1201/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1201/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1714/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 1201 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1201/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) α. Γ. Τ. του Η., β. Π. Τ. του Η. και γ. Λ. Τ. του Η., (...), 2) α. Α. Μ. του Π., β. Β. Τ. του Π., γ. Κ. Μ. και δ. Ρ. Μ., κατοίκων ... (...) και 3) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", ήδη μετασχηματισθείσας σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ανώνυμη εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα (...), εκ των οποίων οι με στοιχ. 2 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπουδούρογλου, ενώ οι με στοιχ. 1 και 3 δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Μ. του Π., 2) Β. Τ. του Π., 3) Κ. Μ. και 4) Ρ. Μ., κατοίκων ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπουδούρογλου.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, 2) Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στη …, 3) Γ. Τ. του Η., 4) Π. Τ. του Η., 5) Λ. Τ. του Η. και 6) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", ήδη μετασχηματισθείσας σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ανώνυμη εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-1999 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 27265/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις από 3-5-1999 και 5-1-2000 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις ορισμένων εκ των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3181/2000 προδικαστική και 2354/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2003 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 238/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.
Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 8-10-2010 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων.
Εκδόθηκε η 1714/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη.
Η υπόθεση επανήλθε εκ νέου για συζήτηση με την από 12-2-2014 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων.
Εκδόθηκε η 819/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται εκ νέου για συζήτηση με τις από 15-12-2015 και 12-7-2016 (συμπληρωματική) κλήσεις των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες και το 1ο των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 19-11-2009 έκθεση της Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και του τρίτου λόγου αυτής (από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ), όπως συμπληρώθηκε από την (τότε) Εισηγήτρια, την απόρριψη δε του πρώτου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.7.2016 κλήση των αναιρεσειόντων Α. Μ., Β. Τ., Κ. Μ. και Ρ. Μ. επαναφέρεται προς συζήτηση η από 6.6.2003 αίτηση για αναίρεση της 3254/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος, που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των με Α..., ... απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση των 238/2010, 1714/2011 και 819/2015 αποφάσεων του Αρείου Πάγου με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης για τους αναφερόμενους σ’ αυτές λόγους.
Από τις υπ’ αριθμ. ...1.11.2016, .../1.11.2016, .../1.11.2016, .../1.11.2016, .../1.11.2016, .../1. 11.2016, .../1.11.2016, ...1.11.2016, .../1.11.2016 και .../1.11.2016, .../1.11.2016 και .../25.10.2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Α. Μ. και την υπ’ αριθμ. ... /26.9.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ρ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκ των αναιρεσειόντων Α.
Μ., Β. Τ., Κ. Μ. και Ρ. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12.7.2016 συμπληρωματικής κλήσης των ως άνω αναιρεσειόντων με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστούν σ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους Η. Τ., Σ. Τ. και Σ. Τ. που συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Γ.
Τ., Κ. Τ., Ε. Τ., Χ. Τ. και Σ. Τ., που συνεχίζουν την δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Π. Τ., Ά. Τ., Μ. Τ. και Ε. Τ., που συνεχίζουν τη δίκη ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Λ. Τ., στην αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και στον Υπουργό Οικονομικών. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του Ν.Δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" (η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ’ άρθρον 29 παρ. 2 του Ν. 2882/ 2001), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιόκτητη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση, για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαίτερη γι’ αυτήν αποζημίωση του ιδιοκτήτου, μαζί με την καταβαλλόμενη για το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ’ άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία, υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικώς η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, ως προς την τελευταία αυτή ζημία, το παραμένον στον ιδιοκτήτη τμήμα του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε επί αιτήσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, για την απαλλοτρίωση των εις αυτή ακινήτων, το Εφετείο, εν σχέσει προς την αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των εκτός απαλλοτριώσεως απομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών των (υπ’ αριθμ.
Κ.Π. 5, ...), δέχθηκε, ανελέγκτως, μετά την υπ’ αριθμ. 3181/2000 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...Αναφορικά με τα τμήματα των ακινήτων που απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης, το αίτημα περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, ως προς αυτά, είναι νόμιμο μόνον όσον αφορά τη μείωση της αξίας τους που επέρχεται λόγω της κατάτμησης και της εξ αυτής σημαντικής υποτίμησής της, εφόσον δεν μπορούν πλέον να οικοδομηθούν ή καθίστανται άχρηστα για τη χρήση που προορίζονταν.
Αντίθετα μείωση της αξίας των τμημάτων που απομένουν εκτός της απαλλοτρίωσης λόγω της κήρυξης αυτής ή της κατασκευής του έργου και της πιθανής εκ του λόγου αυτού αρνητικής επίδρασης στην αξία ορισμένων ακινήτων, δεν αποζημιώνεται κατά το νόμο. Η αποζημίωση για τη συγκεκριμένη μείωση της αξίας ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας την οποία είχαν τα αντίστοιχα ακίνητα προ της απότμησης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε για τα τμήματα των ίδιων ακινήτων που απαλλοτριώνονται.
Με τα δεδομένα αυτά, τμήματα των απαλλοτριουμενων ακινήτων, που μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθούν να παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα ή μόνον άρτια αλλά μη οικοδομήσιμα, ή κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα, με βάση την κείμενη νομοθεσία, δεν υφίστανται κατά κανόνα μείωση της αξίας τους από την απότμηση και μόνο, αλλά εξακολουθούν να είναι επιδεκτικά της κατά προορισμό εκμετάλλευσής τους, και συνεπώς δεν πρέπει να επιδικασθεί η αιτούμενη ιδιαίτερη αποζημίωση.
Ειδικά ως προς τα άρτια μεν αλλά μη οικοδομήσιμα, συνεπεία έλλειψης της ελάχιστης απόστασης που απαιτείται από το νόμο από τον άξονα της υπό κατασκευή οδού, θα πρέπει να λεχθεί, ότι η μη οικοδομησιμότητά τους πλέον και η τυχόν μείωση της αξίας τους, οφείλεται όχι στην απαλλοτρίωση αλλά είναι απόρροια του εκτελούμενου έργου.
Επίσης δεν υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους, ώστε να επιδικαστεί η αιτούμενη ιδιαίτερη αποζημίωση, τα απομένοντα τμήματα απαλλοτριουμένων ακινήτων, που και πριν την απαλλοτρίωση, ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, λόγω του πολύ μικρού εμβαδού τους και της μη δυνατότητας δημιουργίας αρτίων ακινήτων, ακόμη και με τη συνένωσή τους.
Κατ’ εξαίρεση όμως θα επιδικαστεί η αιτούμενη ιδιαίτερη αποζημίωση, για ορισμένα μόνον ακίνητα, τα οποία, λόγω της απότμησης μεγάλου σε έκταση ζωτικού τμήματος εδάφους και του σχήματος που αποκτούν μετά την απαλλοτρίωση παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα, υφίστανται κατά κανόνα, σημαντική μείωση της αξίας τους...".
Με βάση της παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων, για καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών των, εφ’ όσον δεν περιέλαβε αυτά στα τμήματα των ακινήτων, για τα οποία κατ’ εξαίρεση καθόρισε τέτοια αποζημίωση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ειδικότερα, ως προς τον μη καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων εξ αιτίας της εκτελέσεως του έργου, για το οποίο η απαλλοτρίωση, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, συμφώνως προς όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως.
Παραλλήλως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της μειώσεως ή μη της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων, συνεπεία της αποτμήσεως της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, δεν αποσαφηνίζει: ποία ήταν η κατά προορισμό χρήση των συγκεκριμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων, αν προ της απαλλοτριώσεως τα συγκεκριμένα ακίνητα ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και αν τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα αυτών εξακολουθούν και μετά την απαλλοτρίωση, με βάση την έκτασή των και τα λοιπά χαρακτηριστικά των, να είναι άρτια και οικοδομήσιμα έστω και κατά παρέκκλιση, ή αν είναι ή όχι άρτια και μη οικοδομήσιμα, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν υφίσταντο ή όχι οι όροι των προαναφερομένων κανόνων, που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως. Όμως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού επί του αιτήματος.
Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το ειδικό αίτημα των αναιρεσειόντων περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα απομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ιδιοκτησιών των, με το οποίο δεν ασχολήθηκε ειδικώς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προκύπτει από το διατακτικό, εν συνδυασμό προς το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο αποφάνθηκε επί του εν λόγω αιτήματος και το απέρριψε.
Kατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των με Α..., ... απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω αναιρούμενο τμήμα στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο - καθ’ ου η κλήση στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων Α. Μ., Β. Τ., Κ. Μ. και Ρ. Μ., μειωμένη όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους ως άνω αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 2354/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο - καθ’ ου η κλήση στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων - καλούντων Α. Μ., Β. Τ., Κ. Μ. και Ρ. Μ. από τριακόσια (300,00) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αμέσως ανωτέρω αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ