1200/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 μη οριστική, 95/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2009 αίτησή τους και με τους από 5-1-2011 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1200/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1200 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1200/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Σ. του Γ. και 2. Λ. συζ. Ι. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Νικόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μήτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2002 μη οριστική, 95/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2009 αίτησή τους και με τους από 5-1-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε τις από 1-2-2011 και 24-1-2012 εκθέσεις του με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ, οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, και θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος.
Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δυνάμει του .../11-9-1965 προσυμφώνου πωλήσεως, του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Χρήστου Ζαμπούνη, είχε προσυμφωνήσει την αγορά από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος το 1947 Α.
Κ. του Γ., ήτοι τους Α. χήρα Α. Κ., Ε. σύζ. Χ. Μ., Μ. σύζ. Α. Μ., το γένος Α. Κ., Ά. Κ. του Α. και Γ. Κ. του Α., μίας ερειπωμένης ισόγειας οικίας, μετά του υπ' αυτήν οικοπέδου και της προ βορρά αυλής, εμβαδού 4X4 μέτρων περίπου, ευρισκομένων στον Ταξιάρχη Χαλκιδικής, που συνόρευαν γύρωθεν, κατά το ως άνω προσύμφωνο, νότια με ιδιοκτησία Π.
Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Τ., δυτικά με ιδιοκτησία Α. Τ. και βόρεια με κοινοτικό δρόμο. Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος το 1973 αγόρασε από τον Δ. Μ. του Φ., δυνάμει του από 18-7-1973 ιδιωτικού συμφωνητικού, το όμορο προς δυσμάς του ανωτέρω (πρώτου) οικοπέδου ακίνητο, εμβαδού 45 τ.μ. περίπου, το οποίο συνόρευε γύρωθεν, κατά το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, βόρεια με κοινοτικό δρόμο, νότια με οικόπεδο Ι.
Σ., πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ανατολικά με Γ. Λ. (ενάγοντα-αναιρεσίβλητο) και συγκεκριμένα με το προαναφερόμενο ακίνητο που απέκτησε, δυνάμει του ανωτέρω .../1965 προσυμφώνου και δυτικά με δρόμο. Τέλος ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, δυνάμει του .../29-9-1973 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Πολυγύρου Παναγιώτη Γεωργιάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστη κύριος με αγορά από τον Χ.
Ν. του Ν., ενός οικοπέδου, εμβαδού 348 τ.μ., κείμενο στον Ταξιάρχη Χαλκιδικής, μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, που συνορεύει γύρωθεν, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ν. Π., δυτικά με δρόμο πλάτους 2 μέτρων και πέραν αυτού με οικόπεδο, ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ. Κ., βόρεια με οικία, ιδιοκτησίας κληρονόμων Α.
Κ., ήτοι μετά του οικοπέδου, την αγορά του οποίου είχε προσυμφωνήσει αυτός με το προαναφερόμενο προσύμφωνο, και νότια με οικόπεδο, ιδιοκτησίας κληρονόμων Χ. Κ.. Το ανωτέρω οικόπεδο, είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω άμεσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, δυνάμει του .../31-12-1968 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Ζαφειρίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους Π.
Κ. του Α., Μ. Κ. του Α., χήρα Ι. Π., Σ. Κ. του Α., συζ. Ι. Ξ. και Τ. Κ. του Α., συζ. Δ. Σ., ως συγκληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους Α. Κ.. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος, αφού κατεδάφισε τις παλαιές οικίες που υπήρχαν στα δύο ως άνω οικόπεδα, που είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Α. Κ. και από τον Χ. Ν., έκτισε το 1973, βάσει της .../31-8-1973 οικοδομικής άδειας που έλαβε, επί των ανωτέρω τριών ομόρων ακινήτων νέα διώροφη οικοδομή, με την οποία κατέλαβε όλο το εμβαδό των οικοπέδων που είχε αγοράσει από τους Δ.
Μ. και τους κληρονόμους του Α. Κ., αντίστοιχα, καθώς και τμήμα του οικοπέδου που είχε αγοράσει από τον Χ. Ν., ενώ το υπόλοιπο ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου αυτού, άρχισε να το χρησιμοποιεί ως αυλή της οικίας του. Αντίστοιχα, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι νομείς και κάτοχοι του ομόρου, του (τρίτου) οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου προς δυσμάς ακινήτου και συγκεκριμένα αυτού, που στο προαναφερόμενο συμβόλαιο του τελευταίου, αναφέρεται ως ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.
Κ., ο οποίος ήταν πατέρας της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας και πεθερός του πρώτου αναιρεσείοντος, εμβαδού 230 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει ανατολικά με το ως άνω (τρίτο) οικόπεδο, ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, βόρεια με το ως άνω δεύτερο οικόπεδο, ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, δυτικά με κοινοτικό δρόμο και νότια με κοινοτικό δρόμο.
Επί του ανωτέρω οικοπέδου τους και συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα αυτής περίπου οι αναιρεσείοντες έκτισαν το 1963 μία οικία, εμβαδού 78 τ.μ. περίπου, ενώ στο βόρειο τμήμα του προϋπήρχε ένα κτίσμα, εμβαδού 20 τ.μ., το οποίο, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Γ. Κ. χρησιμοποιούσε ως οικία, οι δε τελευταίοι το χρησιμοποιούν ως αποθήκη και γκαράζ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η επικοινωνία του τρίτου οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου με τον προς δυσμάς αυτού ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο και η εξυπηρέτηση των ως άνω αναγκών του, τουλάχιστον από τριακονταετίας και συγκεκριμένα από το 1968, όταν σ' αυτό υπήρχε η παλαιά οικία των απώτερων και άμεσου δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου, αλλά και μετά από το 1973, όταν ο τελευταίος αγόρασε το οικόπεδο και κατεδάφισε αυτήν, ανεγείροντας και επί τμήματός του τη νέα διώροφη οικοδομή του, χρησιμοποιώντας το ισόγειο αυτής ως καφενείο και τον πρώτο όροφο ως κατοικία του, το δε ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου ως αυλή, προκειμένου να καλλιεργεί λαχανικά και να αποθηκεύει κοπριά και καυσόξυλα, γινόταν δια μέσου διόδου πλάτους 2 μέτρων, η αρχή της οποίας βρίσκεται στον προς δυσμάς κοινοτικό δρόμο, συνεχίζει με κατεύθυνση προς ανατολάς δια μέσου του ακινήτου των αναιρεσειόντων σε καμπύλη γραμμή, σε μήκος 8 μέτρων και καταλήγει στο ανατολικό τμήμα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα σε καγκελόπορτα που υπάρχει επ' αυτού και οδηγεί στον ακάλυπτο χώρο (αυλή) του ανωτέρω (τρίτου) οικοπέδου αυτού.
Την δίοδο αυτή χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι (απώτεροι και άμεσος) του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να εισέρχονται στο οικόπεδο, όπου υπήρχε η παλαιά οικία του Α. Κ., καθώς και ο μισθωτής της παλαιάς οικίας Ι. Ξ., όταν το οικόπεδο ήταν ιδιοκτησίας του άμεσου δικαιοπαρόχου του Χ. Ν., για την μετάβασή τους σ' αυτό, όπως μετέπειτα και ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να εισέρχεται στην αυλή της οικίας του, για να περιποιείται τα λαχανικά και λουλούδια που φύτευε επ' αυτής, καθώς και να μεταφέρει και να αποθηκεύει κοπριά και καυσόξυλα, με διάνοια δικαιούχων δουλείας διέλευσης και όχι κατά παραχώρηση των αναιρεσειόντων ή του δικαιοπαρόχου τους Γ.
Κ.. Τοιουτοτρόπως, κατέστη ο αναιρεσίβλητος δικαιούχος πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου του και εις βάρος του ακινήτου των αναιρεσειόντων, δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας, εφόσον χρησιμοποιούσε την δίοδο αυτή ως οιονεί νομέας πλέον της εικοσαετίας, και πλέον της τριακονταετίας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Τον Φεβρουάριο του 1997, οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες τοποθέτησαν στην νοτιοανατολική πλευρά της ως άνω διόδου τούβλα και γλάστρες, ενώ ο πρώτος αναιρεσείων στάθμευσε το παλαιό αγροτικό του αυτοκίνητο επ' αυτής. Με τις ανωτέρω ενέργειές τους οι αναιρεσείοντες διατάραξαν τον αναιρεσίβλητο από την άσκηση του δικαιώματος δουλείας της επίδικης διόδου.
Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι ουδέποτε υπήρχε δίοδος δια μέσου του ακινήτου τους, από τον οποίο να διέρχονταν και να επικοινωνούσαν με την δυτική κοινοτική οδό οι δικαιοπάροχοι του (τρίτου) οικοπέδου του αναιρεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το γεγονός ότι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι και ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, κληρονόμοι Α.
Κ. και Χ. Ν., αντίστοιχα, χρησιμοποιούσαν την ανωτέρω δίοδο, προκειμένου το ακίνητό τους να επικοινωνεί με τον δυτικό κοινοτικό δρόμο με διάνοια δουλειούχου και όχι κατά παραχώρηση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και των ιδίων, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι και στα δύο μεταβιβαστικά συμβόλαια, ήτοι τόσο στο .../31-12-1968 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Ζαφειρίδη, με το οποίο οι κληρονόμοι του Α.
Κ. μεταβίβασαν το οικόπεδο στον Χ. Ν., όσο και στο .../29-9-1973 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Πολυγύρου Παναγιώτη Γεωργιάδη, με το οποίο ο Χ. Ν. μεταβίβασε το οικόπεδο στον αναιρεσίβλητο, ως δυτικό όριο του μεταβιβαζομένου οικοπέδου αναφέρεται "δρόμος πλάτους δύο μέτρων, χρησιμοποιουμένου υπό των πωλητών και πέραν τούτου με οικόπεδο κληρονόμων Γ.
Κ.", ήτοι το οικόπεδο των αναιρεσειόντων. Τα ανωτέρω δεν καταρρίπτονται από τις ..., ... και .../1-12-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων-αναιρεσειόντων Α. Π., Ά. χήρας Α. Λ. και Α. Π., οι οποίες είναι όμοιες κατά το περιεχόμενό τους, ούτε και από την .../24-11-1998 ένορκη βεβαίωση του ..., υιού του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Π.
Κ. του Α., καθόσον ο ανωτέρω δεν είναι δυνατό να γνωρίζει καλύτερα την πραγματική κατάσταση από τον πατέρα του, ο οποίος ως πωλητής δήλωσε στο ως άνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο, ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο συνορεύει δυτικά με δρόμο πλάτους 2 μέτρων και μετά από αυτόν (δρόμο) με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ.
Κ., ήτοι των αναιρεσειόντων. Επιπλέον ο ισχυρισμός των τελευταίων, ότι ο αναφερόμενος στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο του αναιρεσιβλήτου ως δυτικό σύνορο δρόμος πλάτους 2 μέτρων, δεν είναι η επίδικη δίοδος, αλλά άλλος δρόμος που βρίσκεται σε επαφή με τον δυτικό τοίχο του σπιτιού του αναιρεσιβλήτου και διαχωρίζει την ιδιοκτησία του τελευταίου από την τότε ιδιοκτησία Γ.
Κ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, το γεγονός ότι μεταξύ της οικίας του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Π. Κ. και της παλιάς οικίας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Γ. Κ. δεν υφίσταται δρόμος, αποδεικνύεται και από την κατάθεση του γείτονα των διαδίκων Γ.
Κ., που περιέχεται στην .../2008 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Βασιλικής Μαλακούδη, ο οποίος βεβαιώνει ότι μέρος του δυτικού τοίχου της οικίας Κ., εφάπτονταν του τοίχου της οικίας Γ. Κ. και δεν υφίστατο συνεπώς εκεί μεταξύ τους δρόμος. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί, ότι ο ως άνω αναφερόμενος στο ανωτέρω συμβόλαιο δρόμος αφορά τον δυτικά ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο, αφού αφενός το οικόπεδο αυτό, δηλαδή που αγόρασε ο αναιρεσίβλητος από τον Χ.
Ν., δεν συνορεύει με αυτόν τον κοινοτικό δρόμο - το οικόπεδο που αγόρασε ο ενάγων από τον Δ. Μ., συνορεύει με τον ευρισκόμενο δυτικά κοινοτικό δρόμο - και αφετέρου σε μία τέτοια περίπτωση, το συμβόλαιο θα ανέφερε, ότι το μεταβιβαζόμενο οικόπεδο συνορεύει με οικόπεδο κληρονόμων Γ. Κ. και πέραν αυτού με κοινοτικό δρόμο και όχι το αντίθετο.
Επιπλέον, το γεγονός ότι στο επισυναπτόμενο της .../1973 οικοδομικής αδείας του αναιρεσιβλήτου τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Ν. Α., δεν εμφανίζεται η επίδικη δίοδος, δεν αποτελεί άνευ ετέρου απόδειξη περί του ότι δεν υφίσταται η επίδικη δίοδος, καθόσον το κρίσιμο του ανωτέρω σχεδιαγράμματος, ως προκύπτει και από την σχετική βεβαίωση του ως άνω μηχανικού, έγκειται στο να πιστοποιηθεί το ακριβές εμβαδό, το σχήμα και η θέση του οικοπέδου που αφορά η άδεια, καθώς και η θέση των γειτονικών οικοπέδων και των υπαρχόντων επ' αυτών κτισμάτων και όχι τυχόν υφιστάμενες δουλείες.
Επίσης, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοι αυτών δεν ήταν δυνατό να διέρχονται από την επίδικη δίοδο, διότι στο σημείο εκείνο υπήρχε η σκάλα που οδηγούσε στην παλαιά οικία του δικαιοπαρόχου τους Γ. Κ., καθόσον, όπως προκύπτει από την κατάθεση της Γ.
Θ., στην .../1998 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Αναστασίας Χατζηπαζαρλή, η σκάλα αυτή γκρεμίστηκε το 1963. Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο, αφού είχε είσοδο και πρόσβαση στην αυλή του, ήτοι στο επίδικο ακίνητο από τη νότια ευρισκόμενη κοινοτική οδό, αφού υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά της νότιας πλευράς του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου με τον υφιστάμενο εκεί κοινοτικό δρόμο και συγκεκριμένα περί τα 3 μέτρα, η δε παλαιά είσοδος που υπήρχε καθώς και κάποια πέτρινα παλιά σκαλοπάτια, δεν χρησιμοποιούνταν εδώ και πολλά χρόνια, αφού λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς, ήταν πολύ δύσκολο να ανεβεί κανείς από εκεί στην αυλή του αναιρεσιβλήτου και σχεδόν αδύνατο, εάν ήθελε να κουβαλήσει κάτι (π.χ.
καυσόξυλα), για να τα αποθηκεύσει εκεί και δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ακινήτου. Επιπλέον αποδείχθηκε, ότι η επίδικη δίοδος είναι ο μοναδικός δρόμος, από τον οποίο ο αναιρεσίβλητος μπορεί να έχει εύκολη πρόσβαση στο νότιο ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου του (αυλή), αφού άλλη δίοδος είναι μόνο δια μέσου της οικίας του και συγκεκριμένα δια μέσου της πόρτας του λουτρού του και δια μέσου διαδρόμου που υπάρχει, πλάτους 70 εκατοστών, μεταξύ του ανατολικού τοίχου της οικίας του τελευταίου και του δυτικού τοίχου της οικίας του ομόρου οικοπέδου, ιδιοκτησίας Ν.
Π., στον οποίο (διάδρομο), όμως, υφίστανται οι καπνοδόχοι των οικιών και διέρχονται σωλήνες αποχέτευσης. Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι η πρόσβαση του ενάγοντος στην αυλή της οικίας του από οποιαδήποτε άλλη δίοδο, πλην αυτής που διέρχεται από το ακίνητο των αναιρεσειόντων, θα ήταν είτε λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς από τον νότιο κοινοτικό δρόμο, είτε λόγω της στενότητας από την πόρτα του λουτρού της οικίας του, είτε από τον ως άνω διάδρομο που υπάρχει ανάμεσα στην οικία του και την οικία Ν.
Π., από αδύνατη έως ιδιαίτερα προβληματική. Επίσης, ενισχυτικό της κρίσης περί του ότι ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο διανοία δουλειούχου, προκειμένου να εισέρχεται στο νότιο (ακάλυπτο) τμήμα του οικοπέδου του, είναι και το γεγονός ότι ουδέποτε περιέφραξε αυτό (οικόπεδο) σε όλο το μήκος της δυτικής του πλευράς, που συνόρευε με την επίδικη δίοδο.
Αντίθετα, πάντα στην δυτική πλευρά του οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου υπήρχε άνοιγμα, πλάτους περίπου ίδιο με αυτό της διόδου, το οποίο αρχικά έκλεινε πρόχειρα με σύρμα και μετέπειτα με καγκελόπορτα, ενώ ταυτόχρονα φρόντισε και για την τσιμεντόστρωση της διόδου που έγινε με κοινές δαπάνες των διαδίκων".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του και εις βάρος του ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δυνάμει εκτάκτου χρησικτησίας, εφόσον χρησιμοποιούσε τη δίοδο αυτή ως οιονεί νομέας πλέον της εικοσαετίας, και ειδικότερα δέχτηκε, ότι ενισχυτικό περί του ότι ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποιούσε την επίδικη δίοδο διανοία δουλειούχου, προκειμένου να εισέρχεται στο νότιο ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου του, είναι και το γεγονός, ότι ουδέποτε περιέφραξε το οικόπεδο αυτό σε όλο το μήκος της δυτικής του πλευράς, που συνόρευε με την επίδικη δίοδο.
Κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε την ύπαρξη δικαιώματος δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και εις βάρος του ακινήτου των αναιρεσειόντων. Έτσι, που έκρινε, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045, 974 και 975 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αναίρεσης, καθώς και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση των Ι. Σ. κ.λ.π. και τους επ' αυτής από 5-1-2011 προσθέτους λόγους για αναίρεση της 83/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ