Legislator Case Law & Legislation
1201/2013 AI generated

Supreme Court refers second appeal ground to full bench regarding legal status of agricultural companies under specific debt relief law.

Case Number 1201/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the second ground of the appeal to the full bench for decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied agricultural debt relief rules to a legal entity, claiming the law applies only to natural persons. The court determined this issue concerns the legal status of agricultural companies and requires broader judicial interest, necessitating a full bench ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 563(2) of the Code of Civil Procedure and 23(2)(g1) and (d) of Law 1756/1988; The second ground of an appeal must be referred to the full bench if it concerns a matter of general interest or is necessary for the unity of case law.

Keywords

AI generated
appeal referral full bench procedure agricultural companies debt relief law general legal interest unity of case law legal entity status

Cited Legislation

AI generated
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Article 23(2)(g1) and (d) of Law 1756/1988
Article 30 of Law 2789/2000
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 39(5) of Law 3259/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1201 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1201/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Γεωργικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΚΡΟ ΦΛΟΡΑ ΑΓΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Χ. του Π. και 3. Κ. Χ. του Π., κατοίκων ... . Ο τρίτος που εμφανίστηκε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπός της πρώτης παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6280/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6603/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτον αναιρεσιβλήτου και 2. την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχήν του πρώτου και δευτέρου κατά το πρώτο σκέλος του λόγων της από 20-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 του ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ.γ1 και δ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α)αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας.

Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας. Εξ άλλου, με το άρθρο 30 ν. 2789/2000 (Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ...), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.1, 3 ν. 2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1 και 8 εδ.

τελευταίο τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α)το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β)το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ)το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού: "8 εδ. τελευταίο: Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωση τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση. Ποσά που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν αναζητούνται, υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με διάταξη νόμου δεν θίγονται".

Ακολούθως, σχετικά με την ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, με το άρθρο 42 παρ.4 ν. 2912/2001 ορίσθηκε: "Ή προβλεπομένη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30-9-2001".

Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, ο οποίος στο άρθρο 39 παρ.5 ορίζει τα εξής: "5.Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση.

Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προς του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Κα, ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν ο, λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου".

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εκ των οποίων η πρώτη είναι ανώνυμη εταιρία έχουσα ως σκοπό αγροτικές δραστηριότητες και ειδικότερα την ανθοκομία, οι δε λοιποί είναι αγρότες και μοναδικοί μέτοχοι εκείνης, εζήτησαν με την αγωγή των, να αναγνωσθεί, ότι οι οφειλές των από τέσσερις συμβάσεις δανείου τις οποίες συνήψαν όλοι από κοινού με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Αγροτική Τράπεζα, υπάγονται προς ρύθμιση στην διάταξη του άρθρου 39 παρ.5 Ν. 3259/2004 και ότι από τον ανάλογο υπολογισμό προκύπτει πλέον πιστωτικό υπέρ των εναγόντων υπόλοιπο.

Η αγωγή, η οποία δικάσθηκε ερήμην της εναγομένης Τραπέζης, έγινε μερικώς δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά της αποφάσεως δε η Τράπεζα άσκησε έφεση και εκδόθηκε από το Εφετείο η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η α' ενάγουσα εταιρεία αποτελεί γεωργική επιχείρηση ανθοκομίας και συνεστήθη στις 5-9-1988 στο ...

από τους β' και γ' ενάγοντες, που είναι μέτοχοι της και κατά κύριο επάγγελμα αγρότες ανθοκόμοι. Για την εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων της α' ενάγουσας οι ενάγοντες κατήρτισαν με την εναγομένη τράπεζα τέσσερις αυτοτελείς δανειακές συμβάσεις διαρκείας τριών ετών, με τις οποίες τους χορηγήθηκε άτοκο δάνειο συνολικού ποσού 76.640.000 δραχμών (224.915,62 ευρώ) και συγκεκριμένα:

α) τη με αρ. .../22-11-1998-σύμβαση δανείου, ποσού 64.000.000 δρχ. (187.820,98 ευρώ) β) τη με αρ .../12-6-1989 σύμβαση δανείου, ποσού 8.125.000 δρχ (23.844,46 ευρώ), γ) τη με αρ .../12-6-1989 σύμβαση δανείου, ποσού 235.000 δρχ (689,66 ευρώ), και δ) τη με αρ. .../11-5-1990 σύμβαση δανείου, ποσού 4.280.000 δρχ (12.560,53 ευρώ). Σύμφωνα με το δεύτερο όρο των ως άνω συμβάσεων οι ενάγοντες-πιστούχοι ανέλαβαν, εις ολόκληρο ο καθένας, την υποχρέωση αποπληρωμής των δανείων αυτών.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ως άνω δανείων, εκτοκισμένες μέχρι 31-12-1998, ανέρχονταν στις 28-6-2000 στο ποσό των 190.599.486 δρχ. Κατά την ως άνω ημερομηνία η εναγομένη έκανε δεκτό αίτημα των εναγόντων για ρύθμιση της οφειλής τους, η οποία, δυνάμει της σχετικής με αρ. .../2000 πρόσθετης δανειστικής σύμβασης ρύθμισης οφειλών, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, διαμορφώθηκε στο ποσό των 86.613.317 δρχ.

πλέον συμβατικών τόκων, το οποίο και έπρεπε να αποπληρωθεί εντός δεκαετίας. Στις 18-12-2003 οι διάδικοι συνήψαν τη με αρ. .../2003 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, τροποποιώντας την ως άνω από 28-6-2000 σύμβαση τους, συμφώνησαν δε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο των ως άνω δανειακών συμβάσεων, ανερχόμενο σε 212.711 ευρώ, θα αποπληρωνόταν εντός δέκα ετών, αρχής γενομένης από 1-7-2003, με ετήσιο επιτόκιο 8,12 %.

Το οφειλόμενο υπόλοιπο των 100.599.486 δρχ είχε υπολογιστεί από την εναγομένη με επιβολή τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού των τόκων, σύμφωνα με την 289/80 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής. Μετά τη θέση σε ισχύ των νόμων 2789/2000, 2912/2001 και 3259/2004, οι ενάγοντες, επιδιώκοντας να τύχουν των ευεργετικών διατάξεων για τους οφειλέτες ληξιπρόθεσμων δανείων προς πιστωτικούς οργανισμούς, ζήτησαν από την εναγομένη εμπροθέσμως με τη σχετική από 17-10-2004 αίτηση τους, τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους από τις προαναφερθείσες δανειακές συμβάσεις.

Να σημειωθεί δε ότι, όπως προκύπτει από το από 12-10-2005 έγγραφο της εναγομένης προς τον β' ενάγοντα, οι συνολικές καταβολές των εναγόντων προς την εναγομένη από 5-3-1990 έως 18-12-2003 ανερχόταν σε 162.037.590,40 δραχμές, από τις οποίες πιστώθηκαν 157.525.033 δρχ υπέρ της τράπεζας, 1.246.964,40 δρχ για έξοδα, 1.339.238 δρχ υπέρ ΟΓΑ και 1.926.356 δρχ υπέρ ΕΛΓΑ.

Η εναγομένη απάντησε στο ως άνω αίτημα των εναγόντων με το 2435/9-12-2004 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρεται ότι οι οφειλές τους από τις .../89, .../89 και .../90 δανειακές συμβάσεις, μετά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, έχουν εξοφληθεί, ενώ η οφειλή τους από την .../88 δανειακή σύμβαση ανέρχεται στο ποσό των 212.457,72 ευρώ και κάλεσε τους ενάγοντες να μεταβούν εντός μηνός στο κατάστημα της για τη συνομολόγηση της σχετικής πρόσθετης πράξης ρύθμισης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εναγόμενης, το ως άνω ποσό των 212.457,72 ευρώ προέκυψε κατόπιν πολλαπλασιασμού του χορηγηθέντος κεφαλαίου με το συντελεστή 3 και αφαίρεση του ποσού των 119.605.033 δρχ., το οποίο είχαν καταβάλει οι ενάγοντες προς εξόφληση του εν λόγω δανείου (64.000.000 δρχ. Χ 3 = 192.000.000 δρχ. - 119.605.033 δρχ. = 72.394.967 δρχ.

ή 212.457,72 ευρώ), χωρίς να αφαιρεθούν από το ανεξόφλητο υπόλοιπο, συνυπολογιζόμενα ως καταβολές, τα ποσά που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες για έξοδα και υπέρ ΟΓΑ και ΕΛΓΑ. Οι ενάγοντες, με την από 20-1-2005 εξώδικη δήλωση τους, διαμαρτυρήθηκαν προς την εναγομένη για εσφαλμένο υπολογισμό της οφειλής τους, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε για τον υπολογισμό των τόκων να πολλαπλασιαστεί το χορηγηθέν κεφάλαιο των 64.000.000 δρχ.

με τον συντελεστή 2 αντί του 3, διότι ο συντελεστής 2 προβλέπεται από το νόμο (άρθρο 39 παρ.5 Ν. 3259/2004) για τους αγρότες. Απηύθυναν επίσης στην εναγομένη και νέο αίτημα για συνυπολογισμό των καταβληθέντων εξόδων ως καταβολή, αίτημα που δέχθηκε η εναγομένη, διαμορφώνοντας την οφειλή των εναγόντων στο ποσό των 197.546,44 ευρώ (βλ.

το 96/12-1-2005 έγγραφο της). Ως προς τον ισχυρισμό όμως των εναγόντων περί εσφαλμένου υπολογισμού των οφειλομένων τόκων, η εναγομένη αρνήθηκε, απαντώντας στους ενάγοντες με την από 10-3-2005 εξώδικη δήλωση της, στην οποία υποστηρίζει ότι οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004 έχουν εφαρμογή αποκλειστικά επί οφειλετών φυσικών προσώπων, που είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

H άρνηση όμως αυτή της εναγόμενης να επαναπροσδιορίσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο των συνοφειλετών εναγόντων, υπολογίζοντας τους τόκους με βάση τον συντελεστή 2 είναι μη νόμιμη κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού η παρ.5 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα αγρότες αλλά εφαρμόζεται και επί αγροτικών επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα, πολύ δε περισσότερο αφού στην προκειμένη περίπτωση οι δύο από τους τρεις πιστούχους των ως άνω δανειακών συμβάσεων είναι φυσικά πρόσωπα κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Και η πρώτη ενάγουσα έχει ως κύρια δραστηριότητα την άσκηση γεωργίας (βλ. τη συστατική πράξη αυτής), αντλεί τα εισοδήματα της από τη γεωργική εκμετάλλευση, το δε μετοχικό της κεφάλαιο ανήκει στο σύνολο του στους β' και γ' ενάγοντες, κατά κύρια απασχόληση γεωργούς (βλ. το παράρτημα Ι της παραπάνω ΚΥΑ 451/2001).

Επομένως κατά τον ορθό υπολογισμό της οφειλής των εναγόντων, αυτή διαμορφώνεται μετά από διπλασιασμό του συνολικού χορηγηθέντος κεφαλαίου (76.640.000 Χ 2 = 153.280.000 δρχ.) και αφαίρεση κάθε είδους καταβολών που έγιναν για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (153.280.000 δρχ - 162.037.590,40 δρχ.) σε πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ των εναγόντων ύψους 8.757.590,40 δραχμών ή 25.700,92 ευρώ.

Με βάση λοιπόν τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι με την αγωγή ζητείται να αναγνωριστεί ότι, με βάση τις ευεργετικές διατάξεις για τους δανειολήπτες, το υπόλοιπο των εναγόντων από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις διαμορφώθηκε σε πιστωτικό υπέρ αυτών ύψους 23.394,41 ευρώ, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το εν λόγω ποσό ...".

Με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19ΚΠολΔ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο "... αφενός εσφαλμένως ερμήνευσε και παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ.5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και αφετέρου περιέχει ασαφή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής της άνω ΚΥΑ 451/394927/5332/21-9-2001 και στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης και οι οφειλές της υπάγονται στην εξαιρετική αυτή ρύθμιση".

Με τον λόγο αυτόν της αναιρέσεως, επομένως, φέρεται προς κρίση το ζήτημα εάν "αγρότες" σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρούνται, πέραν των φυσικών και τα νομικά πρόσωπα και μάλιστα τόσο οι προσωπικές, όσο και οι κεφαλαιουχικές εταιρίες ή οι αγροτικοί συνεταιρισμοί κλπ., τα οποία ασχολούνται με την γεωργία και εάν τελικώς δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα την προνομιακή μεταχείριση, την οποία κατά τα ως άνω προβλέπει ο νόμος για τους αγρότες.

Το ζήτημα δε αυτό είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού αφορά το σύνολον των ασχολουμένων με την γεωργία νομικών προσώπων. Πρέπει επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ