική ενίσχυση εξερχόμενων μελών" προβλέφθηκαν τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2)... 3)...
και 4)... Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό... ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β).
Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους Συλλόγων τους"... Στο πλαίσιο της υλοποίησης της υπό στοιχείο ΣΤ περίπτωσης του άρθρου 16 του καταστατικού του, ο δικαιοπάροχος του πρώτου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντος, ήτοι το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.) (εφεξής: "συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των λοιπών δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΕΑΤΕ"), συνήψε με τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (εφεξής: "η εταιρεία") την υπ' αριθμόν …/….05.1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής συμβόλαιο με αριθμό …/1985), με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις της και με ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 14.05.1985.
Αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1). Με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης, θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, απέσυρε από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στο δικαιούχο, αφού προηγουμένως το σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρεία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού.
Στον προρρηθέντα Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας που συνοδεύει την ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι ασφαλισμένοι ως μέλη του πρώην Σ.Υ.Α.Τ.Ε. και ήδη Σ.Ε.Τ.Α.Π., κατά τα εκτεθέντα, ορίζονται ειδικότερα τα εξής: ΠΑΡΟΧΕΣ: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται παροχής εφάπαξ την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, με σύνταξη γήρατος.
Το ποσό της παροχής αυτής είναι ίσο με 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού (ήτοι ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν από τη συνταξιοδότηση, που δηλώνει το συμβαλλόμενο σωματείο στην εταιρεία) επί τη συντάξιμη υπηρεσία (ήτοι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψης στο Σ.Υ.Α.Τ.Ε.
μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης από τον κύριό ασφαλιστικό φορέα, όχι μεγαλύτερο των 35 ετών). Το ποσό αυτό καταβάλλεται εφάπαξ στον ασφαλισμένο κατά την ημερομηνία της συνταξιοδότησής του". Προσθέτως, το υπ' αριθμόν 1 άρθρο της επίμαχης σύμβασης με τον τίτλο "Γενικές διατάξεις" όριζε ότι: "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλόμενου", δηλαδή χρηματοδοτείτο από τα συσσωρευμένα αποθεματικά από το παρακρατηθέν ποσοστό (ήμισυ του 1%) των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας τους, και ότι "...
ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου έχει σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων) που είναι απαραίτητες για την καταβολή των παροχών που καθορίζονται στο Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας... Ο Συμβαλλόμενος δίνει το δικαίωμα στην Εταιρεία να αποσύρει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου τα ποσά που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών.
Οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής". Ο ανωτέρω όρος διακηρύσσει την υπέρ τρίτου δικαιούχου - ασφαλισμένου ενέργεια της σύμβασης και θεμελιώνει την ευθεία αξίωσή του εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας για τη διεκδίκηση της δικαιούμενης εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης.
Το δικαίωμα προσδοκίας κάθε ασφαλισμένου μετατρέπεται σε αξίωση καταβολής του συμφωνημένου κεφαλαίου, ως ασφαλιστικής αποζημίωσης, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση συνιστάμενη στην ένδικη υπόθεση στο χρόνο συνταξιοδότησής του. Η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε υπέρ των εργαζομένων-μελών του Συλλόγου, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, γεννά υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίες πρέπει να εκπληρωθούν ευθέως προς τους ασφαλισμένους (άρθρα 411, 412 ΑΚ).
Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή την παροχή, στρεφόμενος κατ' αυτού απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 411 ΑΚ. Το δε έννομο συμφέρον των ασφαλισμένων θεμελιώνεται στο ασφάλιστρο, που καταβάλλει για λογαριασμό τους το σωματείο, με χρήματα των μελών του.
Όλα τα δικαιώματα των ασφαλισμένων απορρέουν από το ασφαλιστήριο και συνεπώς η ασφαλιστική εταιρεία δύναται να προβάλει κατά των ασφαλισμένων τις τυχόν υπάρχουσες κατά του συμβαλλομένου σωματείου ενστάσεις. Ως εκ τούτου, έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα κατά της υποσχεθείσας ασφαλιστικής εταιρείας-δεύτερης των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας, από τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συνέπιπτε με τη συνταξιοδότησή του, επί της εφάπαξ παροχής και νομιμοποιείται να στραφεί ευθέως κατ' αυτής προς διεκδίκηση της επίμαχης παροχής.
Περαιτέρω, το άρθρο 2 της επίμαχης σύμβασης όριζε ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου ανοίγεται κατά την ημερομηνία που θα πραγματοποιηθεί η πρώτη καταβολή του συμβαλλόμενου προς την εταιρεία (2.1), ότι κάθε εισφορά που καταβάλλεται από το συμβαλλόμενο στην εταιρεία πιστώνεται στον λογαριασμό την ίδια ακριβώς ημέρα της καταβολής (2.2), ότι οι τόκοι πιστώνονται στο λογαριασμό στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους (2.3), ότι στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους η εταιρεία συντάσσει έκθεση για την κατάσταση του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, που περιλαμβάνει σε πίστωση α) το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, β) τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το συμβαλλόμενο στην εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 κατά τη διάρκεια του έτους και γ) τους τόκους του κεφαλαίου που υπολογίσθηκαν από την εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 και σε χρέωση α) τα ποσά που αναλήφθηκαν από το κεφάλαιο για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, β) τα έξοδα διαχείρισης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 4, γ) οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους, δ) τις προμήθειες που καταβλήθηκαν και ε) τους τόκους για τα ποσά που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό (2.4) και ότι τα υπόλοιπο κάθε στιγμή μεταξύ πίστωσης και χρέωσης καθορίζει το ύψος του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κατά τη στιγμή αυτή.
Επιπλέον, το άρθρο 3 της ίδιας σύμβασης όριζε ότι στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους ο συμβαλλόμενος διαβιβάζει προς την εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα, ότι η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει τον αριθμό μητρώου του ασφαλισμένου, τα στοιχεία ταυτότητας, την ημερομηνία πρόσληψης στην υπηρεσία, τις μηνιαίες αποδοχές και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με τις ειδικές περιπτώσεις του προγράμματος (3.1.1), ότι με βάση τις παραπάνω πληροφορίες η εταιρεία καθορίζει το ποσό της εισφοράς την οποία όφειλε:
να καταβάλει ο συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, ότι η εισφορά αυτή υπολογίζεται με βάση ης υποθέσεις που προτείνονται από την εταιρεία και αυτές που εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Εμπορίου και αναφέρονται στο Παράρτημα Α αυτού του συμβολαίου (3.1.2.), ότι κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του κεφαλαίου, ότι οι διαφορές που δυνατόν να διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας (3.1.3) ...
ότι η εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κάθε στιγμή, ότι η εταιρεία εγγυάται την καταβολή της σύνταξης εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό προνοίας του προγράμματος αναλαμβάνοντας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το μικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τις εγκεκριμένες από το Υπουργείο Εμπορίου κατά την ημερομηνία της αποχώρησης, ότι εάν η εταιρεία διαπιστώσει ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής οφείλει να ενημερώσει για αυτό το συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του λογαριασμού και ότι δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την εταιρεία εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής (3.3).
Προσέτι, στο άρθρο 5 της ίδιας σύμβασης ορίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου αυτού ο συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος σε διάστημα όχι λιγότερο από δεκαπέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία που θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής κάθε εργαζόμενου, ο οποίος δικαιούται παροχής σύμφωνα με διατάξεις του προγράμματος, να το γνωστοποιήσει στην εταιρεία....και ότι η εταιρεία δεν έχει καμία υποχρέωση για καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, αν δεν λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη τη γνωστοποίηση (5.2).
Περαιτέρω, το άρθρο 6 της ίδιας σύμβασης όριζε ότι με τη λήψη μίας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η εταιρεία αναλαμβάνει από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνα με του όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση (6.1) ...
Στο άρθρο 7 της επίμαχης σύμβασης, δε, ορίσθηκε ότι ο συμβαλλόμενος μπορεί να καταγγείλει το συμβόλαιο στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους ...και ότι η εταιρεία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το συμβόλαιο οποιαδήποτε στιγμή με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στο συμβαλλόμενο εφόσον συμβεί μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις α) εάν ο συμβαλλόμενος δεν πραγματοποιεί υπέρ του κεφαλαίου σύμφωνα με τις παροχές που προβλέπονται στο συνημμένο πρόγραμμα πρόνοιας την καταβολή των εισφορών όπως καθορίζονται και απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και β) αν ο συμβαλλόμενος αρνηθεί να αποδεχθεί τις τροποποιήσεις τις οποίες κρίνει η εταιρεία ότι πρέπει να επιφέρει στο παρόν συμβόλαιο σε περίπτωση τροποποίησης του προγράμματος προνοίας και εισηγείται σε αυτόν (7.2)....Εξάλλου με βάση τον προειρημένο υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού του σωματείου το τελευταίο ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση προς έκαστο δικαιούχο μέλος του, όπως καταβάλει σε αυτόν την οριζομένη σε αυτόν τον όρο οικονομική ενίσχυση ως εφάπαξ βοήθημα κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και δη κατά τη συνταξιοδότησή του. (Ακολουθούν σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορούν την απόρριψη της εφέσεως του πρώτου εναγομένου (σωματείου) που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, αφού αυτό δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη)....
Επομένως, το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι των μελών του για την καταβολή της επίμαχης οικονομικής ενίσχυσης και ουδόλως απαλλάχθηκε από αυτήν μετά από τη σύναψη της προειρημένης σύμβασης με την ασφαλιστική εταιρεία. Εντεύθεν, το ίδιο ευθύνεται για την καταβολή αυτής έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και ο ως άνω πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης του εκκαλούντος και οι ως άνω διαλαμβανόμενοι σε αυτόν ισχυρισμοί του εκκαλούντος τυγχάνουν απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Προσθέτως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον ανωτέρω υπό στοιχείο II) νομικό συλλογισμό, η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνεται εκ της επίδικης σύμβασης έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων για την καταβολή εφάπαξ παροχής ποσοστού 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας εκάστου ασφαλισμένου, ο οποίος απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό σχετικό δικαίωμα κατ' αυτής από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του.
Το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνονται έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων εις ολόκληρον στην καταβολή της παροχής, η καταβολή της μίας από αυτές αποκλείει την καταβολή και της ετέρας παροχής, εφόσον είναι ισόποσες, και στην περίπτωση, κατά την οποία η οφειλόμενη παροχή ενός των εναγομένων είναι μικρότερη από την οφειλόμενη παροχή του ετέρου εξ αυτών, έκαστος των εναγόντων διατηρεί την απαίτησή του για την καταβολή της διαφοράς έναντι του άλλου των εναγομένων, για τον οποίο η οφειλόμενη παροχή παραμένει μεγαλύτερη με βάση τους προρρηθέντες βάσει του καταστατικού (άρθρο 16 στοιχείο Α) και τους όρους της σύμβασης υπολογισμούς.
Η ύπαρξη της εις ολόκληρον ενοχής των εναγομένων εδράζεται στο ότι στην ένδικη υπόθεση υφίστανται περισσότεροι οφειλέτες έναντι των εναγόντων, υφίσταται ταυτότητα παροχής συντρεχούσης της ενότητας του σκοπού της επίδικης παροχής και έκαστος των συνοφειλετών υποχρεούται με βάση την εκτεθείσα ευθύνη του σε καταβολή ολόκληρης της παροχής στους ενάγοντες και οι τελευταίοι δικαιούνται σε απαίτηση της παροχής μία φορά καθ' ο μέρος αυτή είναι ισόποση για αμφοτέρους τους εναγομένους, σημειουμένου ότι η ύπαρξη της ταυτότητας της παροχής δεν προϋποθέτει αναγκαίως ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου γέννησής της...Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά τη συνταξιοδότηση εκάστου των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν δεν εκπλήρωσε την ως άνω απορρέουσα εκ του καταστατικού του υποχρέωση για την καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα εκ της επίδικης σύμβασης υποχρέωση για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, με αποτέλεσμα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων να δικαιούται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων αναλόγως των ετών υπηρεσίας του ως την συνταξιοδότησή του και των μεικτών μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών δικαιούται να λάβει από το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και από τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα τα ακόλουθα ποσά: (Ακολουθεί αναλυτικός υπολογισμός των απαιτήσεων κάθε ενάγοντα έναντι εκάστου των εναγομένων)...
Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρο στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 5435,06 ευρώ, στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 6680,46 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 5005,94 ευρώ, στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 5193,04 ευρώ, στην πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 3531,72 ευρώ, στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 4274,86€, στην έβδομη εξ αυτών το ποσό των 5671,06 ευρώ, στην όγδοη εξ αυτών το ποσό των 5803,64 ευρώ, στην ένατη εξ αυτών το ποσό των 4703,48 ευρώ, στη δέκατη εξ αυτών το ποσό των 6039,83 ευρώ, στην ενδέκατη εξ αυτών το ποσό των 6.902,80 ευρώ, στη δωδέκατη εξ αυτών το ποσό των 3781,78 ευρώ, στη δέκατη τρίτη εξ αυτών το ποσό των 6905,52 ευρώ, στη δέκατη τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 8542,68 ευρώ, στον δέκατο πέμπτο εξ αυτών 5566,57 ευρώ, στον δέκατο έκτο εξ αυτών το ποσό των 3636,96 ευρώ, στον δέκατο έβδομο εξ αυτών το ποσό των 5450,30 ευρώ, στη δέκατη όγδοη εξ αυτών το ποσό των 4816,81 ευρώ, στον δέκατο ένατο εξ αυτών το ποσό των 5482,73 ευρώ, στην εικοστή εξ αυτών το ποσό των 5815,08€, στον εικοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 4718,90 ευρώ, στην εικοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 5289,18 ευρώ, στην εικοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 3631,84 ευρώ, στον εικοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 7603,44 ευρώ, στην εικοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 6089,48 ευρώ, στην εικοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 4636,65 ευρώ, στον εικοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 7534 ευρώ, στον εικοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6091,91 ευρώ, στην εικοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 4561,54 ευρώ, στην τριακοστή εξ αυτών το ποσό των 5857,12 ευρώ, στην τριακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 5293,07 ευρώ, στην τριακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 6050 ευρώ, στην τριακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 5056,74 ευρώ, στον τριακοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 8070,20 ευρώ, στην τριακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 4898,30 ευρώ, στον τριακοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 6867,62 ευρώ, στον τριακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 3574,63 ευρώ, στον τριακοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6833,03 ευρώ, στον τριακοστό ένατο εξ αυτών το ποσό των 6696,56 ευρώ, στην τεσσαρακοστή εξ αυτών το ποσό των 4934,90 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 6154,22 ευρώ, στην τεσσαρακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 4323,02 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 7072,74 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 3457,05 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 3893,58 ευρώ, στην τεσσαρακοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 4430,29 ευρώ, στον τεσσαρακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 7410,90 ευρώ, στην τεσσαρακοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 5328,94 ευρώ, στην τεσσαρακοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 4460,43 ευρώ, στην πεντηκοστή εξ αυτών το ποσό των 6525,79 ευρώ, στην πεντηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 6334,10 ευρώ, στην πεντηκοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 3679,83 ευρώ, στην πεντηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 7669,94 ευρώ, στην πεντηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 8237,92 ευρώ, στην πεντηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 6295,87 ευρώ, στον πεντηκοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 4006,94 ευρώ, στην πεντηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 6767,09 ευρώ, στον πεντηκοστό όγδοο εξ αυτών το ποσό των 6315,36 ευρώ, στην πεντηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 3496,39 ευρώ, στον εξηκοστό εξ αυτών το ποσό των 7514 ευρώ, στην εξηκοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 4500,99 ευρώ, στον εξηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 8257,18 ευρώ, στον εξηκοστό τρίτο εξ αυτών το ποσό των 4164,52 ευρώ, στην εξηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 6785,44 ευρώ, στον εξηκοστό πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 5384,43 ευρώ, στην εξηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 6217,15 ευρώ, στην εξηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 5661,20 ευρώ, στην εξηκοστή όγδοη εξ αυτών το ποσό των 3706,73 ευρώ, στην εξηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 7884,41 ευρώ, στην εβδομηκοστή εξ αυτών το ποσό των 7426,62 ευρώ, στον εβδομηκοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 3828,67 ευρώ, στον εβδομηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 4613,46 ευρώ, στην εβδομηκοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 5338,30 ευρώ, στον εβδομηκοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 8650,90 ευρώ, στην εβδομηκοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 4429,19 ευρώ, στην εβδομηκοστή έκτη εξ αυτών το ποσό των 6809,29 ευρώ και στην εβδομηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 8006,06 ευρώ...
Επιπλέον, η δεύτερη των εναγομένων οφείλει στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 842,43 ευρώ, στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 567,83 ευρώ, στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 313,49 ευρώ, στην έβδομη εξ αυτών το ποσό των 1077,50 ευρώ, στην όγδοη εξ αυτών το ποσό των 290,18 ευρώ, στην ένατη εξ αυτών το ποσό των 235,17 ευρώ, στην ενδέκατη εξ αυτών το ποσό των 586,73 ευρώ, στη δωδέκατη εξ αυτών το ποσό των 277,33 ευρώ, στη δέκατη τρίτη εξ αυτών το ποσό των 345,27 ευρώ, στη δέκατη τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 1324,11 ευρώ, στον δέκατο έκτο εξ αυτών το ποσό των 266,71 ευρώ, στον δέκατο έβδομο εξ αυτών το ποσό των 654,03 ευρώ, στον εικοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 731,42 ευρώ, στην εικοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 79,33 ευρώ, στον εικοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 2509,13 ευρώ, στην εικοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 304,47 ευρώ, στον εικοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 640,39 ευρώ, στην εικοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 121,64 ευρώ, στην τριακοστή εξ αυτών το ποσό των 87,85 ευρώ, στην τριακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 302,50 ευρώ, στον τριακοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 403,51 ευρώ, στην τριακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 73,47 ευρώ, στον τριακοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 1785,58 ευρώ, στην τεσσαρακοστή εξ αυτών το ποσό των 419,46 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πρώτη εξ αυτών το ποσό των 738,50 ευρώ, στην τεσσαρακοστή δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 216,15 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τρίτη εξ αυτών το ποσό των 848,72 ευρώ, στην τεσσαρακοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 92,18 ευρώ, στην τεσσαρακοστή πέμπτη εξ αυτών το ποσό των 194,67 ευρώ, στον τεσσαρακοστό έβδομο εξ αυτών το ποσό των 1667,45 ευρώ, στον πεντηκοστό έκτο εξ αυτών το ποσό των 200,34 ευρώ, στην πεντηκοστή ένατη εξ αυτών το ποσό των 256,40 ευρώ, στον εξηκοστό εξ αυτών το ποσό των 1953,64 ευρώ, στον εξηκοστό δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 1918,61 ευρώ, στην εξηκοστή τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 1764,21 ευρώ, στην εξηκοστή έβδομη εξ αυτών το ποσό των 877,48 ευρώ, στην εβδομηκοστή εξ αυτών το ποσό των 111,39 ευρώ, στον εβδομηκοστό πρώτο εξ αυτών το ποσό των 280,77 ευρώ και στον εβδομηκοστό τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 1946,45 ευρώ.
Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι ο υπολογισμός και το ύψος απάντων των προειρημένων ποσών, τα οποία επιδικάσθηκαν και με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αμφισβητούνται ειδικώς και δεν προσβάλλονται με σχετικό λόγο έφεσης από έκαστο των εκκαλούντων. Εξάλλου, εντός του έτους 2011 η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου …/...02.2011 επιστολή της, με την οποία διαβίβασε σε αυτό το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου …/….12.2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Αναλογιστικής και Υποστήριξης έργων Φερεγγυότητας.
Με το προαναφερόμενο από 08.12.2010 έγγραφο η μνησθείσα Υποδιεύθυνση της δεύτερης των εναγομένων ανέφερε ότι στο πλαίσιο της αναλογιστικής αποτίμησης, μεταξύ άλλων, της επίδικης σύμβασης, διενήργησε αναλογιστική μελέτη με ημερομηνία 31.12.2009, ότι σύμφωνα με την τελευταία αναφορικά με την επίδικη υπ' αριθμόν …/1985 σύμβαση το ποσό των συσσωρευμένων υποχρεώσεων αυτού του συμβολαίου με ημερομηνία 31.12.2009 ανέρχεται σε 4.431.000 ευρώ περίπου, ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης του συμβολαίου ανέχεται σε μηδέν ευρώ, ότι ο λογαριασμός διαχείρισης του συμβολαίου είναι ανεπαρκής και ότι με βάση τα αποτελέσματα αυτά η ασφαλιστική εταιρεία εισηγείται την καταβολή έκτακτης εισφοράς ύψους 4.431.000 ευρώ για τον εν λόγω λογαριασμό.
Ακολούθως, η δεύτερη των εναγομένων απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την από 24.10.2012 επιστολή της, με την οποία ζητούσε από αυτό - σε συνέχεια της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου …/….02.2011 επιστολής της, με την οποία κοινοποίησε σε αυτό την προαναφερόμενη αναλογιστική μελέτη - να της γνωστοποιήσει άμεσα τις προθέσεις του για την καταβολή έκτακτης εισφοράς ποσού 4.431.000 ευρώ και στην οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση που δεν καταβληθεί η έκτακτη εισφορά το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα ακυρωθεί στις 31.12.2012 σύμφωνα με το άρθρο 7.2 του Γενικών Όρων Ασφάλισης.
Στη συνέχεια, λόγω του ότι το σωματείο δεν απάντησε στην ως άνω εισήγηση της ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή έκτακτης εισφοράς, η τελευταία προέβη με το από 22.01.2013 έγγραφο της στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, η οποία επιδόθηκε στο σωματείο στις 24.01.2013 συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμό 2104/24.01.2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Τ.. Κατά το χρόνο, δε, της καταγγελίας, ήτοι στις 24.01.2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης ανερχόταν στο ποσό των 6.787,35 ευρώ.... Από τα προειρημένα συνάγεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της. Ειδικότερα, ελλείψει επίκλησης και προσκομιδής οιουδήποτε σχετικού εγγράφου από μέρους της δεύτερης των εναγομένων, δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους συνέτασσε έκθεση για την κατάσταση του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου περιλαμβάνουσα, μεταξύ άλλων, το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν 2.4 ως άνω όρο της σύμβασης, προκειμένου να είναι σε θέση να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση του λογαριασμού και την επάρκεια αυτού.
Επιπλέον, η ίδια ουδόλως επανεξέτασε, σύμφωνα με το άρθρο 3.1.3 της σύμβασης, κάθε έτος τους υπολογισμούς για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του κεφαλαίου, έτσι ώστε οι διαφορές, που θα διαπιστώνονταν, θα μπορούσαν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς, προκειμένου να διατηρηθεί η επάρκεια του λογαριασμού σύμφωνα με το άρθρο 3.3 της σύμβασης και προκειμένου ανά τακτικά κατ' έτος χρονικά διαστήματα να πραγματοποιούνται οι αναγκαίες και εφικτές ενέργειες για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Τουναντίον, η ίδια προέβη μόλις στις 31.12.2009 στη σύνταξη της ως άνω αναλογιστικής μελέτης, οπότε και ήδη η κατάσταση του λογαριασμού είχε καταστεί άκρως δυσμενής, και η ίδια γνωστοποίησε αυτή τη μελέτη στο σωματείο πολύ αργότερα με την από 10.02.2011 επιστολή της, οπότε και εισηγήθηκε σε αυτό την καταβολή του ως άνω μεγάλου ποσού ως έκτακτη εισφορά.
Συνέπεια της επί σειρά ετών παραβίασης των ως άνω υποχρεώσεών της ήταν η απώλεια της δυνατότητας της τακτικής παρακολούθησης της πραγματικής κατάστασης του λογαριασμού και της έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεπάρκειας. Εντεύθεν, η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική υποχρέωση της, με την οποία εγγυήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού κάθε στιγμή και με την οποία εγγυήθηκε την καταβολή της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 3.3.
της σύμβασης, και με τις προαναφερόμενες παραλείψεις της έθεσε σε κίνδυνο τα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Ταυτοχρόνως, ενώ ήδη από το τέλος του έτους 2009 η ίδια γνώριζε την ως άνω πραγματική κατάσταση του λογαριασμού, δεν ενημέρωσε εγκαίρως το σωματείο και δεν προέβη εγκαίρως στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης, ως όφειλε.
Επομένως, η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις απορρέουσες από τα άρθρα 2.4, 3.1.3, 3.3. και 7 της σύμβασης υποχρεώσεις της. Εφόσον, δε, η σύμβαση ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και δη κατά τους προαναφερόμενους για έκαστο των εναγόντων χρόνους συνταξιοδότησης και συνακόλουθα της υποχρέωσης της ίδιας να καταβάλει την παροχή, η ίδια οφείλει να καταβάλει στους ασφαλισμένους ενάγοντες τα ως άνω προσδιορισθέντα ποσά.
Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάσθηκαν τα ανωτέρω ποσά, διότι η ίδια δεν ευθύνεται για την καταβολή των εν λόγω παροχών λόγω ανεπάρκειας του λογαριασμού, διότι η ευθύνη της περιορίζεται μέχρι το υπόλοιπο του λογαριασμού, διότι η ίδια εγγυήθηκε μόνον το υπόλοιπο του λογαριασμού κάθε στιγμή, διότι η επάρκεια του λογαριασμού αποτελούσε προϋπόθεση της καταβολής των παροχών και διότι η ανεπάρκεια του λογαριασμού δεν οφειλόταν στην ίδια αλλά στη μη αποδοχή από το σωματείο της πρότασής της για καταβολή εισφοράς ποσού 4.431.000 ευρώ, στην αθρόα έξοδο των μελών του σωματείου και στην παύση καταβολής των εισφορών των μελών του σωματείου στην ίδια.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιδικάσθηκαν τα ανωτέρω ποσά, διότι η ίδια εγγυήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον χρόνο αποχώρησης από την εργασία κάθε μέλους του συλλόγου. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο ισχυρισμός της περί του ότι η ίδια δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την αδυναμία της για την καταβολή των παροχών και την ανεπάρκεια του λογαριασμού, διότι το σωματείο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προτάσεις της ίδιας.
Με τον έκτο, δε, λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η υποβληθείσα ένστασή της περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 6.787,35 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού του υπολοίπου του λογαριασμού κατά τον χρόνο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης στις 24.01.2013.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά άπαντες οι προρρηθέντες λόγοι έφεσης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτούς ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία. Και αυτό, διότι, κατά τα εκτεθέντα, η ασφαλιστική εταιρεία παραβίασε τους ως άνω όρους της σύμβασης, η ίδια εγγυήθηκε την καταβολή της παροχής και δεν προέβη σε έγκαιρη καταγγελία της σύμβασης.
Προσέτι, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία διατείνεται ότι εσφαλμένως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι η ίδια οφείλει τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά για τους 3°, 4η, 5η, 6η , 7η, 8η , 9η, 11η , 12η, 13η 14η 15η , 18η 19ο , 20η, 21ο, 23η, 26η, 28°, 30η, 31η, 37°, 38°, 40η , 42η 44η, 45η , 49η, 52η, 55η , 56°, 57η, 58η , 59°, 60°, 61η, 62°, 63°, 64η , 68η, 69η, 70η , 74ου, 75η 76η , και 77η των εναγόντων, διότι το σωματείο δεν γνωστοποίησε στην ίδια προηγουμένως ότι αυτοί οι ενάγοντες ήταν δικαιούχοι των παροχών, τον χρόνο που κατέστησαν δικαιούχοι και τα στοιχεία υπολογισμού του ποσού της καταβλητέας παροχής παρά την ύπαρξη του σχετικού όρου στη σύμβαση και διότι η μη γνωστοποίηση αυτή και η μη παροχή από το σωματείο στοιχείων για τον προσδιορισμό των παροχών αποκλείουν να καταστούν απαιτητές οι αξιώσεις των προαναφερόμενων εφεσίβλητων κατ' άρθρο 371 ΑΚ και σημαίνουν ότι το σωματείο προέβη σε ανάκληση του δικαιώματος των εναγόντων αυτών κατ' άρθρο 412 ΑΚ.
Αυτός ο λόγος της έφεσης, καθ' μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον βασίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης της εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση του προρρηθέντος άρθρου, ενώ η διάταξη του άρθρου αυτού δεν είναι εφαρμοστέα με βάση τα ως άνω αναφερόμενα, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η προβλεπόμενη ασφαλιστική παροχή δεν ήταν αόριστη, δοθέντος ότι ο υπολογισμός της είχε σαφώς ορισθεί από τη σύμβαση, ήτοι είχε προσδιορισθεί σε ποσοστό 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τη συντάξιμη υπηρεσία, είχε, δε, απλώς ανατεθεί η γνωστοποίηση της συνταξιοδότησης στο σωματείο.
Προσέτι, ο ίδιος λόγος έφεσης ως προς τους λοιπούς διαλαμβανόμενους σε αυτόν ισχυρισμούς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, καθόσον, αφενός μεν σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, λόγω του χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, έκαστο μέλος του σωματείου και επομένως και ανωτέρω αναφερόμενοι ενάγοντες απέκτησε άμεσο δικαίωμα κατά της υποσχεθείσας ασφαλιστικής εταιρείας από τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συνέπιπτε με τη συνταξιοδότησή του, αφετέρου δε εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι το σωματείο ως δέκτης της υπόσχεσης προέβη σε μονομερή δήλωση βούλησης ανάκλησης, η οποία απευθύνθηκε στην υποσχεθείσα ασφαλιστική εταιρεία πριν από τη δήλωση για την κτήση του δικαιώματος των ανωτέρω εναγόντων και πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 και 33 του ν. 2496/1997, 13 κεφ.
VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, 209, 414 και 342 του Α.Κ. και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Τούτο δε, διότι, ενώ δέχθηκε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της συναφθείσας συμβάσεως, θα τηρούσε λογαριασμό καταθέσεως των ασφαλίστρων από τον οποίο και μόνον θα αντλούσε τα εφάπαξ καταβαλλόμενα στους συνταξιοδοτουμένους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, χρηματικά ποσά, η επάρκεια δε του λογαριασμού τούτου είχε τεθεί ως αίρεση για την γέννηση της αντιστοίχου αξιώσεως, επί πλέον δε, ότι το υπάρχον στο λογαριασμό υπόλοιπο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων και δεν συμπληρώθηκε, παρά τις δέκα (10) έγγραφες οχλήσεις της αναιρεσείουσας, με οποιοδήποτε ποσό από τον έχοντα την υποχρέωση αυτή κατά νόμο και κατά τη σύμβαση συμβληθέντα εργοδότη των αναιρεσιβλήτων και τέλος ότι στην σύμβαση υπάρχουν όροι, σύμφωνα με τους οποίους η διάρκεια και η λειτουργία της συμβάσεως εξαρτάται από την καταβολή των ασφαλίστρων, και η ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) δεν εγγυάται την καταβολή ασφαλιστικών παροχών ούτε ότι ο Λογαριασμός θα επαρκεί οποτεδήποτε για την κάλυψη τοιούτων παροχών, παρά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα αιτούμενα ως εφάπαξ χρηματικά ποσά, με την αιτιολογία ότι η επίδικη σύμβαση παρέμεινε σε ισχύ, αφού δεν έλαβε χώρα έγγραφη καταγγελία αυτής από την αναιρεσείουσα, εκτιμώντας εσφαλμένως ότι η επίδικη σύμβαση έχει το χαρακτήρα συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως και εφαρμόζοντας εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 6 και 33 του ν. 2497/1997, ενώ πρόκειται για περίπτωση διαχειριστικής ασφαλίσεως, ήτοι επενδυτικής φύσεως εργασία, που δεν έχει σχέση με την ομαδική ασφάλιση, υπό την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως.
Επιπροσθέτως δε το Εφετείο, απέρριψε τον εκ του 342 Α.Κ. ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας εσφαλμένως, ενόψει των προεκτεθέντων, ως προς τον τρόπο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον επίδικο λογαριασμό ασφαλίστρων, λόγω της μη καλύψεως του ελλείμματος του από το επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΣΕΤΑΠ), παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της ιδίας, δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο αυτή δεν υπέχει ευθύνη, ώστε να απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής στους αναιρεσίβλητους, καθόσον εντάσσεται στη σφαίρα της δικής της επιρροής.
Επομένως οι αντίστοιχοι (πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως τυγχάνουν βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, καλυπτομένων από την αναιρετική εμβέλεια των δεκτών γενομένων τοιούτων. Συνακολούθως δε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παρα... στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζητήσεως, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 13/2004, ΑΠ 1631/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα- εναγομένη, με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 16.1.2020 προτάσεις της επικαλείται ότι στα πλαίσια εκούσιας εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες σε πλήρη εξόφληση αυτής, τα ακόλουθα ποσά: Α. Α. 8.500,51 ευρώ, Φ.
Α.-Μ. 9.815,10 ευρώ, Ι. Β. 6.778,67 ευρώ, Α. Β. 7.032,03 ευρώ, Α. Γ. 4.782,39 ευρώ,, Ε. Γ. 6.213,20 ευρώ, Ζ. Β. 9.138,40 ευρώ, Ε. Β. 8.251,80 ευρώ, Σ. Β.- Γ. 6.687,55 ευρώ, Φ. Γ.-Σ. 8.178,69, Ό. Γ. 10.141,76 ευρώ, Σ. Δ.-Α. 5.496,54 ευρώ, Ε. Δ.-Ρ. 9.818,48 ευρώ, Μ. Δ. 13.360,87 ευρώ, Α. Δ. 7.537,84 ευρώ, Κ. Δ. 5.286,06 ευρώ, Β. Ζ. 6.522,57 ευρώ, Ε. Η. 7.424,31 ευρώ, Δ. Θ. 7.874,35 ευρώ, Ε. Κ. 7.380,42 ευρώ, Α. Κ.-Β. 7.269,64 ευρώ, Ε.
Κ.-Κ. 4.917,97 ευρώ, Ι. Κ. 13693,69 ευρώ, Μ. Κ.-Μ. 8.658,21 ευρώ, Β. Κ. 6.278,61 ευρώ, Κ. Κ. 11.069,15 ευρώ, Π. Κ. 8.249,21 ευρώ, Α. Κ. Κ. 6.341,61 ευρώ, Σ. Κ. 8.050,24 ευρώ, Δ. Κ.-Δ. 7.167,48 ευρώ, Σ. Κ. 8.602,08 ευρώ, Α. Κ. Σ. 6.847,46 ευρώ, Γ. Λ. 11.474,47 ευρώ, Φ. Λ. 6.732,40 ευρώ, Π.-Δ. Λ. 11.717,52 ευρώ, Γ. Μ. 4.840,50 ευρώ, Ι. Μ. 9.252,78 ευρώ, Π. Μ. 9.067,98 ευρώ, Π. Μ. 7.250,48 ευρώ, Φ. Μ. 9.333,61 ευρώ, Δ. Μ.-Ψ. 6.146,61 ευρώ, Γ.
Μ. 10726,65 ευρώ, Α. Μ. 4.806,10 ευρώ, Ε. Μ. 5.536,00 ευρώ, Α. Μ. 5.999,17 ευρώ, Σ. Ν. 12.293,23 ευρώ, Ε. Ο. 7.216,05 ευρώ, Ε. Π. 6.039,98 ευρώ, Ε. Π. 8.836,74 ευρώ, Ε. Π. 8.557,17 ευρώ, Β. Π. 5.5800000,89 ευρώ, Ε. Π. 10.386,06 ευρώ, Ε. Π. 1.155,18 ευρώ, Μ. Π.-Τ. 8.525,40 ευρώ, Η. Π. 5.697,19 ευρώ, Σ. Π. 9.163,49 ευρώ, Γ. Π. 8.551,79 ευρώ, Δ. Π. 5.081,75 ευρώ, Γ. Ρ. 12.820,37 ευρώ, Α. Ρ. 6.094,91 ευρώ, Γ. Σ. 14.144,91 ευρώ, Δ.
Σ. 5.629,28 ευρώ, Β. Σ. 11.577,30 ευρώ, Ι. Σ. 7.291,19 ευρώ, Κ. Σ.-Σ. 8.418,80 ευρώ, Μ. Σ.-Τ. 8.854,19 ευρώ, Μ. Σ. Τ. 5.019,38 ευρώ, Χ. Τ. 10.676,,,48 ευρώ, Ε. Τ. 5.564,70 ευρώ, Π. Τ. 6.247,20 ευρώ, Ε. Τ. 7.22888,73 ευρώ, Μ. Φ.-Κ. 5997,68 ευρώ, Α. Χ. 9.220,63 ευρώ και Ε. Χ. 10.841,21 ευρώ νομιμοτόκως, από την επίδοση σ' αυτούς της αναιρετικής απόφασης. Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. 128/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (Τμήμα Αναστολών), απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, είναι νόμιμο. Επομένως, η ανωτέρω αίτηση, εφόσον προαποδεικνύεται, τόσο από την περιεχόμενη στο δικόγραφο της εκδικαζόμενης αιτήσεως, όσο και στις από 23.1.2020 ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου προτάσεις σχετική ομολογία των αντιδίκων της, αλλά και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, πρέπει να γίνει δεκτή κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-06/2018 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ.5205/2018 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και χωρίζει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσιβλήτους α) Α. θυγ. Κ. Κ. και β) Κ.- Σ. Ζ.
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Δέχεται το περιεχόμενο, στις από 16.01.2020 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτερέα κατάσταση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της πρωτοδίκου
αποφάσεως κατάσταση και υποχρεώνει τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, να αποδώσουν στην εναγομένη - αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσης χρηματικά ποσά, τα οποία έκαστος εξ αυτών εισέπραξε παρ' αυτής σε εκτέλεση της πρωτοδίκου αποφάσεως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης αποφάσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ