Legislator Case Law & Legislation
1201/2015 AI generated

1201/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1201/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1201/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
territorial scope of the Treaty exclusion zone order land law violation of foreign territorial sovereignty industrial plot property ownership
AI generated
718/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2001 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και αναγνώρισης δικαιούχου του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
1635/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1311/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11770/24-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7862/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2136/2002 μη οριστική, 257/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2007 αίτησή του.
108/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1081/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1201 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1201/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασημώρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζησταματίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 267/2010 και 317/2011 διορθωτική αυτής του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 22-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Αργύριου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται εικοσαετής νομή στο ακίνητο δηλαδή άσκηση σ’ αυτό υλικών και εμφανών διακατοχικών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Τέτοιες διακατοχικές πράξεις αποτελούν η οριοθέτηση, η καταμέτρηση, η επίβλεψη, η επίσκεψη κλπ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, αποτελεί αγροτεμάχιο εμβαδού 19.046,42 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ...

και ήδη Δήμου ... και συνορεύει, ........ Δυνάμει του αριθμ. .../13-1-1944 συμβολαίου του συμβολαιογράφου .........που μεταγράφηκε νόμιμα ........., ο Π. Ν. Κ. μεταβίβασε, λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, στον υιό του Ε. Π. Κ. (πατέρα του ενάγοντος (εκτός άλλων) "έναν αγρό τριών (3) περίπου στρεμμάτων κείμενον στη θέση ...". Δυνάμει της αριθμ. .../22-9-1975 διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου .........

και δημοσιεύτηκε με τα αριθμ. 189/26-7-1983 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο άνω Ε. Π. Κ., που αποβίωσε στις 18-1-1980, κατέλειπε στον ενάγοντα υιό του, την ψιλή κυριότητα "ενός αγρού εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων, κειμένου εις θέσιν "..." της περιφερείας ..." τη δε επικαρπία του ακινήτου αυτού κατέλειπε εφόρου ζωής στη σύζυγο του Ε.

Κ., με τον όρο, μετά το θάνατο της τελευταίας η εν λόγω επικαρπία να περιέλθει στον ενάγοντα. Την ως άνω κληρονομιά, μετά τον επισυμβάντα στις 14-3-1983 θάνατο της τελευταίας, αποδέχθηκε ο ενάγων με την αριθμ. .../20-7-1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ........, που μεταγράφηκε νόμιμα ......... Στη δήλωση αυτή ρητά αναφέρεται, ότι ο ενάγων αποδέχεται ως κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Ε.

Κ. "έναν αγρό εκτάσεως τριών (3) στρεμμάτων περίπου, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...". Στους προαναφερόμενους τίτλους, το ανωτέρω ακίνητο περιγράφεται μόνο κατά θέση και εμβαδόν, χωρίς να προσδιορίζονται τα όρια του. Από τις πιο πάνω αποδείξεις αποδείχθηκε, ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 19046,42 τμ, κείμενο στο νοτιοανατολικό τμήμα του,.........

Στο εν λόγω ακίνητο, εμβαδού 3.000 τ.μ, στο οποίο υφίσταται από ετών πηγάδι, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ε. Κ. ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, από την 13-1-1944 που περιήλθε σ’ αυτόν με το προαναφερόμενο .../13-1-1944 συμβόλαιο συνεχώς, μέχρι την 23-2-1946 που άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας, έκτοτε δε συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι την 18-1-1980 που απεβίωσε, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν.

Ειδικότερα, επισκεπτόταν και επέβλεπε το εν λόγω ακίνητο και από τα τέλη της δεκαετίας του έτους 1950 είχε παραχωρήσει τη χρήση αυτού άτυπα στον Ε. Κ., ο οποίος το εκμεταλλευόταν για την εξόρυξη πέτρας. Με τον τρόπο αυτό ο άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού εμβαδού 3000 τ.μ. με έκτακτη, αλλά και με τακτική χρησικτησία.

Ο ενάγων ως κληρονόμος του ως άνω πατέρα του, δυνάμει της πιο πάνω .../22-9-1975 δημοσίας διαθήκης με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ο τελευταίος κατέλειπε σ’ αυτόν την ψιλή κυριότητα και στη σύζυγο του Ε. Κ. την επικαρπία εφόρου ζωής του εν λόγω ακινήτου εμβαδού 3000 τ.μ., μετά τον επισυμβάντα θάνατο αυτής στις 14-3-1983, με την προαναφερόμενη αποδοχή της κληρονομιάς και τη μεταγραφή της σχετικής αριθμ. .../20-7-1987 δήλωσης αποδοχής, απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου εμβαδού 3000 τ.μ παραγώγως.

και όχι βεβαίως και του υπολοίπου επιδίκου ακινήτου εμβαδού 16.046,42 τ.μ. Ο εναγόμενος από το έτος 1996 αυθαίρετα κατέλαβε το ακίνητο αυτό και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το χρησιμοποιούσε για τη φύλαξη του ποιμνίου του, κατασκευάζοντας εντός αυτού πρόχειρο ξύλινο παράπηγμα, με περίφραξη από τσίγκους.

Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα και το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμβαδού (19.0456,42 - 3000 =) 16046,42 τετ. μέτρων με παράγωγο τρόπο και δη, από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Ε. Κ. δυνάμει της άνω .../22-9-1975 δημόσιας διαθήκης και τη μεταγραφή της ανωτέρω .../20-7-1987 σχετικής πράξης αποδοχής αυτής, όπως αυτός αβασίμως υποστηρίζει με την ένδικη αγωγή του.

Όπως προαναφέρθηκε ο διαθέτης πατέρας του ήταν κύριος ακινήτου εμβαδού 3.000 τ.μ, Με την προαναφερόμενη δε διαθήκη του αυτή την έκταση κατέλειπε στον ενάγοντα κληρονόμο του και αυτή την έκταση αποδέχθηκε ως κληρονομιά ο ενάγων με την πιο πάνω δήλωση αποδοχής. ........Μετά την παρέλευση δε δώδεκα (12) και πλέον ετών, αυτός προέβη στη διόρθωση της ανωτέρω δηλώσεως συμβολαιογραφικό έγγραφο του ......., αναβιβάζοντας το εμβαδόν του κληρονομιαίου άνω ακινήτου σε 19046,42 τ.

μ. Γι’ αυτό και η από 15-12-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Νικ. Βλαοταρίδη πολιτικού - τοπογράφου μηχανικού, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση των 19.046,42 τ. μ εμπίπτει στο άνω .../1994 συμβόλαιο και στην άνω .../1975 δημόσια διαθήκη δεν κρίνεται πειστική. Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω αποδείξεις δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ε.

Κ. ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επί της υπόλοιπης επίδικης έκτασης εμβαδού 16046,42 τμ με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την 23-2-1946, χωρίς δε το στοιχείο της καλής πίστης έκτοτε, συνεχώς μέχρι το θάνατο του, που επισυνέβη στις 18-1-1980. Όπως προαναφέρθηκε, αυτός ασκούσε εμφανείς υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου στο πιο πάνω ακίνητο εμβαδού 3.000, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Ούτε επίσης αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων μετά το θάνατο του άνω δικαιοπαρόχου του Ε. Κ. (18-1-1980) ασκούσε επί της υπόλοιπης των ως άνω 3.000 τ.μ. παρακείμενης επίδικης έκτασης πράξεις νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι την πιο πάνω αριθμ. .../1975 δημόσια διαθήκη και τη μεταγραφείσα σχετική ανωτέρω αριθμ. .../1987 δήλωση αποδοχής για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (5-9-2001) με έννομη συνέπεια, την κτήση της κυριότητας της έκτασης αυτής με τακτικήν, άλλως έκτακτη χρησικτησία, όπως αβασίμως υποστηρίζει.

Αυτός μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου πατέρα του, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου μόνον επί της προαναφερθείσας έκτασης των 3.000 τ.μ, επισκεπτόμενος και επιβλέποντας αυτή και έτσι απέκτησε την κυριότητα της και με έκτακτη χρησικτησία....Εν όψει των εκτεθέντων, και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο ενάγων κατέστη κύριος της προαναφερόμενης έκτασης εμβαδού 3.000 τ.μ.

με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά του πατέρα του Ε. Κ., την οποία αυτός αποδέχθηκε και μετέγραψε, τη σχετική δήλωση αποδοχής, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος και ειδικότερα ως προς το παραπάνω ακίνητο των 3.000τ.μ., απορρίπτοντας αυτήν κατά τα λοιπά δηλαδή για το υπόλοιπο τμήμα των 16.096,42 τ.μ.

του φερομένου ως επιδίκου μείζονος ακινήτου των 19.046,42 τ.μ., του οποίου τμήματος την κυριότητα κατά τις ίδιες παραδοχές δεν απέκτησε ο τελευταίος ούτε με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) ούτε με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη στο σύνολό της των αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ειδικότερα και μόνον επί του ειρημένου τμήματος των 3.000 τ.μ. και όχι επί του υπολοίπου των 16.096,42 τ.μ., επί του οποίου ούτε ο δικαιοπάροχός του ούτε ο ίδιος άσκησαν πράξεις νομής, οι αιτιολογίες δε αυτές στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προσδίδοντας έτσι στην απόφασή του νόμιμη βάση.

Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που είχε διορισθεί με την 114/2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου και το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του έτους 1939, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα παραπάνω έγγραφα. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν νομίμως προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και τη ρητώς μνημονευομένη και αξιολογούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο παρά τη μη ειδική αναφορά του σ’ αυτήν.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2011 αίτηση του Δ. Κ. περί αναιρέσεως της 267/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ