1201/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ..... και ......, οι οποίοι απεβίωσαν και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 212/6315/602/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 15/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαϊου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1201/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1201/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) ..... 2) ......, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ Δ.Χ. ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" (ΣΥΝ. Π.Ε.), που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δαμιανάκη, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντος παραιτούνται από το δικόγραφο της από 19 Μαϊου 2005 αίτησής τους, για αναίρεση της 15/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και της 212/6315/602/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείο Ηρακλείου ως προς τον .....9ο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσιβλήτων : .....(αναφέρονται 13 ονόματα), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ..... και ......, οι οποίοι απεβίωσαν και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 212/6315/602/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 15/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαϊου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 297 και 299 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς ένα των αναιρεσιβλήτων γίνεται ή με δήλωση του αναιρεσείοντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ. ΑΠ 20/99). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης επί της παρούσας υπόθεσης, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γεώργ. Δαμιανάκη, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα σχετικά πληρεξούσια που υπάρχουν στη δικογραφία, είχε την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση από 19-5-2005 αίτησης αναίρεσης ως προς τον ένατο αναιρεσίβλητο ......, ως προς τον οποίο έτσι η αίτηση αναίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.
ΙΙ. Από τις εκθέσεις επίδοσης ...(αναφέρονται 9 εκθέσεις) της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης ....., ..... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ....., .... και ..... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς όλους τους λοιπούς δώδεκα αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς. Όμως οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙΙ. Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η έφεση έγινε τυπικώς δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, διότι, αν περαιτέρω η έφεση ευδοκίμησε κατ΄ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/96). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά την έφεση των αναιρεσειόντων και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης 212/2002 οριστικής απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αλλά τις απέρριψε κατ΄ ουσίαν. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, σύμφωνα με το προεκτιθέμενα, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Η αιτιώδης αυτή συνάφεια υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν κρίση (α) περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ενώ, αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση (β) του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα, οι αιτιολογίες της απόφασης πρέπει να καλύπτουν την παρανομία, την υπαιτιότητα, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 31.10.1998 και ώρα 16.00 περίπου ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας.....
λεωφορείο των αστικών γραμμών ...., ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, που ήταν ενταγμένο στη δύναμη του τρίτου εναγομένου (ΚΤΕΛ) και ασφαλισμένο, για την κάλυψη των προκαλούμενων από την κυκλοφορία του ζημιών σε τρίτους, στον τέταρτο εναγόμενο ασφαλιστικό συνεταιρισμό (πρόκειται για τους ήδη τέσσερις αναιρεσείοντες) και έβαινε επί της οδού ...., με κατεύθυνση προς ...., πραγματοποιώντας το δρομολόγιο ......
Μεταξύ των επιβατών, που είχε παραλάβει από το ...., ήταν και η ...... σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα των 2ου και εβδόμου και αδελφή των λοιπών, ετών 69. Όταν το λεωφορείο έφτασε στο πρώτο περίπου χιλιόμετρο της οδού αυτής και πλησίαζε την περιοχή ....., η παραπάνω επιβάτιδα έπεσε από την μπροστινή πόρτα του λεωφορείου και ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση, στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να υποστεί βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις από τις οποίες επήλθε ο θάνατός της στις 3.11.1998.
Συγκεκριμένα, η θανούσα, έχοντας πρόθεση να κατέβει από το λεωφορείο στη στάση που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από το σημείο αυτό, πλησίασε την μπροστινή πόρτα του λεωφορείου, η οποία λόγω βλάβης, ήταν μισοανοικτή σε όλη τη διάρκεια του δρομολογίου, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο οδόστρωμα βγαίνοντας από τη μισοανοικτή πόρτα.
Για το ατύχημα αυτό και το θάνατο τής πιο πάνω επιβάτιδας του λεωφορείου ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και ο οδηγός αυτού. Ειδικότερα ο οδηγός, πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου, οδηγούσε το εν λόγω όχημα, του οποίου, λόγω βλάβης, δεν έκλεινε η μπροστινή πόρτα και υπήρχε κίνδυνος ατυχήματος τόσο κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, όσο και κατά την επιβίβαση ή αποβίβαση των επιβατών, αφού λόγω της κίνησης του λεωφορείου και της από αυτήν συνήθους απώλειας της ισορροπίας των επιβατών, ιδίως όταν είναι όρθιοι, όπως συμβαίνει με όσους ετοιμάζονται να αποβιβαστούν από αυτό, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί κάποιος από αυτούς έξω από αυτό, όπως έγινε με την θανούσα.
Αν ο πρώτος εναγόμενος, όπως όφειλε και μπορούσε, δεν δεχόταν να οδηγήσει το λεωφορείο μέχρι την επισκευή τής βλάβης αυτής και η πόρτα ήταν κλειστή δεν θα γινόταν το ατύχημα, έστω και αν η θανούσα, για οποιοδήποτε λόγο έχανε την ισορροπία της μέσα στο λεωφορείο. Και η θανούσα όμως από έλλειψη της προσοχής της, ενώ το λεωφορείο βρισκόταν σε κίνηση και η στάση που επρόκειτο να εξέλθει από το λεωφορείο βρισκόταν σε ικανή απόσταση, πλησίασε την μπροστινή πόρτα αυτού, από όπου είναι η είσοδος των επιβατών, ενώ έπρεπε να βγεί από την πίσω πόρτα που είναι προορισμένη για την έξοδο και ενώ έβλεπε ότι η πόρτα αυτή ήταν μισάνοικτη, δεν περίμενε μακριά από αυτήν μέχρι το λεωφορείο να φτάσει στη στάση και να σταματήσει, οπότε θα μπορούσε να εξέλθει χωρίς κίνδυνο, αλλά πλησίασε πολύ κοντά με συνέπεια όταν (για άγνωστο λόγο) έχασε την ισορροπία της να βρεθεί έξω από το λεωφορείο και να τραυματισθεί θανάσιμα.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η θανούσα σήκωσε την μπάρα ασφαλείας της πόρτας, που εμπόδιζε την έξοδο των επιβατών και βγήκε από το λεωφορείο, δεν αποδείχτηκε, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι υπήρχε τέτοια μπάρα στην πόρτα. Ενόψει των υποχρεώσεων και παραλείψεων του καθένα τους, όπως αυτές αναφέρθηκαν, το δικαστήριο κρίνει ότι για το ατύχημα και τις συνέπειές του ο μεν 1ος εναγόμενος οδηγός ευθύνεται κατά ποσοστό 60%, η δε θανούσα κατά 40%.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την έφεση των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας σ΄ αυτούς, ως αποτελούντες την οικογένεια του θύματος, ως χρηματική τους ικανοποίηση, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, για το ζήτημα της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ΄ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που θεμελιώνουν συνυπαιτιότητα και του ίδιου, με το να δεχτεί ότι αυτός "από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος επαγγελματίας οδηγός λεωφορείου, οδηγούσε το εν λόγω όχημα, του οποίου, λόγω βλάβης...δεν έκλεινε η μπροστινή πόρτα και υπήρχε κίνδυνος ατυχήματος τόσο κατά τη διάρκεια του δρομολογίου όσο και κατά την επιβίβαση ή αποβίβαση των επιβατών, αφού λόγω της κίνησης του λεωφορείου και τής, από αυτήν, συνήθους απώλειας της ισορροπίας των επιβατών, ιδίως όταν είναι όρθιοι, όπως συμβαίνει με όσους ετοιμάζονται να αποβιβαστούν από αυτό, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να βρεθεί κάποιος από αυτούς έξω από αυτό, όπως έγινε με τη θανούσα", αν δε ο οδηγός "όπως όφειλε και μπορούσε, δεν δεχόταν να οδηγήσει το λεωφορείο μέχρι την επισκευή της βλάβης αυτής και η πόρτα ήταν κλειστή δεν θα γινόταν το ατύχημα, έστω και αν η θανούσα, για οποιοδήποτε λόγο, έχανε την ισορροπία της μέσα στο λεωφορείο", ενώ παράλληλα, κατά τα προεκτιθέμενα, δέχτηκε και συνυπαιτιότητα της θανούσας.
Περαιτέρω, το περιστατικό της οδήγησης του λεωφορείου με μισοανοικτή την μπροστινή του πόρτα σε όλη τη διάρκεια του δρομολογίου, όπως ανέλεγκτα δέχτηκε το Εφετείο, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν επαρκώς ικανό (πρόσφορο), κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, συνέτρεχε και το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ΄ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να βγάλει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, α) φωτογραφίες, οι οποίες, κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και β) καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, μεταξύ των διαδίκων ή τρίτων προσώπων, ενώ κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681 Α του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα (Ολ.ΑΠ 15/2003), ή αχαρτοσήμαντα και μη νόμιμα επικυρωμένα.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, α) πέντε φωτογραφίες του εσωτερικού του πιο πάνω λεωφορείου, β) αχαρτοσήμαντη και ανεπικύρωτη φωτοτυπία της από 3.11.1998 κατάθεσης στο Αστυνομικό Τμήμα Τροχαίας κίνησης Ηρακλείου της .....
και γ) αχαρτοσήμαντη και ανεπικύρωτη ολόκληρη την ποινική δικογραφία που είχε σχηματιστεί εις βάρος του πρώτου από αυτούς, από τις οποίες, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ....., αποδεικνύονταν ότι τον ίδιο δεν βαρύνει υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, και όλα τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, ως μη αποτελούντα ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο δηλαδή των "εγγράφων", δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VI. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους προαναφερόμενους δώδεκα αναιρεσιβλήτους πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 19 Μαϊου 2005 αίτηση αναίρεσης των πιο κάτω αναιρεσειόντων ως προς τον ένατο αναιρεσίβλητο ...... Απορρίπτει την αίτηση αυτή των 1) ..... 2) ....., 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και 4) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ Δ.Χ. ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ", για αναίρεση των αποφάσεων 15/2005 του Εφετείου Κρήτης και 212/6315/602/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ως προς όλους τους λοιπούς δώδεκα αναιρεσιβλήτους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ