Legislator Case Law & Legislation
1201/2018 AI generated

1201/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1201/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Legislator headnote

AI generated

1201/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1201 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1201/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ζησιμάτο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Ε. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Κ., κατοίκου ... 3) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 4) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γρετσίτσα, με δήλωση του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4462/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 344/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-8-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 6 της από 26-7-75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 133/75, 6 παρ. 2 και 7 της 6/79 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1082/80, 2 της Π.Ν.Π. της 30-12-1980 που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1157/81, 9 παρ. 6 της 1/82 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1346/83, της 25/83 Δ.Α.

που κηρύχθηκε υποχρεωτική, και 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, για τους εργαζόμενους με πενθήμερο, εφόσον αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αποδοχές των 6 εργασίμων ημερών και να απασχολούνται με το αυτό ωράριο εργασίας, ως ημερομίσθιο θεωρείται, όπως ακριβώς και για τους απασχολούμενους επί 6 ημέρες την εβδομάδα, το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής (εργατοτεχνίτες) ή το 1/25 του μηνιαίου μισθού (υπάλληλοι) (ΑΠ 1215/2004).

Αυτά ισχύουν και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερης, όπου έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερης εργασίας (ΑΠ 312/2010). Εξ άλλου, για την εξεύρεση του ωρομισθίου, καθόσον αφορά εργαζόμενους που αμείβονται με μηνιαίο μισθό, ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η ΕΓΣΣΕ της 26.2.1975, (6/25 του μηνιαίου μισθού : 40) εάν δε η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των ολιγότερων ωρών εβδομαδιαίας εργασίας.

Αναφορικά με τους εργατοτεχνίτες που αμείβονται με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιό τους εξευρίσκεται, με βάση την ίδια ΕΓΣΣΕ με τη μέθοδο πολλαπλασιασμού του ημερομισθίου επί 6 και της διαιρέσεως δια των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρ. 5, 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ). Εξ άλλου, στην παρ. 9 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με άρθρο 7 Ν. 2874/2000), ορίζεται ότι: "Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης νοείται κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας του οποίου οι ώρες εργασίας υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, 15νθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζομένου με πλήρη απασχόληση (εδάφ.

α), ως τέτοιος δε νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες (εδάφ. β). Έτσι, κατ' εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, για την εξεύρεση της ημερήσιας αμοιβής του μερικώς απασχολουμένου, πολλαπλασιάζεται το ωρομίσθιο που λαμβάνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης επί τις ώρες εργασίας του μερικώς απασχολουμένου.

Περαιτέρω, με την ΥΑ 13129/2004 (ΦΕΚ Β' 1643/5-11-2004) "Κήρυξη υποχρεωτικής της απόφασης διαιτησίας 39/2004 που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της Χώρας", που αφορά, μεταξύ άλλων τους εργαζόμενους που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους χώρους του καθαρισμού κτιρίων, ως βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας, καθιερώνεται, για τους εργαζομένους που υπάγονται στη ρύθμιση αυτή εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών, 8ώρου ημερήσιας απασχόλησης και 40 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρο 4 ).

Οι θεσμικοί όροι της ΕΓΣΣΕ όπως ισχύει αποτελούν μέρος αυτής και ισχύουν και για τους μισθωτούς που υπάγονται σ' αυτή (άρθρο 5) η δε ισχύς της αρχίζει από 1-1-2004 (άρθρο 8 αυτής). Περαιτέρω, δυνάμει της ΔΑ 30/2003 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών όλης της Χώρας" το βασικό ημερομίσθιο καθαριστού καθορίσθηκε έως 31-12-2003 στο ποσό των 25,69 ευρώ και ακολούθως: 1) Δυνάμει της ΔΑ 39/2004 το βασικό ημερομίσθιο, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-12-2003 αυξήθηκε από 1-1-2004 κατά 4% και από 1-9-2004, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-8-2004 κατά ποσοστό 2,5%. 2) Δυνάμει της ΔΑ 23/2005 το βασικό ημερομίσθιο, όπως είχε διαμορφωθεί 31-12-2004 αυξήθηκε από 1-1-2005 κατά ποσοστό 2,2% και από 1-7-2005 όπως είχε διαμορφωθεί την 30-6-2005 κατά ποσοστό 3,5%. 3) Δυνάμει της ΔΑ 39/2006 το βασικό ημερομίσθιο, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-12-2005 αυξήθηκε από 1-1-2006 κατά ποσοστό 3% και από 1-9-2006, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-8-2006, κατά ποσοστό 3,5%. 4) Δυνάμει της ΔΑ 19/2007 το βασικό ημερομίσθιο, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-12-2006 αυξήθηκε από 1-1-2007 κατά ποσοστό 3% και από 1-9-2007, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-8-2007 κατά ποσοστό 3%. 5) Δυνάμει της ΔΑ 11/2008 το βασικό ημερομίσθιο όπως είχε κατά περίπτωση διαμορφωθεί την 31-12-2007 αυξήθηκε από 1-1- 2008 κατά ποσοστό 3,5% και από 1-9-2008, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-8-2008, κατά ποσοστό 3,5%.

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, η προσβαλλόμενη δέχθηκε: "...Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία, εδρεύουσα στον Πειραιά, η οποία ασχολείται με τον καθαρισμό δημοσίων κτιρίων και εγκαταστάσεων.

Η εναγομένη προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθούν ως εργάτες καθαριότητας, απασχολούμενοι ειδικότερα στον καθαρισμό της Β* προβλήτας του ΟΛΠ. Ειδικότερα, ο α' ενάγων, που ήταν άγαμος, προσελήφθη στις 12-10-2003 και εργάσθηκε έως τις 6-12-2009, οπότε λύθηκε η εργασιακή του σύμβαση, η β' ενάγουσα, έγγαμη, προσελήφθη στις 13-10-2003 και εργάσθηκε έως τις 23-9-2009, οπότε λύθηκε η σύμβαση του, ενώ η γ' ενάγουσα, έγγαμη, προσελήφθη στις 13-10-2003 και η δ' ενάγουσα, επίσης έγγαμη, προσελήφθη στις 13-12-2003 και εξακολουθούν να εργάζονται στην εναγομένη.

Η εργασία των εναγόντων ήταν καθημερινή, από Δευτέρα έως Σάββατο, με ωράριο εργασίας για τον α' ενάγοντα από τις 07.00 έως τις 14.00 (ενώ από κανένα πειστικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομένης περί μερικής απασχολήσεως του και ειδικότερα πότε συνήφθη η σύμβαση μερικής απασχόλησης και σε τι συνίστατο η μερικότητα της απασχόλησης), για τη β' ενάγουσα από 06.00 έως τις 13.00, για τη γ' ενάγουσα από 05.00 έως 12.00 και για τη δ' ενάγουσα από ...

έως 12.00, ενώ οι δύο τελευταίες εργάζονταν με εναλλαγή βάρδιας τα Σάββατα και τις Κυριακές, αλλά πάντοτε έξι ημέρες εβδομαδιαίως. Τα παραπάνω προκύπτουν από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, ενώ δεν αντικρούονται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως, ο οποίος, ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της εναγομένης, δεν μπορούσε να έχει ιδία γνώση για τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης των εναγόντων, τις οποίες πληροφορούνταν από τους επόπτες (όπως κατέθεσε) σε συνδυασμό με τα παρουσιολόγια.

Ωστόσο, τα τελευταία δεν κρίνονται πειστικά και ικανά να αντικρούσουν την περί του ωραρίου απασχολήσεως των εναγόντων κρίση του Δικαστηρίου, αφού αφενός δεν προκύπτει ποιος είναι ο συντάκτης τους, ενώ δεν υπήρχε συμμετοχή των εναγόντων και λοιπών εργαζομένων στη σύνταξη τους, με τη μορφή της υπογραφής κατά την προσέλευση και κατά την αποχώρηση και αφετέρου παρουσιάζουν πανομοιότυπες ώρες προσέλευσης / αποχώρησης, γεγονός που αντιβαίνει στην κοινή πείρα και λογική, δηλαδή ακριβής προσέλευση / αποχώρηση, χωρίς απόκλιση ούτε ενός λεπτού, καθημερινά και επί σειρά ετών.

Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 4ος και 5ος, λόγοι της έφεσης, οι αναφερόμενοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τις ώρες της καθημερινής απασχόλησης των εναγόντων. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες προσέφεραν καθημερινώς τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, για περισσότερες από 6 ώρες ημερησίως, οπότε δικαιούνται πλήρες ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, όπως τούτο ρητώς ορίζεται στην στο άρθρο 20παρ5 της απόφασης 33700/2890/1950 των Υπ.

Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 92Β/1950), για τις καθαρίστριες, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με τον 1° λόγο της έφεσης της, αναφερόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το νόμου καθώς και τον συναφή με αυτόν, 4° λόγο, ως προς το α και β σκέλος του.

Εφόσον λοιπόν η εναγομένη, είχε υπολογίσει τις αμοιβές των εναγόντων καθώς και τα επιδόματα και δώρα εορτών και επίδομα αδείας, με βάση την απασχόλησή τους επί 6 ώρες και 30' ημερησίως και όχι για πλήρες 8ωρο, όπως αμέσως προηγουμένως αναφέρθηκε, οι ενάγοντες δικαιούνται τις ακόλουθες διαφορές, οι οποίες υπολογίζοντας όχι με βάση το ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η εναγομένη αλλά με τις ευνοϊκότερες και ισχύουσες κάθε φορά ΔΑ και κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.

Άλλωστε και η εναγομένη, με βάση τις τελευταίες υπολόγιζε τις αμοιβές των εναγόντων, πλην όμως για μειωμένο ωράριο εργασίας και όχι για το πλήρες, που, κατά τα προαναφερθέντα, δικαιούνταν. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ο 1ος και 20ς λόγοι της έφεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αναφορικώς με τη βάση υπολογισμού των αποδοχών των εναγόντων.

Αλλά ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο συναφής με τον ανωτέρω 3ος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο εσφαλμένως οι ενάγοντες ζητούν και επιδικάσθηκε αμοιβή για 6η ημέρα απασχόλησης, αν και επικαλούνται το σύστημα της πενθήμερης εργασιακής απασχόλησης, καθόσον από την εκκαλουμένη προκύπτει ότι τα αγωγικά κονδύλια για διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό/ωφέλεια της εναγόμενης από την απασχόληση των εναγόντων την 6η ημέρα, απορρίφθηκαν ως αόριστα...".

Η αναιρεσείουσα και με τους τρείς λόγους αναίρεσης, αληθώς από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμώνται αυτοί από το Δικαστήριο τούτο, προσάπτει αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιάται την προσβαλλόμενη ότι απέρριψε με ανεπαρκή και εσφαλμένη αιτιολογία ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της ότι από την εκκαλούμενη προκύπτει ότι τα αγωγικά κονδύλια για διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγόμενης από την απασχόληση των εναγόντων την 6η ημέρα απορρίφθηκαν ως αόριστα (1η σελίδα 4ο φύλλο αυτής, βλ.

και ανωτέρω). Ομοίως με τον δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη ότι δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το γιατί εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν.1892/1990 (άρθρο 38) ως ίσχυε, προκειμένου να διαπιστώσει τη νομική φύση της σύμβασης εργασίας των αναιρεσίβλητων ως "πλήρους" ή ως "μερικής" απασχόλησης, ως και τη διάταξη του άρθρου 5 της ΚΥΑ 33700/2890/16.06.1950, ως και αν κατά την αληθή έννοια αυτής, ακόμα και αν θεωρηθεί ως κατισχύουσα της νεότερης συμφωνίας που εγγράφως, σύμφωνα με το νόμο, καταρτίσθηκε με τους αναιρεσίβλητους, καταλαμβάνει τους ενάγοντες.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι βάσιμες. Ειδικότερα, α) δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί δέχεται ότι οι εργαζόμενοι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται και υπολογίζουν αποδοχές - ημερομίσθια ως αποζημίωση για την 6η ημέρα της εβδομάδας στο πενθήμερο σύστημα εβδομαδιαίας απασχόλησης. Περαιτέρω, δεν αιτιολογεί επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας στο εφετείο, ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας μετετράπησαν από 9.10.2006 σε συμβάσεις μερικής απασχόλησης 6 ωρών και 30 λεπτών και έτσι να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί μερικής απασχόλησης (άρθρο 38 Ν. 1892/1990 όπως αντ.

με άρθ. 2 Ν. 2693/1998). Τέλος, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί δεν εφάρμοσε στις αναιρεσίβλητες, την αμοιβή τους με το ημερομίσθιο της ανειδίκευτης εργάτριας, αλλά εφάρμοσε τις ισχύουσες κάθε φορά ΔΑ και κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.

Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή και των τριών λόγων, αληθώς όμως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και όχι αρ. 1 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την υπ’ αριθ. 344/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ