Legislator Case Law & Legislation
1200/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment due to lack of reasoning on fraud claim.

Case Number 1200/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the Debtors' Fund against the First Instance Court's judgment in a debt restructuring case. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the alleged fraudulent evasion of permanent insolvency, a key issue under the relevant law. Consequently, the Court declared the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal if the lower court fails to provide adequate reasoning on the essential issue of the alleged fraudulent evasion of permanent insolvency, thereby depriving the judgment of a legal basis.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent insolvency fraudulent evasion lack of reasoning remand for retrial Code of Civil Procedure Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1200 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1200/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και δ.τ. "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (ειδικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ"), εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 29-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 3-12-2021 κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1ος, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2013 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1129/Φ527/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7606/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-7-2020 (με ειδικό αριθμό καταθέσεως 83/15-7-2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 7606/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των τότε εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.

με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην: α) της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", β) της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.

Ε." και γ) της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", της τελευταίας δε ως ειδικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην αρχική δικάσιμο της 3.3.2017, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της προσβαλλομένης αποφάσεως (27.4.2018) και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) εχώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.

και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 3767/13-4-2021, 3758/12-4-2021 και 3754/8-4-2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Δ.Α., που επικαλείται προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 14-7-2020 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής από 29-09-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Πολιτικού Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκασή της, την από 29-09-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου της 3-12-2021 και με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο αυτή, της 3-12-2021, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στον πρώτο, την τρίτη και την τέταρτη (αντιστοίχως) των αναιρεσιβλήτων, ήτοι αντιστοίχως στον δανειολήπτη Θ.

Τ., στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ " και στην Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.".

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-12-2021, οι ως άνω 10ς, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προαναφερθέντες 1ος, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων κλητεύτηκαν νομίμως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-12-2021, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία των προαναφερόμενων διαδίκων, που έχουν κλητευθεί και η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, κατ' εφαρμογήν των όσων εκτέθηκαν παραπάνω.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία (ΑΠ 1446/2018).

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.

Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (ΑΠ 1446/2018).

Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1446/2018).

Στην περίπτωση της §1 του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1446/2018).

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1446/2018).

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 1446/2018).

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1446/2018).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδ. της §1 του πιο πάνω άρθρου 1 Ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

ΚΠολΔ 262 § 1), και να τον αποδείξει (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 849/2007). Ήδη με τους 1° και 2° λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη I] αφενός την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. και ειδικότερα ότι, με τις στην αίτηση αναίρεσης αναφερόμενες παραδοχές της, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 αναφορικά με την αόριστη νομική έννοια του "ενδεχόμενου δόλου", ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας αυτήν εσφαλμένα, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι "δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής", αξιώνοντας, για την στοιχειοθέτηση του νομίμως προβληθέντος πρωτοδίκως από το αναιρεσείον ισχυρισμού, ότι ο αιτών - ήδη 1ου αναιρεσίβλητος οφειλέτης περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ισχυρισμό τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ επανέφερε παραδεκτά με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση του άμεσου δόλου και συγκεκριμένα τη γνώση ότι η απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του θα οδηγήσει τον αιτούντα (ήδη 1° αναιρεσίβλητο) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, επίσης αξιώνοντας δε, για την συγκρότηση της έννοιας του δόλου, και την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων, όπως η εξειδίκευση συγκεκριμένων ενεργειών, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές του την οικονομική κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται από το νόμο.

Επίσης II] με τον 2° λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., κατ'ορθήν εκτίμησή του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι, με τις στην αίτηση αναίρεσης αναλυτικά αναφερόμενες παραδοχές της, αφού, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την αόριστη νομική έννοια του "ενδεχόμενου δόλου", και απέρριψε με την κύρια αιτιολογία της "προεχόντως ως αόριστο" τον νομίμως προβληθέντα πρωτοδίκως από το αναιρεσείον ισχυρισμό, ότι ο αιτών - ήδη 1ος αναιρεσίβλητος οφειλέτης περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, τον οποίο (περί ενδεχόμενου δόλου ισχυρισμό του) το αναιρεσείον ΝΠΔΔ είχε επαναφέρει παραδεκτά με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, στη συνέχεια, με επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του καθού - εκκαλούντος - ήδη αναιρεσείοντος "σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμο", με ανύπαρκτες αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν διέλαβε στο σκεπτικό της οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη του παραδεκτά προβληθέντος (κατά τα προαναφερθέντα) από το αναιρεσείον εν λόγω ισχυρισμού [ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η παραδοχή του ως ορισμένου και στη συνέχεια ως κατ'ουσία βάσιμου θα οδηγούσε στην παραδοχή της έφεσης και στην απόρριψη της αίτησης του τώρα 1ου αναιρεσίβλητου] ότι δηλαδή ο αιτών - ήδη 1ος αναιρεσίβλητος οφειλέτης περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, τον οποίο (ισχυρισμό περί ενδεχόμενου δόλου) η προσβαλλόμενη ουδόλως εξέτασε στο σκεπτικό της, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, το καθού - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

αναφερόταν στην με άμεσο (και όχι με ενδεχόμενο) δόλο περιέλευση του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 7606/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 § 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "...Όπως προαναφέρθηκε, το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης επανυποβάλλει την ένσταση δόλιας περιέλευσης του πρώτου εφεσίβλητου - αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος δολίως και από δική του υπαιτιότητα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, διότι γνωρίζοντας την οικονομική του κατάσταση προέβη σε υπέρογκο δανεισμό, συνάπτοντας δάνεια που γνώριζε κατά το χρόνο συνάψεως των σχετικών συμβάσεων δανείου ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, ενώ δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους.

Εξάλλου, εν όψει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ361), το εκκαλούν, αλλά και οι λοιποί πιστωτές του πρώτου εφεσίβλητου είχαν τη δυνατότητα να απορρίψουν την αίτηση του παροχής πίστωσης, καθόσον εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων του (ελέγχου του εισοδήματος του και των περιουσιακών του στοιχείων) έχουν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις του (σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα) ή την οικονομική του συμπεριφορά μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), με δεδομένο μάλιστα ότι θεσπίσθηκε νομοθετικά η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή με την υπ'αριθ.

ΖΙ-699 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων "Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τη οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης κλπ." (ΦΕΚ Β 917/2010), στο άρθρο 8.

Επιπλέον, στην προκείμενη περίπτωση δεν επικαλείται το εκκαλούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος - αιτών γνώριζε την αδυναμία αποπληρωμής των δανείων κατά το χρόνο ανάληψης αυτών, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ισχυρίζεται εξ υπαρχής - κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών - οικονομική αδυναμία του οφειλέτη και δυσχέρεια στην κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία επήλθε πολύ μεταγενέστερα από τη λήψη των δανείων.

Ουδόλως το εκκαλούν αναφέρει ή αποδεικνύει τις δόλιες πράξεις ή παραλείψεις του εφεσίβλητου - αιτούντος, με τις οποίες επιδίωκε την αδυναμία των πληρωμών του ή ότι προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία των πληρωμών του, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό, δεδομένου ότι κατά το χρόνο λήψης των δανείων, τα εισοδήματά του από το μισθό του κατά το χρόνο λήψης των δανείων ήταν αρκετά υψηλότερα από εκείνα κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης, ούτε, εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο αιτών οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας τα χρέη, γνώριζε ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν δύναται να τα εξυπηρετήσει.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε δεχόμενο ότι ο πρώτος εφεσίβλητος - αιτών δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, και, συνεπώς, πρέπει οι ανωτέρω λόγοι της υπό κρίση έφεσης περί δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του να απορριφθούν ως αβάσιμοι...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές (που παρατέθηκαν κατά το μέρος που αφορούν την προκείμενη αναιρετική δίκη), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 7-3-2014 και με αρ. κατάθ. 416/2014 έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθ. 1129/Φ527/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο απορρίπτοντας, κατά την κύρια αιτιολογία του, τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και τούτο διότι Α) υπέλαβε εσφαλμένα ότι "δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής ", ενώ, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, το στοιχείο του δόλου του δανειολήπτη δύναται να συντρέχει και κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής και όχι μόνο κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε, η δε, συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει, ενώ επίσης Β) Αξίωσε για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης περί ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη, κατά την ανάληψη του χρέους, πρόσθετα στοιχεία, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, ενώ η αξίωση των στοιχείων αυτών για το ορισμένο της σχετικής ένστασης δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου, λαμβανομένου υπόψη και ότι, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, επίσης δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου, παραβίασε δε, με τον τρόπο αυτό, με ψευδή ερμηνεία και με εσφαλμένη υπαγωγή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010.

Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επίσης, είναι βάσιμος και ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., διότι πράγματι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του οποιαδήποτε (πόσο μάλλον επαρκή και σαφή) αιτιολογία, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα, του παραδεκτά προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος της με ενδεχόμενο δόλο περιέλευσης του αιτούντος οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, σχετικά με τον οποίο, άλλωστε, είχε υπολάβει εσφαλμένα ότι με τον ως άνω, πρωτοδίκως υποβληθέντα, ισχυρισμό του και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο τον επανυπέβαλε, το καθού - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

αναφερόταν στην με άμεσο (και όχι με ενδεχόμενο) δόλο περιέλευση του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6, αντίστοιχα, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Συνακόλουθα παρέλκει η έρευνα του τρίτου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων (που έγιναν δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού, η παραδοχή του οποίου θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των προαναφερόμενων πρώτου και δεύτερου λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν θα περιληφθεί διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7606/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ