1200/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2012 μη οριστική και 159/2013 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-12-2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1200/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): …4β/22.11.2016 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Θ. Α., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 1 την παραπάνω δικάσιμο της 7.3.2017 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1, 128, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1200 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1200/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Σ.-Δ. Τ. του Β., 2) Δ. Δ. του Α., 3) Ε. Ν. του Χ., 4) Λ. Κ. του Γ. και 5)Π. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2012 μη οριστική και 159/2013 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 26-2-2017 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικόλαου Τσάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 159/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 7.3.2017, κατά την οποία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκαν να παραστούν οι αναιρεσίβλητοι. Προς το σκοπό αυτό το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την υπ' αριθ.
…4β/22.11.2016 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Θ. Α., επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 1 την παραπάνω δικάσιμο της 7.3.2017 (άρθρ. 122§1, 123, 126§1, 128, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ., οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι δυνατόν να λυθούν και προ του συμφωνηθέντος χρόνου λήξεως αυτών με έκτακτη καταγγελία, για σπουδαίο λόγο και χωρίς τήρηση προθεσμίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οιοδήποτε εκ των συμβαλλόμενων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (ΟλΑΠ 10/1995, ΑΠ 77/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Θα πρέπει, συνεπώς, να καθίσταται μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα η περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως μέχρι την κανονική της λήξη (ΑΠ 14/1999 ΕΕργΔ 2001. 17, ΑΠ 451/1999 ΕλλΔνη 1999. 1734 ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, είναι νομική, τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη, όπως, άλλωστε, συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν εξικνείται μέχρι εκείνου του αναγκαίου βαθμού, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως.
Για την ανωτέρω απόφανση αναγκαία καθίσταται, άλλωστε, η αξιολογική στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών υπό το πρίσμα της καλής πίστης (ΑΠ 824/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 451/1999 ΕλλΔνη 1999. 1732, ΕφΑΘ 4155/2008 ΕλλΔνη 2009. 228). Ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας, εξάλλου, δύναται να αφορά είτε στο πρόσωπο του εργαζομένου, είτε στο πρόσωπο του καταγγέλλοντας εργοδότη.
Μόνη η μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, άρα και η μείωση των κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον οικονομικό κίνδυνο από τη δραστηριότητα του και δε μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτό ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικής δραστηριότητας (ΑΠ 77/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/1993 ΔΕΝ 1993. 990 ).
Κατ' εξαίρεση μόνο δύνανται τα ως άνω πραγματικά περιστατικά να συγκροτήσουν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης και δη όταν τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική υπόσταση του εργοδότη από την εξακολούθηση καταβολής μισθού για μεγάλο, ενόψει της υπολειπόμενης διάρκειας της σύμβασης διάστημα. Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης του δικαιώματος και απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δίκαιου, περιέχεται δε ήδη στο αρθρ. 25 παρ. 1 του Συντ/τος (ΑΠ 77/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερη περίπτωση άκυρης καταγγελίας, εξάλλου, συνιστά και αυτή της καταχρηστικής καταγγελίας κατ' άρθρο 281 ΑΚ. θα πρέπει, δηλαδή, και στην περίπτωση της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τα προβαλλόμενα από τον καταγγέλλοντα γεγονότα να θεμελιώνουν μία αρνητική πρόγνωση για την περαιτέρω λειτουργία της σύμβασης.
Η καταγγελία πάσχει, συνεπώς, ακυρότητας και δη λόγω καταχρηστικότητας, όταν τέτοιοι αντικειμενικοί λόγοι, που να δικαιολογούν την αρνητική πρόγνωση δεν υφίστανται, καθώς και όταν εν πάση περιπτώσει η προσφυγή στην καταγγελία αποτελεί αδικαιολόγητη επιλογή του επαχθέστερου μέτρου. Το βάρος απόδειξης των περιστατικών, που συνιστούν το σπουδαίο λόγο, φέρει πάντως εκείνος που έκανε την καταγγελία.
Η καταγγελία, εξάλλου, είναι κατ' αρχήν άτυπη, πλην αντιθέτου ρητής πρόβλεψης (π.χ. άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, που καθιερώνει την τήρηση έγγραφου τύπου για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου), δεν αποκλείεται δε να είναι και σιωπηρή, ως συναγόμενη από την έχουσα, αντικειμενικά, αξία δήλωσης συμπεριφορά του καταγγέλλοντος (ΑΠ 583/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1991/1990 ΔΕΝ 1992. 991).
Τέτοια σιωπηρή καταγγελία δύναται να συνιστά και η άρνηση αποδοχής των προσήκοντος προσφερόμενων υπηρεσιών του εργαζομένου από τον εργοδότη, υπό την προϋπόθεση, όμως, και πάλι ότι συνάγεται αναμφίβολα η εκδήλωση βούλησης για λύση της σύμβασης (ΑΠ 1169/1999 ΔΕΝ 2000. 72, ΑΠ 408/1998 ΕΕργΔ 1999). Στην προκειμένη περίπτωση και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε : "...Οι ενάγοντες είναι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος και δεύτερος χημικοί (ΠΕ 04.02), η δε τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εξ αυτών φιλόλογοι (ΠΕ 02).
Στο πλαίσιο λειτουργίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως υποστηρικτικός αυτής θεσμός, εξάλλου, λειτουργεί κατ' έτος στα σχολεία της ανωτέρω βαθμίδας πρόγραμμα ενισχυτικής διδασκαλίας, με το οποίο ταυτίζεται εννοιολογικά και ο νεότερος θεσμός της πρόσθετης διδακτικής στήριξης. Ο θεσμός αυτός είχε προβλεφθεί αρχικά με το άρθρο 27 του ν. 1304/1982 για τους μαθητές των A' και Β ' τάξεων Λυκείου, ενώ με το αρθ. 4 του ν. 1824/1988, επεκτάθηκε και στους μαθητές του γυμνασίου και του δημοτικού σχολείου.
Κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, εξάλλου, εξεδόθη η υπ' αριθ. 113321/Γ7/ 23/18.09.2008) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία ρυθμίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την οργάνωση και λειτουργία του προγράμματος της πρόσθετης διδακτικής στήριξης (ΠΔΣ). Στην απόφαση αυτή ορίζεται μεταξύ άλλων ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Διευθυντή Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι, μεταξύ άλλων, το να προσλαμβάνει τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς που πρόκειται να διδάξουν στην ΠΔΣ, ύστερα από εισήγηση των Προϊσταμένων Γραφείων, όπου αυτοί υφίστανται.
Όπως ρητά, μάλιστα, ορίζεται στην ως άνω Υπουργική απόφαση "Η επιλογή γίνεται ανά ειδικότητα από τον πίνακα, που καταρτίζει η Διεύθυνση ΔΕ βάσει των αιτήσεων των ωρομισθίων καθηγητών". Αρμοδιότητα του ιδίου ως άνω οργάνου, εξάλλου, αποτελεί και το να ανακαλεί τον ορισμό εκπαιδευτικών που δεν ανταποκρίνονται στο έργο τους, κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης του Σχεδιαστή-Αξιολογητή" (στ.
Β 2 του άρθρου μόνου της ως άνω ΥΑ). Κατά το στ. ΣΤ 1 β' του άρθρου μόνου της ιδίας ως άνω Υπουργικής Απόφασης "Στην ΠΔΣ διδάσκουν μόνιμοι και αναπληρωτές εκπαιδευτικοί οποιοσδήποτε βαθμίδας εκπαίδευσης και τύπου σχολείου ή και ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, σύμφωνα με Γ τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία: ...
β) Οι ωρομίσθιοι καθηγητές προσλαμβάνονται από το ΔΔΕ με βάση τους πίνακες, ανά ειδικότητα, που έχουν καταρτίσει οι Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου, όπου υφίσταται, για τις σχολικές μονάδες του Γραφείου του. Η πρόσληψη τους ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σύμβασης (Πρότυπο έγγραφο 14).
Σε κάθε περίπτωση, προηγούνται της επιλογής οι πολύτεκνοι ωρομίσθιοι καθηγητές που έχουν 3 παιδιά και άνω... Καθηγητής ωρομίσθιος μπορεί να διδάξει στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη που εφαρμόζεται σε σχολεία διαφορετικών Διευθύνσεων ή Γραφείων, αρκεί να μην υπερβαίνει το όριο των 10 ωρών εβδομαδιαίως και να δηλώνεται αυτό σε όλες τις Δ/νσεις ΔΕ, όπου προσφέρει διδακτικό έργο, με υπεύθυνη δήλωση του... 9.
Οι ωρομίσθιοι από τη συμμετοχή τους στην ΠΔΣ αποκτούν προϋπηρεσία στη Δημόσια Εκπαίδευση". Κατά το στ. Γ παρ. 5 και 6 του ιδίου ως άνω άρθρου, άλλωστε, "Το κανονικό πρόγραμμα της ΠΔΣ λήγει την ημέρα λήξης των μαθημάτων, όπως αυτή ορίζεται κάθε χρόνο με εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ. Την επόμενη ημέρα αρχίζει η υλοποίηση προγράμματος της ΠΔΣ για την υποστήριξη των εξετάσεων ".
Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Ζ. παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "Στους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς ανατίθενται ώρες διδασκαλίας στην ΠΔΣ με ωριαία όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 19 του άρθρου 14 του ν. 1586/1985 ". Αρμόδιος, συνεπώς, για την πρόσληψη από την πλευρά του Δημοσίου, όπως, άλλωστε, και για την "ανάκληση" ή καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ωρομισθίου εκπαιδευτικού για σπουδαίο λόγο, είναι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση, ο Διευθυντής Διεύθυνσης (βλ.
και πρότυπο έγγραφο 14 στο παράρτημα της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης). Κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2009-2010, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε την υπ' αριθ. 105716/Γ7/02-09-2009 εγκύκλιο, με την οποία οι επιθυμούντες να εργασθούν στο πρόγραμμα της ΠΑΣ καθηγητές εκλήθησαν να υποβάλουν αιτήσεις στις κατά τόπους Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Όλες οι αιτήσεις θα έπρεπε να υποβληθούν στο χρονικό διάστημα από 4 Σεπτεμβρίου 2009 ως και 11 Σεπτεμβρίου 2009 και να συνοδεύονται από επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του τίτλου σπουδών ή βεβαίωση κτήσης πτυχίου σε περίπτωση, που εκκρεμούσε η ορκωμοσία νέων πτυχιούχων, καθώς και βιογραφικό σημείωμα του ενδιαφερομένου.
Άπαντες οι ενάγοντες, εξάλλου, υπέβαλαν εμπροθέσμως και νομοτύπως αιτήσεις συμμετοχής στο πρόγραμμα ΠΔΣ για το σχολικό έτος 2009 - 2010, ανέμεναν δε την πρόσληψη τους από τα αρμόδια προς .τούτο όργανα. Τελικώς, με το υπ' αριθ. πρωτοκ. …34/Γ7/23-09- 2009 έγγραφο του προς τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τα Γραφεία Σχολικών Συμβούλων, τα Γενικά Λύκεια, ΕΠΑ.Λ.
κλπ., ο Υφυπουργός Παιδείας καλούσε τους ανωτέρω φορείς να προβούν "στην πρόσληψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού" σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθ. 113321/Γ7/2008 Υ.Α.. Αναφορικά με την πρόσληψη, άλλωστε, η ΥΑ 113321/Γ7/2008 προέβλεπε ότι "Ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης προσλαμβάνει τους ωρομισθίους εκπαιδευτικούς, που πρόκειται να διδάξουν στην ΠΔΣ, ύστερα από Εισήγηση των Προϊσταμένων Γραφείων, όπου αυτοί υφίστανται.
Οπωσδήποτε η επιλογή γίνεται ανά ειδικότητα από τον Πίνακα, που καταρτίζει η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης βάσει των αιτήσεων των ωρομισθίων καθηγητών" (Κεφ. Β' παρ. 2 στ. α' της ως άνω ΥΑ), και "σε κάθε περίπτωση προηγούνται της επιλογής οι πολύτεκνοι ωρομίσθιοι καθηγητές που έχουν τρία παιδιά και άνω" (Κεφ.
ΣΤ1 παρ. 1 στ. β ). Στο πλαίσιο αυτό ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων, εξέδωσε την υπ' αριθ. πρωτ. Φ.Π.Δ.Σ/5971/30-09-2009 απόφαση του, με την οποία ανετέθησαν στον πρώτο των εναγόντων, Δ. - Σ. Τ., καθήκοντα διδασκαλίας στις Λυκειακές Τάξεις Γυμνασίου ….. για επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009, στο δεύτερο των εναγόντων, Δ.
Δ. του Α., καθήκοντα διδασκαλίας στις Λυκειακές Τάξεις Γυμνασίου ... για έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10- 2009, στην τρίτη των εναγόντων, Ε. Ν. του Χ., καθήκοντα διδασκαλίας στο Εσπερινό Γενικό Λύκειο …. για τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009, στην τέταρτη των εναγόντων, Λ. Κ., καθήκοντα διδασκαλίας στο Εσπερινό Γενικό Λύκειο για δύο (2) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009 και στην πέμπτη εξ αυτών καθήκοντα διδασκαλίας στις Λυκειακές Τάξεις Γυμνασίου … για τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως από 06-10-2009.
Για τη διαδικασία πρόσληψης ακολουθήθηκαν τα προβλεπόμενα στην ως άνω υπ' αριθ. 113321 απόφαση ΥΠ,Ε.Π.Θ., με την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ετίθεντο μεν εκ προοιμίου συγκεκριμένα και αντικειμενικά ελέγξιμα κριτήρια για την πρόσληψη του προσωπικού, πέραν της επιβαλλόμενης υποχρέωσης της κατά προτεραιότητα πρόσληψης τριτέκνων εκπαιδευτικών, πλην, όμως, αυτή αποτελούσε την τότε εκφρασθείσα πολιτειακή βούληση, η οποία προέκρινε και προσέδιδε βάρος στην κρίση και εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου, βάσει της οποίας καταρτίζονταν εν συνεχεία οι οικείοι πίνακες από τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Άπαντες οι ενάγοντες, εξάλλου, οι οποίοι συμμορφώθηκαν πλήρως προς τις προβλέψεις της ισχύουσας τότε Υ.Λ. και επελέγησαν για τη διδασκαλία μαθημάτων της ειδικότητας τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτής, υπέγραψαν στις 06-10-2009 έγκυρες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο, όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από τον κατά νόμο προς τούτο οριζόμενο Διευθυντή της Διεύθυνσης Δ.Ε.
Ιωαννίνων, Ε. Μ., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας αποδείξεως. Με τις συμβάσεις αυτές, καθορίστηκε το ποσό της ωριαίας αντιμισθίας των εναγόντων, η διάρκεια των συμβάσεων, έως το τέλος του διδακτικού έτους, επιπλέον δε, συμφώνως προς την ΥΑ 113321/2008, το άρθρο 53 του πδ/τος 410/1988 και το άρθρο 14 του ν. 1566/1985, τα συμβαλλόμενα μέρη διέλαβαν ειδική πρόβλεψη, σύμφωνα με την οποία "Η σύμβαση λύεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του χρόνου ή κατόπιν καταγγελίας του Διευθυντή της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε κάθε περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος λόγος".
Εντούτοις, αμέσως μετά τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών της 4ης .10.2009 και με εντολή της νέας τότε Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ο Γενικός Διευθυντής Διοίκησης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του ΥΠ.Ε.Π.Θ. απέστειλε στις 08.10.2009 στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τα υπ' αριθ.
πρωτ. ….4/2009 και ...7/2009 έγγραφα του, με τα οποία καλούσε τις ανωτέρω Διευθύνσεις να μην προχωρήσουν στην υλοποίηση του Προγράμματος της Διδακτικής Στήριξης και, όπου έχουν τεθεί σε εφαρμογή οι διαδικασίες υλοποίησης, να διακοπούν. Στο δεύτερο, μάλιστα, από τα ανωτέρω έγγραφα αναφέρεται ότι "το Πρόγραμμα αναστέλλεται, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για την επιτυχή και αποτελεσματική υλοποίηση του".
Με επίκληση, δηλαδή, σοβαρών οικονομικών λόγων, που άπτονταν της δυνατότητας χρηματοδότησης του προγράμματος ΠΔΣ, το Υπουργείο Παιδείας με εσωτερικού, υπηρεσιακού χαρακτήρα ενημερωτικό έγγραφο, ανακοίνωνε την αναστολή λειτουργίας της ΠΔΣ και ζητούσε τη διακοπή της υλοποίησης της, χωρίς να λαμβάνει θέση ως προς το τι έδει γενέσθαι με τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις με ωρομίσθιους καθηγητές, όπως στην περίπτωση των εναγόντων.
Και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση όσον αφορά το επίμαχο Πρόγραμμα Διδακτικής Στήριξης, τέσσερις (4) μόλις ημέρες μετά την αναστολή του οικείου προγράμματος λόγω αδυναμίας εξεύρεσης οικονομικών πόρων, το ΥΠ.Ε.Π.Θ. απέστειλε στις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης το υπ' αριθ. πρωτ. ….30/Γ7/12-10-2009 έγγραφο του, με το οποίο γνωστοποιούσε την απόφαση συνέχισης λειτουργίας της ΠΔΣ, χωρίς οιαδήποτε αναφορά σε υπέρβαση οικονομικών δυσκολιών ή σε οιαδήποτε άλλη οικονομική παράμετρο και χωρίς οιαδήποτε αναφορά στην εργασιακή τύχη των ήδη προσληφθέντων ωρομισθίων εκπαιδευτικών κατά τα προαναφερθέντα.
Συγκεκριμένα, στο ως άνω έγγραφο αναφέρονταν τα ακόλουθα: "... αποφασίζουμε τη λειτουργία της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης (ΠΔΣ) σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της σχετικής Υπουργικής Απόφασης (113321/Γ7/4-9-2008 Υ.Α.) και τις εξής διευκρινίσεις : 1. Ως ημερομηνία έναρξης των μαθημάτων της ΠΔΣ ορίζεται η Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009. 2.
Οι προσλήψεις ωρομισθίων εκπαιδευτικών, που θα απασχοληθούν στην Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη κατά το σχολικό έτος 2009-2010, θα γίνουν από συμπληρωματικό Πίνακα, ο οποίος θα συνταχθεί από τις Δ/σεις Δ.Ε. λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί από τους υποψηφίους δυνάμει της υπ' αριθ. 105716/Γ7/02-09-2009 σχετικής Υπουργικής Απόφασης και στον οποίο θα καταταχθούν οι αιτούντες με βάση την ημερομηνία κτήσης του πτυχίου τους και σε περίπτωση σύμπτωσης της ημερομηνίας αυτής, με βάση το βαθμό του πτυχίου τους.
Οι ανωτέρω πίνακες, αφού συνταχθούν ανά ειδικότητα θα αναρτηθούν σε εμφανές σημείο στη Δ/νση Δ.Ε. και θα αποσταλούν ηλεκτρονικά στη Δ/νση ΣΕΠΕΔ/Τμήμα Ε' ΠΔΣ...". Με το ανωτέρω έγγραφο, δηλαδή, εν τέλει ανακοινώθηκε η συνέχιση λειτουργίας της ΠΑΣ και εν μέρει τροποποιήθηκε η σχετική υπ' αριθ. 113321/2008 ΥΑ ως προς τα κριτήρια επιλογής των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, αφού πλέον η πολιτειακή βούληση ήταν το σχετικό ζήτημα να μην αφίεται στην κρίση του οικείου Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και του Εισηγητή - Προϊσταμένου Γραφείου, αλλά να υφίσταται εκ των προτέρων ένα αντικειμενικό κριτήριο και δη αυτό της αρχαιότητας στο χρόνο κτήσης του πτυχίου και επί σύμπτωσης ως προς το χρόνο αυτό, το κριτήριο του βαθμού πτυχίου, συντασσομένου σχετικού πίνακα με βάση τα στοιχεία αυτά.
Κατά το μέρος που με την ως άνω υπ' αριθ. 125730/Γ7/12-10-2009 ΥΑ τροποποιούνταν οι προϋποθέσεις πρόσληψης ωρομισθίων εκπαιδευτικών, που θέσπιζε η υπ' αριθ. ….1/Γ7/04-09-20Θ8 απόφαση, ετίθεντο νέοι κανόνες δικαίου, ήτοι επρόκειτο περί κανονιστικής διοικητικής πράξης με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (βλ. Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 11η έκδ., Τόμος I, σελ. 186-187, στον αριθμό 173 ως προς το ότι η τροποποίηση της βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδοθείσας κανονιστικής πράξης ισοδυναμεί με νέα διαφορετική ρύθμιση του ίδιου θέματος και ότι η τροποποίηση αυτή δεν είναι δυνατό να φέρει αναδρομικό χαρακτήρα, αν δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στην εξουσιοδοτική διάταξη).
Πέραν, όμως, των ανωτέρω, με την ως άνω μη δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης Υπουργική Απόφαση, με την οποία επαναρυθμίζονταν τα κριτήρια επιλογής ωρομισθίων εκπαιδευτικών στην ΠΔΣ, δεν καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις των ήδη προσληφθέντων μέχρι τις 08-10-2009 εκπαιδευτικών, οπότε και ανακοινώθηκε η αναστολή του προγράμματος.
Και ενώ, δηλαδή, οιαδήποτε ρητώς εκπεφρασμένη και σαφής βούληση καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων δεν είχε κατί αρχάς διατυπωθεί από το εναγόμενο και δη από τον αρμόδιο Διευθυντή Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το πρόγραμμα ΠΔΣ, 4 μόλις μέρες μετά την ανακοίνωση αναστολής του για οικονομικούς λόγους, επαναλειτούργησε με μόνη διαφοροποίηση το κριτήριο επιλογής των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, ως προς τους οποίους συντάχθηκαν νέοι πίνακες και προσλήφθηκαν άλλα πρόσωπα, ως τα ήδη προσληφθέντα δυνάμει της ισχύουσας κατά το χρόνο πρόσληψης τους προγενέστερης Υπουργικής απόφασης πρόσωπα να μην είχαν ποτέ προσληφθεί.
Στο ως άνω κλίμα αβεβαιότητας οι ήδη προσληφθέντες ενάγοντες - ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, τα κριτήρια επιλογής των οποίων δεν είχαν μάλιστα νομοτύπως αναδρομικά καταργηθεί κατά την παρεμπίπτουσα σχετική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, απηύθυναν τις από 15-01-2010, 15-01-2010, 13-01-2010, 13- 01-2010 και από 29-10-2009 αντίστοιχα αιτήσεις τους, με τις οποίες επεσήμαιναν το γεγονός της μέχρι το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ενός εκάστου μη νομότυπης καταγγελίας των συμβάσεων τους και ζητούσαν την αποδοχή των υπηρεσιών τους στο ΠΔΣ, από τη συμμετοχή στο οποίο, άλλωστε, προσδοκούσαν κυρίως την εξασφάλιση προϋπηρεσίας στη Δημόσια Εκπαίδευση (άρθρο μόνο.
Κεφ ΣΓ παρ. 9 της ΥΑ Π332Τ/Γ7/04-09- 2008). Τελικώς, ο αρμόδιος για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των ωρομισθίων εκπαιδευτικών Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με τα με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.ΠΔΣ/186/15-01-2010, Φ.ΠΔΣ/187/15-01-2010, Φ.ΠΔΣ/116/13-01-2010, Φ.ΠΔΣ/ 117/13-01-2010 και Φ.ΠΔΣ/69166/29-10-2010 έγγραφα του προς τον 1° - 5° των εναγόντων, αντιστοίχως, απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή η αποδοχή των υπηρεσιών τους λόγω των υπ' αριθ.
ΓΔ/1544/08-10-2009 και ΓΔ/1547/08-10-2009 εγγράφων του Υπουργείου Παιδείας, με τα οποία είχε ανασταλεί η υλοποίηση του προγράμματος ΠΔΣ, καταγγέλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων.
Συνεπώς, ο σπουδαίος λόγος, που το εναγόμενο επικαλέστηκε δια του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ιωαννίνων με την παραπεμπτική αναφορά του στο υπ' αριθ. ΓΔ/1547/08-10-2009 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να προβεί σε πρόωρη λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων, ήταν η οικονομική αδυναμία του ελληνικού Δημοσίου να εξεύρει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για τη λειτουργία του προγράμματος.
Πέραν, όμως αυτού του λόγου, τον οποίο δεν είχε και υποχρέωση να αναφέρει ρητώς κατά την καταγγελία των συμβάσεων, το εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλε προσθέτως και την πρόθεση υιοθέτησης αντικειμενικού τρόπου πρόσληψης του ωρομισθίου εκπαιδευτικού προσωπικού στο πρόγραμμα της ΠΔΣ.
Αμφότεροι, όμως, οι ως άνω λόγοι, υπό τις συγκεκριμένες προεκτεθείσες περιστάσεις και συνθήκες, δε δικαιολογούν την πρόωρη λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων, αφού ο μεν πρώτος εξ αυτών οικονομικών πόρων) αποδεικνύεται προσχηματικός και μη ανταποκρινόμενος στην πραγματική διαμόρφωση των πραγμάτων, ο δε δεύτερος δε συνιστά εν προκειμένω σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, η οποία, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες αποδεικνύεται καταχρηστική και δυσανάλογη έναντι του επιδιωκόμενου με αυτήν στόχου.
Συγκεκριμένα, η επίκληση οικονομικής αδυναμίας, η οποία με τη συνδρομή και περαιτέρω περιστάσεων θα μπορούσε να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων, δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω. Τούτο δε, διότι, ενώ στις 08-10-2009 ελήφθη η απόφαση αναστολής υλοποίησης του προγράμματος της ΠΔΣ με επίκληση οικονομικής αδυναμίας από πλευράς του ελληνικού Δημοσίου προς χρηματοδότηση του, μόλις στις 12-10-2009 το εναγόμενο αποφάσισε την επαναλειτουργία του και δη χωρίς μείωση του αριθμού των διδασκόμενων μαθημάτων, των ωρών διδασκαλίας, των δυναμένων να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα σχολικών μονάδων, του αριθμού των προσλαμβανόμενων ωρομισθίων εκπαιδευτικών ή του καταβαλλόμενου σε αυτούς μισθού.
Αντιθέτως, ήδη στις 12-09-2009, ήτοι μόλις 4 μέρες μετά τη λήψη της προγενέστερης απόφασης αναστολής υλοποίησης του προγράμματος, το Ελληνικό Δημόσιο τροποποίησε μόνο το κριτήριο πρόσληψης του εκπαιδευτικού προσωπικού, αφήνοντας κατά τα λοιπά ίδιες τις λοιπές προϋποθέσεις λειτουργίας του προγράμματος. Όπως, μάλιστα, κατέθεσε με σαφήνεια ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας, ο οποίος ως εκ της θέσεως του, ήτοι αυτή του κατά τον ανωτέρω χρόνο Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Ν.
Ιωαννίνων, έχει πλήρη γνώση των σχετικών με την υπόθεση ζητημάτων, μετά την αλλαγή του κριτηρίου πρόσληψης και την απόφαση επαναλειτουργίας του προγράμματος ΠΔΣ από το εναγόμενο, προσελήφθησαν εκ νέου εκπαιδευτικοί, μεταξύ άλλων και προς κάλυψη των θέσεων, για τις οποίες προ ολίγων μόλις ημερών είχαν προσληφθεί οι ενάγοντες, και δη με τις ίδιες ακριβώς απολαβές των εναγόντων χωρίς οιαδήποτε αυτών μείωση ή περικοπή, ήτοι με 11 ευρώ/ώρα.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι σπουδαίος λόγος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των αναγκαίων οικονομικών πόρων δεν υφίστατο και ο λόγος αυτός δε θα ήταν δυνατό να προσδώσει κύρος στην υπό κρίση καταγγελία. Αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι ο αληθής επιδιωκόμενος σκοπός μέσω της αναστολής του προγράμματος λειτουργίας της ΠΔΣ ήταν η εν τω μεταξύ αλλαγή των κριτηρίων πρόσληψης των ωρομισθίων εκπαιδευτικών, προκειμένου η πρόσληψη αυτή να καταστεί διαφανέστερη, αντικειμενικότερη και για τους ίδιους λόγους δικαιότερη.
Ο λόγος, όμως, αυτός δε συγκροτεί στην προκείμενη περίπτωση σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης των εναγόντων και ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με επιλογή της καταγγελίας ως εξόχως δυσανάλογης κύρωσης. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες κατά το χρόνο υποβολής των αιτήσεων τους είχαν υπόψη τους τη μόνη εκπεφρασμένη και σε νομοθετικό κείμενο αποτυπωμένη πολιτειακή βούληση για πρόσληψη μετά από εισήγηση του Προϊσταμένου Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης αυτής.
Τήρησαν τη νομίμως ταχθείσα προθεσμία υποβολής αιτήσεων, επελέγησαν κατά το τότε ισχύον καθεστώς νομίμως και έσπευσαν σε υπογραφή των συμβάσεων τους με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αναμένοντας εν συνεχεία την ανάληψη Καθηκόντων. Οι προσλήψεις τους δεν έπασχαν εξ απόψεως κύρους, οι δε ενάγοντες ως εργαζόμενοι αφενός, αλλά και ως αντισυμβαλλόμενοι του ελληνικού Δημοσίου αφετέρου, είχαν διαμορφώσει έναν επαγγελματικό και οικονομικό προγραμματισμό να το ως άνω σχολικό έτος.
Το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο ήταν φασικά σε θέση να μεταβάλει δια των αρμοδίων αυτού οργάνων τα κριτήρια πρόσληψης για το μέλλον τηρώντας τη νόμιμη προς τούτο διαδικασία. Η αναδρομική, όμως, μεταβολή των κριτηρίων αυτών, για την οποία (αναδρομική τροποποίηση της προηγούμενης κανονιστικής διοικητικής πράξης), ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπήρχε και επιτρεπτική νομοθετική εξουσιοδότηση, σε ένα Κράτος Δικαίου, όπου η Διοίκηση δρα με το τεκμήριο της νομιμότητας και οι εναλλαγές προσώπων στην εκτελεστική εξουσία πρέπει να αφήνουν ανεπηρέαστες κατ' αρχάς τις ήδη συναφθείσες συμβατικές σχέσεις, ερχόταν σε αντίθεση με τον τρόπο λειτουργίας της διεπόμενης από την αρχή της χρηστής διοίκησης δράση του Δημοσίου, το οποίο ανατρέποντας ώριμα δικαιώματα και καταλύοντας ήδη συναφθείσες εργασιακές συμβάσεις ενεργούσε καθ' υπέρβαση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος του, ερχόμενο σε αντίθεση με την προγενέστερη συμπεριφορά του, στην οποία, άλλωστε, και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν δείξει εμπιστοσύνη.
Όπως, άλλωστε, η ανάκληση νομίμων επωφελών διοικητικών πράξεων δεν είναι κατ' αρχάς δυνατή λόγω πχ μεταγενέστερης διαφορετικής εκτίμησης των δεδομένων, που υπήρχαν κατά την έκδοση της πράξης, από το Δημόσιο (ΣτΕ 3064/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ει μη μόνον στις περιπτώσεις έντονου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο πρέπει και να αιτιολογείται ειδικώς, έτσι και ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της νομίμως καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας των εναγόντων λόγω μεταγενέστερης εκτίμησης των δεδομένων από το εναγόμενο ελληνικό Δημόσιο, που επείχε εν προκειμένω θέση εργοδότη, θα έπρεπε mutatis mutandis να θεραπεύει ένα έντονο δημόσιο συμφέρον.
Τέτοιο έντονο, όμως, δημόσιο συμφέρον εν προκειμένω δεν υφίστατο και η αλλαγή του κριτηρίου πρόσληψης, ανεξάρτητα από το αν ενδεχομένως καθιστούσε τη σχετική διαδικασία διαφανέστερη και αντικειμενικότερη, θα μπορούσε να ισχύσει για μη συναφθείσες εισέτι συμβάσεις εργασίας ωρομισθίων ή ακόμα και για το επόμενο σχολικό έτος.
Μόνη, όμως, η επιθυμία αναδρομικής τροποποίησης του κριτηρίου πρόσληψης, δε συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας, η δε καταγγελία για το λόγο αυτό υπερβαίνει τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος του εναγομένου ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μάλιστα, επέλεξε εν προκειμένω προς πραγμάτωση της βούλησης του το πλέον δυσανάλογο και επαχθές μέτρο.
Από τη διατήρηση, αντιθέτως, των εναγόντων ως ωρομισθίων εκπαιδευτικών δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει αρνητική πρόγνωση για το μέλλον της εργασιακής σχέσης από πλευράς οιουδήποτε των συμβαλλόμενων, ούτε η. διατήρηση της ήταν ιδιαιτέρως επαχθής για το ελληνικό Δημόσιο. Κατά συνέπεια η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν έγινε για σπουδαίο λόγο και είναι εξ αυτού άκυρη.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη η οποία δέχθηκε τα ίδια και έκρινε άκυρη ως καταχρηστική την εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν Δημόσιο, υποστηρίζει τα αντίθετα.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης, το εκκαλούν παραπονείται διότι η εκκαλούμενη απόφαση, κατά παράβαση του αρθ. 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ. της 26 Ιουν /ΙΟ Ιουλ.1944), επιδίκασε στους εφεσίβλητους τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά (τα οποία δεν αμφισβητεί ειδικώς), με βάση το ισχύον γενικώς επιτόκιο υπερημερίας και όχι το θεσπιζόμενο με την ανωτέρω διάταξη ποσοστού 6% ετησίως.
Επί του λόγου αυτού εφέσεως, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Η διαφοροποίηση μεταξύ του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου, νόμιμου και υπερημερίας, και του αντίστοιχου επιτοκίου για τις οφειλές του Δημοσίου, με την προαναφερθείσα διάταξη, χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη διαφοροποίηση αυτή, συνιστά αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση που έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ 1 του Συντάγματος αλλά και με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως έχει γίνει δεκτό, κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη (βλ.
ΟλΣτΕ 1663/2009, ΟλΑΠ 10/2008, ΟλΕΣ 513/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο νόμιμος τόκος επί του ποσού που επιδικάζεται στο νικήσαντα διάδικο με δικαστική απόφαση εμπίπτει, δηλαδή, στην έννοια της περιουσίας η οποία προστατεύεται από την τελευταία ως άνω διάταξη. Μόνο δε το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου για προστασία της περιουσίας του (βλ.
απόφαση ΕΔΔΑ, Μεΐδάνης κατά Ελλάδος, ΝοΒ 2008.1367 σκέψεις 30,31). Η εκκαλουμένη επομένως η οποία συντάχθηκε με την ως άνω κρατούσα επί του ζητήματος άποψη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, ως εκ τούτου δε κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ως υπό κρίση περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο έφεσης, παραπονείται το εκκαλούν, διότι η εκκαλουμένη έκρινε νόμιμο το σχετικό αίτημα των εναγόντων και κήρυξε την καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή κατά παράβαση του αρθ. 8 ν. 2097/1952, που απαγορεύει την αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, καθώς και του άρθρου 909 περ. 1 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ..
Ο λόγος αυτός έφεσης, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι βάσιμος από νομική άποψη, καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις που περιορίζουν το δικαίωμα εκτέλεσης εις βάρος του Δημοσίου, πρέπει να θεωρηθούν καταργημένες, ως ευρισκόμενες σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 94 παρ. 4,95 παρ. 5 Συντ., 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής καθώς και αυτών των άρθρων 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΟλΑΠ 17/2002 ΕλλΔνη 2002. 1009, 21/2001 ΕλλΔνη 2002. 83), πρέπει, πρώτιστος, να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η απόφαση του παρόντος σε δεύτερο βαθμό δικαστηρίου, είναι εκτελεστή και συνεπώς καθίσταται άνευ αντικειμένου η περί προσωρινής εκτελεστότητας διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 672, 281, 288 ΑΚ, 13 παρ. 1 ν.3149/2003, 125730/Γ7/2009 ΥΑ, β) 21 Δ/τος της 26/7/10.8.1944, 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΑΑ, γ) 19 α.ν.1715/1951.
Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ειδικότερα ως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αα) περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου δημόσιου συμφέροντος ο οποίος καθιστούσε έγκυρη την καταγγελία των συμβάσεων των αντιδίκων του, κρίνοντας ότι δεν υφίστατο τέτοιος λόγος και η καταγγελία των συμβάσεων ήταν καταχρηστική και άκυρη, ββ) έκρινε ότι ορθά επιδικάσθηκε στους αντιδίκους του το αναφερόμενο στην πρωτοβάθμια απόφαση ποσό με το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του και γγ) έκρινε ότι η απόφασή του είναι προσωρινώς εκτελεστή απορρίπτοντας ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο τον τρίτο λόγο της έφεσής του σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της προσωρινής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, ενώ δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν υπέρ των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί ερημοδικάστηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 159/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ