1200/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1200/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26.05.2014 αίτηση των Β. χήρας Μ. Σ., Γ. Μ. Σ., Θ. Μ. Σ. και Δ. Σ. Σ., με την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Μ. Π. Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1200 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1200/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Μαίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Μ. Σ., το γένος Ι. Κ., 2) Γ. Μ. Σ., 3) Θ. Μ. Σ., κατοίκων ... και 4) Δ. Σ. Σ., με την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Μ. Π. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος ανακάλεσε την από 14.5.2015 δήλωσή του και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ. Κ., 2) Ι. Χ. Κ. και 3) Ι. Χ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8.7.2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 316/2009 του Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 509/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 152/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26.5.2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 17/11/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 26.05.2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 152/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. Σκέφθηκε κατά το νόμο Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.4 εδ.α και γ’ , 498 παρ.1, 568 παρ.1,2,4, 575 και 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ’ αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο - οπότε η αναβολή με σημείωση στο πινάκιο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου ισχύει ως κλήτευσή του -, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ’ αναβολή συζήτηση, διαδίκου, και η συζήτηση της υποθέσεως προχωρεί παρά την απουσία αυτού, το ίδιο δε ισχύει και αν δόθηκαν επανειλημμένες αναβολές (πρβλ.
ΑΕΔ 33/1995 ΕλλΔνη 36.571 - ΑΠ 566/1991), σε αποφατική δε περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 2133/2013 ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 26.5.2014 αίτηση των Β. χήρας Μ. Σ., Γ. Μ. Σ., Θ. Μ. Σ. και Δ. Σ. Σ., με την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Μ. Π. Σ., που κατατέθηκε στη γραμματεία του οικείου Δικαστηρίου με αριθμό 10/3.06.2014, για αναίρεση της 152/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, απευθυνομένη κατά των Α. Χ. Κ., Ι. Χ. Κ. και Ι. Χ. Κ. Για την εν λόγω υπόθεση είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος για εκδίκασή της η 17η Δεκεμβρίου 2014, κατά την οποία παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Δημητρούκα, ενώ οι αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες και η συζήτησή της αναβλήθηκε, λόγω αποχής δικηγόρων, κατ’ άρθρο 575 εδ.1 Κ.Πολ.Δ., για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.05.2015). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες, νομίμως εκπροσωπηθέντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αναστάσιο Δημητρούκα. Αντίθετα οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ... και ...25.9.2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου Σ. Κ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 26.05.2014 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 17ης Δεκεμβρίου 2014 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους. Νέα κλήτευση των διαδίκων αυτών, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ’ αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να προχωρήσει τη συζήτηση της υποθέσεως, και παρά την απουσία αυτών, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1033 του ΑΚ "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή". Κατά δε τα άρθρα 1041 και 1045 του ΑΚ, αντίστοιχα, "Εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία)" και "Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία)", ενώ κατά το άρθρο 1051 του ίδιου ΑΚ "Εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του".
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος συναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ο δε λόγος αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθ. ...1971 συμβόλαιο ενώπιον του Συμβ/φου Ναυπάκτου Ιωάννη Παπαγεωργακόπουλου-Ιντζέ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου (τ.
…με α.α….), ο Ι. Κ. (πατέρας της πρώτης εναγόμενης) και το τέκνο του Χ. Κ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων) αγόρασαν από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία τα ακόλουθα ακίνητα, που ευρίσκονται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Ναυπάκτου : (α) ένα ποτιστικό αγρό τεσσάρων και ημίσεως στρεμμάτων, που συνορεύει με ιδιοκτησίες Γ.
Τ., Π. Π., Α. Κ. και Γ. συζ. Χ. Σ. και Χ. Κ., (β) μια ανώγεια οικία μετά του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της, εμβαδού δύο στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως μείζονος ή ελάσσονος και αν είναι, η οποία συνορεύει με ιδιοκτησίες Ι. Γ., Χ. Κ. και Γ. Τ. και (γ) ένα δεντροπερίβολο, εκτάσεως ενός στρέμματος, το οποίο συνορεύει με ιδιοκτησίες κληρονόμων Α.
Κ., Γ. Τ., κληρονόμων Α. Κ. και Π. Π.. Στη συνέχεια οι ανωτέρω συγκύριοι των προαναφερόμενων ακινήτων με το με αριθ. ...1971 προικοσυμβόλαιο ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (τ. … με α.α….), συνέστησαν προίκα υπέρ της πρώτης εναγομένης κατά τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 1412 και 1414 ΑΚ και συγκεκριμένα ο πατέρας αυτής Ι.
Κ. μεταβίβασε τη διοίκηση και την επικαρπία στο σύζυγο αυτής (1ης εναγόμενης Μ. Σ. του Γ.) και την ψιλή κυριότητα σ’ αυτήν (εναγόμενη): 1) 2250 τ.μ., ήτοι το ήμισυ του περιγραφόμενου ανωτέρω με στοιχείο "α" ακινήτου, στην ανατολική πλευρά του μείζονος ακινήτου, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Χ.
Ι. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Χ. Κ. και 2) το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου της ανωγείου οικίας μετά του αναλόγου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της, μετά της αναλογούσης σ’ αυτήν (ημίσειας) συνεχόμενης εκτάσεως ενός στρέμματος και εκ της ανατολικής πλευράς της μείζονος εκτάσεως των δύο στρεμμάτων, που περιγράφεται ανωτέρω υπό το στοιχείο "β" και συνορεύει ανατολικά με δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Χ.
Κ. βόρεια με ιδιοκτησία του ιδίου (Χ. I. Κ.) βόρεια με ιδιοκτησία του ιδίου (Χ. I. Κ. πρόκειται για στενή δίοδο, που αφέθηκε προς εξυπηρέτηση της πρόσβασης του δυτικού τμήματος του Χ. Κ. με τον προς ανατολάς Κοινοτικό δρόμο) και νότια με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Με το προικοσυμβόλαιο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Κ.ς μεταβίβασε για τον ίδιο λόγο στην πρώτη εναγομένη αδερφή του το ανήκον στον ίδιο έτερο ήμισυ (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί της ανωτέρω ανωγείου οικίας μετά του αναλογούντος σ’ αυτήν ποσοστού εξ αδιαιρέτου (ημίσεως) επί του οικοπέδου.
Ο ίδιος διατήρησε την κυριότητα του υπολοίπου ενός στρέμματος. Με σχετική δήλωσή του ο Χ. Κ. στο προικοσυμβόλαιο αναγνώρισε ότι καλώς έγινε από τον πατέρα του η εν λόγω διαιρετή παραχώρηση των ανωτέρω ακινήτων και ότι δεν έχει ούτε διατηρεί κανέναν απολύτως δικαίωμα ή αξίωση από την αιτία αυτή. Έτσι με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο συστάσεως προικός έγινε μεταξύ των αρχικώς συγκυρίων άτυπη διανομή των αγορασθέντων από κοινού ακινήτων με το με αριθ. ...1971 (βλ.
και τη με αριθ. 226/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε επί της από 15.1.1999 αγωγής της πρώτης των εναγομένων, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί ποσοστό ληφθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου) και ο μεν δικαιοπάροχος των εναγόντων έλαβε το δυτικό τμήμα, η δε εναγόμενη αδελφή του το ανατολικό.
Έκτοτε δηλαδή από το έτος 1971 (χρόνο άτυπης διανομής) ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Κ. ασκούσε όλες τις προσδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, δηλαδή περιποιόταν τα ελαιόδεντρα και τα εσπεριδοειδή, απεκόμιζε τους καρπούς αυτών, το επισκεπτόνταν και το επόπτευε έως και το θάνατό του, που επήλθε στις 11.7.1989.
Μετά τον θάνατό του η νομή του τμήματος αυτού περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού και ήδη ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την με αριθ. ...1991 δήλωση αποδοχής ενώπιον του Συμβ/φου Ναυπάκτου Αθ. Γουργουλέτη, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία (Τ. ... με α.α….). Στη δήλωση αποδοχής της ανωτέρω κληρονομιάς από παραδρομή αναφέρεται ως βόρειο σύνορο του υπό στοιχείο "α" ακινήτου "ιδιοκτησία Μ.
Σ." και ως ανατολικό ιδιοκτησία Χ. Κ.", ενώ έχει ως βόρειο σύνορο την ιδιοκτησία Χ. Κ. και ως ανατολικό την ιδιοκτησία Μ. Σ.. Η συγκληρονόμος Θεοδώρα χήρα Χ. Κ. με το με αριθ. ...1998 συμβόλαιο του ανωτέρω Συμβ/φου, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία (τ. 143 με α.α. 316), μεταβίβασε το μερίδιο της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στα τέκνα της ενάγοντες με συνέπεια αυτοί να καταστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, συνέχισαν δε να νέμονται αυτό και να το επιμελούνται.
Συνεπώς κατέστησαν συγκύριοι αυτού παραγώγως δυνάμει των ανωτέρω τίτλων και πρωτοτύπως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτό με διάνοια συγκυρίων, με καλή πίστη και τους ανωτέρω τίτλους για χρόνο περισσότερο της δεκαετίας, προσμετρούμενης και της νομής των δικαιοπαρόχων τους στην πρώτη περίπτωση, καθώς και της εικοσαετίας, νεμόμενοι αυτό με διάνοια συγκυρίων για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας, προσμετρούμενης και της νομής των δικαιοπαρόχων τους στη δεύτερη περίπτωση της εκτάκτου χρησικτησίας.
Η πρώτη εναγόμενη με το με αριθ. ...1995 συμβόλαιο ενώπιον του Συμβ/φου Ναυπάκτου Χαρ. Δημόπουλου, που μεταγράφηκε στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τ. 135 με α.α. 251), προέβη σε σύσταση οριζόντιων-κάθετων ιδιοκτησιών και γονική παροχή προς το τέκνο της τρίτη εναγόμενη. Στην πράξη συστάσεως συμπεριέλαβε και τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, εμβαδού (835,73 τ.μ., που ευρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου αυτών, το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 26,95 μ.
με ιδιοκτησία Χ. Κ., νότια σε πλευρά μήκους 29,18 μ. με υπόλοιπο αγρό των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρά μήκους 31,70 μ. με ιδιοκτησία των εναγομένων και δυτικά σε πλευρά μήκους 27,89 με ιδιοκτησία άγνωστου, όπως αυτό αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο χωρίς ημερομηνία τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού Μηχανικού Β.
Π. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Θ-Ι-Ι1-Ι2-Α, αμφισβητώντας έτσι την κυριότητα των εναγόντων σ’ αυτή. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στο πλαίσιο ανταλλαγής ακινήτων ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Κ. παραχώρησε στην πρώτη τούτων προ του έτους 1982 το ένδικο τμήμα, αφού αυτός κατά την πώληση τμημάτων του αρχικού ακινήτου τούτων 12.500 τ.μ., που έλαβε κατά την προαναφερθείσα άτυπη διανομή του έτους 1971, κατέλαβε και μεταβίβασε σε τρίτους και τμήμα του ακινήτου που παραχωρήθηκε στην πρώτη τούτων.
Ότι έκτοτε από το έτος 1982 κατείχε η πρώτη και ενέμετο το ένδικο ακίνητο με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο ισχυρισμός αυτός ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία συνιστά άρνηση της αγωγής, αφού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1971 έως 2004- χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής δεν χωρούν δύο έκτακτες χρησικτησίες).
Ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία συνιστά ένσταση. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία. Ειδικότερα στο ανωτέρω με αριθ. ...1995 συμβόλαιο αναφέρεται ως τίτλος κτήσεως της πρώτης εναγομένης το με αριθ. ...1971 συμβόλαιο συστάσεως προικός. Ωστόσο αυτό αντιφάσκει με την προγενέστερη και μεταγενέστερη συμπεριφορά αυτής :
Α) Στη με αριθ. ...2002 άδεια οικοδομής, που εκδόθηκε από την αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία για την ανέγερση ισόγειας οικοδομής στη βόρεια πλευρά του ακινήτου της εναγομένης (ανατολική πλευρά του ενιαίου ακινήτου), στο επισυναπτόμενο σ’ αυτή (άδεια) σκαρίφημα αναφέρεται ιδιοκτησία Χ. Κ. το ίδιο αναφέρεται και στο επισυναπτόμενο σκαρίφημα της με αριθ. 77/2004 άδειας προσθήκης καθ’ ύψος, Β) με τα με αριθ. ...
και ...2004 συμβόλαια Γονικής Παροχής ενώπιον του Συμβ/φου Ναυπάκτου Αθ. Γουργουτέλη, που μεταγράφηκαν στα ίδια βιβλία (τ. ... με α.α. ...), η πρώτη μεταβίβασε στην τρίτη τούτων (τέκνο της) και στον γαμβρό της Κ. Μ., την ψιλή κυριότητα του 1/6 εξ αδιαιρέτου κάθετης ιδιοκτησίας, η οποία αποτελεί τμήμα οικοπέδου 979,82 τ.μ.
που ευρίσκεται στη θέση "..." Ναυπάκτου (δηλαδή αφορά τμήμα του αρχικώς αγορασθέντος από την προικοδότρια ακινήτου), που φέρεται να συνορεύει νότια σε πλευρά Δ-Ε-Ζ μήκους 29,90 μ. συν 26,50 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Κ. και "ήδη εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία της παρέχουσας" σε αντίθεση με το άριθ. ...1995 συμβόλαιο, όπου ως νότιο όριο της ίδιας ως άνω εκτάσεως των 972,82 τ.μ.
ορίζεται πλευρά Δ-Ε-Ζ μήκους 29,00 μ. συν 26,50 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Κ.. Περαιτέρω ισχυρίζονται, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί προϊόν ανταλλαγής και συγκεκριμένα ότι ο δικαιοπάροχός τους Μ. Σ. με το με αριθ. ...1973 συμβόλαιο έγινε κύριος ενός αγρού 25 στρεμμάτων στη θέση ... ..., που βρίσκεται δυτικά νοτιότερα του επίδικου, από την οποία πώλησε στον Χ.
Κ. με το αριθ. ...1978 συμβόλαιο 12.500 τ.μ. Ότι από την έκταση πώλησε τα παρακάτω τεμάχια σε τρίτους και παραχώρησε κοινόχρηστους χώρους. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι : 1) Με το με αριθ. ...1982 συμβόλαιο πώλησε στον Ι. Β. 2.002,60 τ.μ. και άφησε δρόμους από Βορρά Νότο 32X6 και Ανατολή Δύση 62,60X5, 2) Με το με αριθ. ...1983 συμβόλαιο πώλησε στη Β.
Κ. 2.000,25 τ.μ. 3) Με το με αριθ. ...1991 συμβόλαιο πώλησε στους Α. Α. και Κ. Κ. 1.636,32 (818,30+818) τ.μ. 4) Με το με αριθ. ...1992 συμβόλαιο πώλησε στον Π. Β. 1.099,02 τ.μ. 5) Με το με αριθ. ...1994 συμβόλαιο πώλησε στο Δ. Κ. 800 τ.μ. και συνολικά 7.538,46 τ.μ. Β) Παραχώρηση δρόμων και κοινόχρηστων χώρων: Με τα με αριθ. ...1982, ...1983, ...1990, ...1986 και ...1991 συμβόλαια παραχωρήθηκαν δρόμοι εκτάσεως Α) 96,00 Χ 6,00 Βορράς-Νότος= 576,00 τ.μ.
Β) 106,00 X 6,00 Ανατολή-Δύση= 639,60 τ.μ. Γ) πλατεία 16,00 X 16,00=256,00 τ.μ. και συνολικά 1471,00 τ.μ. Ότι η εναπομείνασα ιδιοκτησία αυτού (4.623,81 τ.μ.) είναι μεγαλύτερες κατά 1.133,17 τ.μ. από την αποκτηθείσα με το με αριθ. ...1978 συμβόλαιο, λόγω μεταθέσεως της σταθερής ερυθράς γραμμής δυτικότερα προς την πλευρά Μ. Σ.. Για τον λόγο αυτό συμφώνησαν την προαναφερθείσα ανταλλαγή.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος αφού κατά τον χρόνο του θανάτου του Χ. Κ. (11.7.1989) δεν είχε διαφανεί το ενδεχόμενο πωλήσεως μεγαλυτέρας εκτάσεως από την ιδιοκτησία του, περιλαμβάνουσα και μέρος της ιδιοκτησίας Μ. Σ., αφού ο δικαιοπάροχος των εναγόντων μέχρι τον χρόνο του θανάτου του συμμετείχε ως πωλητής στα με αριθ. ...1982 και ...1982 πωλητήρια συμβόλαια, καθώς στις με αριθ. ...1982, ...1982 παραχωρήσεις κοινόχρηστων χώρων.
Οι επικαλούμενες μεταβιβάσεις με τα με αριθ. ...1991, ...1992 και ...1994 συμβόλαια έγιναν μετά τον θάνατο αυτού".
Δέχεται δηλαδή το Εφετείο ότι ο πατέρας της πρώτης αναιρεσείουσας-εναγομένης Ι. Κ. και ο αδελφός της Χ., δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, από τα αναφερόμενα τρία ακίνητα, συνολικού εμβαδού 7.500 τ.μ., που απέκτησαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. ...1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, συνέστησαν προίκα υπέρ της ίδιας αναιρεσείουσας με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. ...1971 συμβόλαιο α) ο μεν πατέρας της Ι.
επί του ιδανικού του μεριδίου από το υπό στοιχ. "α’ " ακίνητο (αγρό), εμβαδού 4500 τ.μ., που αντιστοιχεί (το ιδανικό μερίδιο) σε 2250 τ.μ. και επί του ιδίου μεριδίου του (από το υπό στοιχ. "β’ " ακίνητο, ήτοι "ανώγεια οικία μετά του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της, εμβαδού δύο στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως μείζονος ή ελάσσονος και αν είναι", που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο επί του ακινήτου) σε 1.000 τ.μ., και β) ο αδελφός της Χ.
επί του ιδανικού του μεριδίου επί της οικίας, ενώ "ο ίδιος διατήρησε την κυριότητα του υπολοίπου ενός στρέμματος (από την "εν γένει περιοχή της οικίας" εκτάσεως δύο στρεμμάτων), συνέστησαν δηλαδή οι ανωτέρω προίκα υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας επί ακινήτου συνολικού εμβαδού 3.250 τ.μ. και της επ’ αυτού ανώγειας οικίας, τα οποία και περιήλθαν σ’ αυτήν κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ως αυτοτελές (διαιρετό) τμήμα του μείζονος ακινήτου ανατολικό τμήμα μετά την εν έτει 1971 άτυπη μεταξύ των μερών διανομή του ενιαίου ακινήτου, ενώ το υπόλοιπο, ανατολικό τμήμα του μείζονος αυτού ακινήτου περιήλθε στον αδελφό της Χ., δικαιοπάροχο των εναγόντων.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, από την κατά τα ανωτέρω άτυπη διανομή (1971) μέχρι τον κατά το έτος 1989 θάνατό του ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων νεμόταν το ειρημένο ανατολικό τμήμα του ακινήτου με τις αναφερόμενες πράξεις νομής (καλλιέργεια κ.λ.π.) από δε του θανάτου του μέχρι την άσκηση της αγωγής την ίδια νομή εξακολούθησαν να ασκούν οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν και μετέγραψαν το σχετικό συμβόλαιο, και έγιναν έτσι κύριοι, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική, ως ανωτέρω διαδοχή) αλλά και με πρωτότυπο (τακτική χρησικτησία για την οποία συντρέχει και το στοιχείο της καλής πίστης και έκτακτη, με προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου τους), η δε πρώτη αναιρεσείουσα, δέχεται το Εφετείο, στην υπ’ αριθμ. ...1995 πράξη συστάσεως οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών επί της ιδιοκτησίας της συμπεριέλαβε και το επίδικο τμήμα, εμβαδού 835,73 τ.μ.
που άνηκε στο προαναφερθέν ανατολικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων Χ. Κ. και στην κυριότητα των τελευταίων, κατά τα προεκτεθέντα. Βάσει των παραδοχών αυτών και αφού απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της δικής τους κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 75/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχαν αναγνωρισθεί αυτοί συγκύριοι του επιδίκου.
Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου συνέντρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων των άρθρων 1033, ως προς την κτήση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ για την επί της χρησικτησίας βάση της αγωγής των τελευταίων, τις οποίες διατάξεις το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού οι προειρημένες αιτιολογίες της απόφασης είναι πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ως ανωτέρω εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερο, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11 περ γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, ο δε αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα"), όπως είναι και ο λόγος εφέσεως και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Εν προκειμένω, από την αναφορά του Εφετείου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αποδεικνύονται από τα κατ’ είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και από το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και τα υπ’ αριθμ. 243/1999 πρακτικά από άλλη δίκη του Μονομελούς Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, και τα αντίθετα που οι τελευταίοι υποστηρίζουν με τον δεύτερο, από τον αρ. 11 γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα. Από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι είχαν επαναφέρει την πρωτοδίκως απορριφθείσα ένστασή τους για δική τους κυριότητα στο επίδικο και τον οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν το δικαστήριο. Επομένως, και ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
ΙV. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, αλλά πρέπει, επί πλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. ...1971 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ιωάννου Παπαγεωργακόπουλου - Ιντζέ, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι η επιφάνεια, που προικοδοτήθηκε με το εν λόγω συμβόλαιο στην πρώτη από τους αναιρεσείοντες στη θέση "...", ήταν 3.250 τ.μ., ενώ αυτή στην πραγματικότητα σύμφωνα με το συμβόλαιο ήταν 4.250 τ.μ. (και όχι 3.250 τ.μ.
που εκ παραδρομής προφανώς ανεγράφη στη σελίδα 20 της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως). Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε και μάλιστα το κείμενό του περιελήφθη στην απόφαση (σελίδα 7) αλλά σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε κρίσεις και συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθά και ειδικότερα δεν συνήγαγε όπως εκθέτουν οι αναιρεσείοντες εξαιτίας της εσφαλμένης αυτής ανάγνωσης ότι η επίδικη έκταση των 835,73 τ.μ.
ανήκει στους αντιδίκους και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας, αλλά όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης (αρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) το Εφετείο από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τις λοιπές αποδείξεις δέχθηκε ότι "... με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο συστάσεως προικός έγινε μεταξύ των αρχικώς συγκυρίων άτυπη διανομή των αγορασθέντων από κοινού ακινήτων με το με αριθ. ...1971 (βλ.
και τη με αριθ. 226/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε επί της από 15.1.1999 αγωγής της πρώτης των εναγομένων, με την οποία ζητούσε να της καταβληθεί ποσοστό ληφθείσης αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου) και ο μεν δικαιοπάροχος των εναγόντων έλαβε το δυτικό τμήμα, η δε εναγόμενη αδελφή του το ανατολικό...".
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ προσέτι απαράδεκτος είναι και για το λόγο ότι ως εκ του αποδεικτέου θέματος, που αφορά σε τακτική και έκτακτη χρησικτησία, το έγγραφο αυτό δεν είναι το αποδεικτικό μέσο στο οποίο το δικαστήριο αποκλειστικά στήριξε το πόρισμά του για την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο.
Ακολούθως, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26.05.2014 αίτηση των Β. χήρας Μ. Σ., Γ. Μ. Σ., Θ. Μ. Σ. και Δ. Σ. Σ., με την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Μ. Π. Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου.
Δεν τίθεται θέμα δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.05.2014 αίτηση των Β. χήρας Μ. Σ., Γ. Μ. Σ., Θ. Μ. Σ. και Δ. Σ. Σ., με την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Μ. Π. Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 152/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ