Legislator Case Law & Legislation
1201/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific substantive law violated.

Case Number 1201/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a bank dispute. The appellants argued the lower court misinterpreted evidence but failed to cite specific substantive laws or provide a clear legal basis for their claim. The court ruled that such an appeal is inadmissible because the grounds were too vague and did not meet the strict requirements for challenging substantive law violations.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact provision violated or demonstrate a clear error in its application.

Keywords

AI generated
substantive law violation inadmissible appeal vague grounds Code of Civil Procedure legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1399/2011
Supreme Court Case 159/2004
Supreme Court Case 10/2011
Supreme Court Case 32/1996
Supreme Court Case 695/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1201 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1201/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Κ. του Κ., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης Χ. Κ. του Κ., 2) Ι. Α. του Μ., 3) Ά. Α. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Καλλιόπη Μακρίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ευριπίδη Σουσούρα στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου των Τραπεζών "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, που ανακάλεσαν την από 18/5/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16294/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1878/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/6/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Kατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011,), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2.../2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001) Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο, με το να μη δεχθεί την αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, για αποζημίωσή τους από την ζημία, που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπραξία των προστηθέντων της και, επιρρίπτοντας σ' αυτούς το σύνολο της ευθύνης, ν' απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 300 του ΑΚ, παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 - 926 ΑΚ.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο παρατίθενται μόνο οι περιεχόμενες στις σελίδες 42 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης, επιλεγείσες από τους αναιρεσείοντες, αποσπασματικές παραδοχές της, και όχι, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη, οι πλήρεις αιτιολογίες της, σχετικά με τα κρίσιμα, εν προκειμένω, ζητήματα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Και τούτο, πέραν του ότι ο λόγος είναι και αντιφατικός, αφού οι αναιρεσείοντες, ενώ μέμφονται το Εφετείο ότι δεν αναγνώρισε την αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, από σχέση προστήσεως, για αποζημίωσή τους, υποστηρίζουν, ταυτόχρονα, ότι απέρριψε την αγωγή τους, εφαρμόζοντας το άρθρο 300 του ΑΚ, του οποίου η εφαρμογή, όμως, προϋποθέτει κατάφαση της υποχρέωσης του ζημιώσαντος για αποζημίωση του ζημιωθέντα, η οποία προσδιορίζεται λαμβανομένης υπόψη της συμβολής του τελευταίου στην ζημία του ή την έκτασή της.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας, προφανώς, εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 319/2017, 1721/2014, 760/2013.

ΑΠ 374/2012, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005) Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη, ισχυριζόμενοι ότι έλαβε υπόψη του "πράγματα", που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα.

Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι ενώ η αναιρεσίβλητη δεν είχε προτείνει, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο έφεσης στο Εφετείο, τον ισχυρισμό περί τοκογλυφικών συναλλαγών μεταξύ αυτών (αναιρεσειόντων) και της, προστηθείσας, συνεργάτιδός της δικηγόρου, Π. Κ., εντούτοις, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η προαναφερθείσα λειτουργούσε μια παρατράπεζα με τεράστιο κύκλο εργασιών, παρέχοντας τοκογλυφικά επιτόκια, που κυμαίνονταν περί το 50%, με επιταγές, εξουσιοδοτήσεις, αποδείξεις δεσμευμένης κατάθεσης κλπ., ότι στην παρατράπεζα αυτή συμμετείχαν και οι αναιρεσείοντες, λαμβάνοντες επιτόκια, που άγγιζαν και ξεπερνούσαν το 50% και ενίοτε έφθαναν το 77%, ετησίως, με συνέπεια ν' απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τους.

Ο λόγος όμως αυτός, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στα παραπάνω περιστατικά, δεν ιδρύεται και, συνακόλουθα, κρίνεται απορριπτέος, αφού αυτά δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά (περιστατικά) προκύψαντα από τις αποδείξεις, στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, αμυνόμενη κατά της ένδικης αγωγής.

ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/12, 176/11, 1/08).

Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ισχυριζόμενοι ότι η αναιρεσιβαλλομένη, προκειμένου ν' απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία περί τούτου απόδειξη, ότι η Π. Κ. (συνεργάτης δικηγόρος της αναιρεσίβλητης), διενεργούσε τοκογλυφικές συναλλαγές, πυραμιδικής μορφής, με την χρήση μεταχρονολογημένων επιταγών, ομολόγων ανυπάρκτων εταιρειών, σημειωμάτων απόδοσης (υποτιθέμενης) δεσμευμένης κατάθεσης στην ΕΚΤΕ κλπ.

Ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντες γνώριζαν ότι η προαναφερθείσα δεν ενεργούσε ούτε ως διαμεσολαβούσα για τη σύναψη τραπεζικών συναλλαγών τους με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ούτε ως δήθεν διαχειρίστρια οποιουδήποτε επενδυτικού προγράμματος της τελευταίας. Και, τέλος, πάλι χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι τα τραπεζικά γραμμάτια που προσεκόμισαν (χωρίς και να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η ταυτότητά τους) συντάχθηκαν μεταγενέστερα της απάτης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και, συνεπώς, κρίνεται απορριπτέος, αφού τα ως άνω περιστατικά, επί των οποίων επιχειρείται η θεμελίωσή του, συνιστούν αρνητικούς αγωγικούς ισχυρισμούς και όχι "πράγματα". Πέραν και της αβασιμότητάς του, διότι όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σ' αυτή μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, περί απορρίψεως, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της ένδικης αγωγής και δη τις: "...καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια...".

IV. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και ενώπιόν του, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και ειδικότερα:

1) τις αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Α' τμήμα) με αριθ. 2144-5/2010, 587/2014, 2285, 2287 και 2288/2010, 960/2015, 558/2014, 2780/2014, 130/2013, 1912/2015, που δέχθηκαν αγωγές τρίτων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας και τους επιδίκασαν αποζημιώσεις, συνεπεία εξαπάτησής τους από τους προστηθέντες της

2) τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθ. 5267/2015, 13839/2014, 16701/2014.

3) Το από 6-11-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 7.730.000 δρχ. (απόδοση: 8.230.000 δρχ.) με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Ά. και Α. Ι.,

4) Το από 6-8-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 7.230.000 δρχ. (απόδοση 7.730.000 δρχ.) στο όνομα των ίδιων δικαιούχων,

5) Το από 6-5-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 6.380.000 δρχ. στο όνομα των ίδιων δικαιούχων.

6) Το από 6-2-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 6.000.000 δρχ., στο όνομα των ίδιων δικαιούχων.

7) Το από 6-11-94 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 5.640.000 δρχ.(απόδοση 6.000.000 δρχ.) στο όνομα των ίδιων δικαιούχων,

8) Το από 6-8-94 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 5.270.000 δρχ.(απόδοση 5.640.000 δρχ.) στο όνομα των ίδιων δικαιούχων.

9) Το από 6-5-94 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 4.920.000 δρχ.(απόδοση 5.270.000 δρχ.) στο όνομα των ίδιων δικαιούχων.

10) Το από 23-11-94 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 320 USD και 2.000 DM με δικαιούχους Κ. Θ. και Μ. Ό..

11)Το από 25-5-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 340 USD και 2.230 DM με δικαιούχους Κ. Θ. και Μ. Ό.. 1

2) Το από 25-11-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 365 USD και 2.260 DM με δικαιούχους Κ. Θ. και Μ. Ό..

13) Το από 6-1-96 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 4.420 DM (απόδοση :4.530 DM) με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

14) Το από 6-7-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 4.280 DM (απόδοση:4.420 DM) με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

15) Το από 6-4-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 4.140 DM (απόδοση :4.280 DM) με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

16) Το από 6-1-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 3.920 DM (απόδοση :4.140 DM) με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

17) Την από 18-9-95 πλαστή "Εξουσιοδότηση" της Ε.Κ.Τ.Ε. για ποσόν 24.200.000 δρχ. στα ονόματα των Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

18) Το από 22-11-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 705 USD με δικαιούχους Κ. Θ., Α. Α. και Α. Ι..

19) Το από 10-11-95 πλαστό "Σημείωμα Απόδοσης Δεσμευμένης κατάθεσης" της Ε.Κ.Τ.Ε., για ποσόν 1.300 USD με δικαιούχους Κ. Χ. και Κ. Κ..

20) Την από 18-12-95 πλαστή "Εξουσιοδότηση" της Ε.Κ.Τ.Ε. για ποσόν 10.375.000 δρχ. στα ονόματα των Κ. Χ. και Κ. Κ..

21) Την από 27-3- 96 Εμπιστευτική Έκθεση των Επιθεωρητών της (ΕΚΤΕ).

22) τριάντα οκτώ (38) τελεσίδικες αποφάσεις του πολιτικού Εφετείου Θεσ/νίκης (Α' Τμήμα), ήτοι τις υπ' αριθμούς: 1912/2015, 1399/2015, 960/2015, 530/2015, 608/2015, 2780/2014, 2621/2014, 2398/2014, 2530/2014, 2531/2014, 2082/2014, 2084/2014, 1919/2014, 1920/2014, 1921/2014, 1922/2014, 1652/2014, 1653/2014, 1654/2014, 558/2014, 1765/2013, 1713/2013, 1386/2012, 341/2012, 342/2012, 343/2012, 1512/2011, 1513/2011, 848/2011, 849/2011, 855/2011, 2285/2010, 2287/2010, 2288/2010, 2143/2010, 2145/2010, 1616/2009, 1654/2009, 1656/2009, με τις οποίες, επίσης, έγιναν δεκτές αγωγές τρίτων κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και επιδικάσθηκαν σ' αυτούς αποζημιώσεις, λόγω της εξαπάτησής τους από τους ίδιους προστηθέντες της τελευταίας.

23) Το με ημερομ. 11-3-96 Εμπιστ. Υπηρεσιακό Σημείωμα των Επιθεωρητών της ΕΣΤΕ.

24) Το υπ' αριθ. …7/11-3-96 προσκομισθέν και επικαλούμενο Υπηρεσιακό Σημείωμα του Επιθεωρητού της ΕΣΤΕ Α. Κ. προς τον Πρόεδρο της Τράπεζας, με συνημμένο το υπ' αριθ. 11/11-3-96 Εμπιστευτικό Σημείωμα του ιδίου Επιθεωρητού και του Βοηθού Επιθεωρητού κ. Θαν. Τσουραπά.

25) Το από 7-2-96 Υπηρεσιακό (ιδιόγραφο) Μνημόνιο των αυτών Επιθεωρητών της ΕΣΤΕ.

26) Την με αριθ. 753/2010 απόφαση του (πολιτικού) Εφετείου Θεσ/νίκης. Και,

27) τις αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθμ.: 260/14, 848, 849 και 855/11, 130/13, 1070/14, 1.397/13, 1765/13, 464, 465/12, 2780/14, 1652-3- 4/14, 1019/14, και 16.578/14, 9769/13 Μονομ. Πρωτ. Θεσ/νίκης, που και αυτές δέχθηκαν αγωγές εξαπατηθέντων τρίτων κατά της αναιρεσίβλητης .

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και, επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι, από την γενική βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι ελήφθησαν υπόψη: "...όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια...", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο, απορριπτικό της ένδικης αγωγής, αποδεικτικό του, πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά.

Πέραν, βεβαίως, του ότι μερικά από αυτά, όπως τα ως άνω επικαλούμενα, από τους αναιρεσείοντες, πλαστά έγγραφα, ειδικώς τα μνημονεύει, πλην όμως τα αξιολογεί ως ήσσονος αξιοπιστίας, αφενός, λόγω της πλαστότητάς τους και, αφετέρου, γιατί το περιεχόμενό τους δεν εναρμονίζεται σε αναμφιβόλως προκύψαντα από τις λοιπές αποδείξεις πραγματικά περιστατικά.

Προκύπτει, ακόμη, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο, αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, με τις οποίες έγιναν δεκτές αγωγές, κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, τρίτων προσώπων, συναλλαγέντων με την προαναφερθείσα Π. Κ. και εξαπατηθέντων απ' αυτή, αφού δέχθηκε ότι η τελευταία σε συνεργασία με τον υπάλληλο της ήδη αναιρεσίβλητης Θ.

Π., διέπραξαν εις βάρος πληθώρας τρίτων, τα αδικήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης και ότι για την αποκατάσταση των ζημιών όσων εθίγησαν από τις πράξεις τους ευθύνεται, κατ' αρχήν, η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ως προστήσασα. Κρίνοντας, όμως, ότι εκ των πραγμάτων οι παραπάνω αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, που αφορούν τρίτους, αναφέρονται σε περιστατικά διαφορετικά με εκείνα της ένδικης υπόθεσης, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων.

V. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για την θεμελίωση του άνω λόγου αναιρέσεως, νοούνται, μόνο, τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Τέτοια έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης όπως π.χ. η ποινική (ΑΠ 339/1996) και η πολιτική απόφαση (ΑΠ 1623/2010, ΑΠ 185/1993). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος αυτός ο αναιρετικός λόγος πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα (ΑΠ 1623/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται ότι οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, νομίμως, πρωτοδίκως και στο Εφετείο, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω έγγραφα:

1) το με αριθ. ...64/19-6-01 έγγραφο της 2, το οποίο αναφέρει, ότι "οι αριθμοί των τίτλων που αναφέρονται στις φωτοτυπίες των αποδείξεων προαγοράς τίτλων, συμπίπτουν με αριθμούς ομολόγων που εξέδωσε το Ελληνικό Δημόσιο...".

2) Την με αριθ. 40, 48, 104, 385, 573, 701, 702/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης (Α' βαθμού), με την οποία καταδικάσθηκαν η Π. Κ. και Θ. Π. σε κάθειρξη 18 και 16 ετών αντίστοιχα για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με την επιβαρυντική συνδρομή του Ν. 1608/50 και για την κακουργηματική πράξη της απάτης, η πρώτη ως φυσικός αυτουργός και ο δεύτερος ως απλός συνεργός (σε όλες τις πράξεις που τέλεσε η 1η κατηγορουμένη).

3) Την με αριθ. 940-1-2, 1074, 1194-5/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης (Β' βαθμού), με την οποία, παμψηφεί, καταδικάσθηκαν (τελεσίδικα) Π. Κ. και Θ. Π. σε συνολική ποινή κάθειρξης 15 και 11 ετών αντίστοιχα για την κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας με την επιβαρυντική συνδρομή του Ν. 1608/50 και για την κακουργηματική πράξη της απάτης, η πρώτη ως φυσικός αυτουργός και ο δεύτερος ως απλός συνεργός.

4) Την με αριθ. 64/2006 απόφαση του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (ΣΤ' τμήμα - Ποινικό), με την οποία απερρίφθησαν οι από 15-7-05, 18-7-05 και 11-7-05 αιτήσεις περί αναιρέσεως κατά της με αριθ. 940-1-2, 1074, 1194-5/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, από τους καταδικασθέντες Π. Κ., Θ. Π. και την αποβληθείσα από την πολιτική αγωγή στην παραπάνω δίκη Ε.Τ.Ε.

Α.Ε. (ως απορροφήσασα τις ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ) και 5) την Εμπιστευτική Έκθεση των Επιθεωρητών της ΕΚΤΕ, προς την Διοίκηση της Τράπεζας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, ως αόριστος, γιατί στο αναιρετήριο δεν αναγράφεται το αληθές περιεχόμενο του καθενός από τα παραπάνω έγγραφα (κατά λέξη παρατιθέμενο), εκτός από αποσπάσματα αυτών, τα οποία επέλεξαν οι αναιρεσείοντες, αλλά ούτε και εκτίθεται, περαιτέρω, ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχει το καθένα από αυτά, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη να είναι δυνατή η κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος.

Και τούτο, παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και πλήθος άλλων έγγραφων, που προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη (ΑΠ 695/2008).

VΙ. Επομένως, επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-06-2016 αίτηση για αναίρεση της 1878/2015 απόφασης του (πολιτικού) Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Α').

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ