Supreme Court dismisses appeal against state's land claim, voiding proceedings under new law due to lack of factual basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against the Greek State's claim to a specific property. The State argued the land was public forest acquired in 1914, while the private owners claimed ownership through long-term possession. The court voided the entire litigation because the State's claim lacked factual evidence of actual possession or administrative penalties against the owners.
Legislator headnote
AI generatedArt. 16 of Law 5024/2023; Art. 2 of Law 147/1914: Proceedings regarding public forest land must be dismissed if the State fails to prove actual possession or administrative penalties against the current owners.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 11 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Π., 2) Σ. συζύγου Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Γούμενο (ΑΜ ΔΣΑ 29667), με την από 20-5-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 §2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις στις 28-4-2025.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια της Αγγελικής Χειρδάρη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε υπόμνημα στις 26-5-2025.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ...-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2017 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με αρ. κατ. 31/26-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η δικαστική παραστάτρια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το νυν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την με αρ.κατ. ...-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, στρεφόμενο κατά των νυν αναιρεσειόντων, ζήτησε α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του επί του γεωτεμαχίου-οικοπέδου με ΚΑΕΚ 21 025 48 11 128 και β) τη διόρθωση των σχετικών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, καθόσον στο Εθνικό Κτηματολόγιο τούτο (επίδικο) καταχωρίσθηκε ανακριβώς στα οικείο κτηματολογικό φύλλο ως ανήκον κατά κυριότητα κατά ποσοστό 50% εις έκαστο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι α) 5/28-1-2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που απέρριψε την αγωγή και β) 3/19-1-2017 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης , που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ηττηθέντες εναγόμενοι-εφεσίβλητοι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 31/26-4-2018, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός μηνός από την επίδοσή της στις 30-3-2018, καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο (άρθρα 495§3, 552, 553, 556, 558, 564§1 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 16 του ν.5024/2023 "Ρυθμίσεις για την εξαγορά κατεχομένων ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ακινήτων του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, λοιπές διατάξεις για την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του ν.5113/2024 (ΦΕΚ Α 96/21-6-2024) και ισχύει "1.
Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα και απέχει από την άσκηση αγωγών της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 (Α` 275) ως προς ακίνητα τα οποία κείνται σε εκτάσεις εντός σχεδίων πόλεως ή οικισμού, για τα οποία δεν εφαρμόζεται ο ν. 998/1979 (Α` 289), εφόσον σωρευτικά πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις: α) ο ιδιώτης έχει αναγραφεί ως κύριος στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές, β) δεν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί σε αυτόν ή τους δικαιοπαρόχους από υπηρεσία του Δημοσίου Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής (Π.Δ.Α.) ή Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης (Π.ΚΑ.Α.Χ.) για το ακίνητο αυτό, εκτός αν πρόκειται για ανταλλάξιμο ακίνητο, και γ) δεν προβάλλονται δικαιώματα του Δημοσίου εξ άλλης αιτίας. 2.
Η παρ. 1 δεν ισχύει για εκτάσεις, οι οποίες στο σχέδιο πόλεως ή οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους, πάρκα ή άλση. 3. Στην περίπτωση που έχουν ασκηθεί αγωγές από το Δημόσιο για τα ακίνητα της παρ. 1, οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται. 4. Για ακίνητα που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της παρ. 1 και η παρ. 3.
Για ακίνητα του πρώτου εδαφίου της παρούσας, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της παρ. 1, πλην της περ. α' και η παρ. 3." Κατά την αιτιολογική έκθεση του ν.5024/2023 "Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δημόσιο απέχει από την άσκηση αγωγών της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 (Α' 275) αναφορικά με ακίνητα τα οποία κείνται σε εκτάσεις εντός σχεδίων πόλεως ή οικισμού για τα οποία δεν εφαρμόζεται ο ν. 998/1979 και τα οποία διαχειρίζεται το Υπουργείο Οικονομικών.
Οι εν λόγω εκτάσεις έχουν περιέλθει στη διαχειριστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών δυνάμει της περ. ζ' της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α' 289), με πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής. Επειδή όμως τα πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής συνοδεύονταν μόνο από στοιχεία εδαφικού εντοπισμού, κατά την υποβολή δηλώσεων και ενστάσεων σύμφωνα με την κτηματολογική διαδικασία, οι Κτηματικές Υπηρεσίες δεν έχουν επαρκή στοιχεία για τα ακίνητα αυτά και επομένως δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες δικαίωσης των θέσεων του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 (Α' 67).
Σημειωτέον ότι στα εν λόγω ακίνητα υπάρχουν (κυρίως) δομημένες επιφάνειες και δη πολυκατοικίες. Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω ο νομοθέτης, καθώς και την αναστάτωση που προκαλείται και θα συνεχίσει να προκαλείται στην κοινωνική και οικονομική ζωή εκ των ως άνω εν πολλοίς ανυποστήρικτων ενστάσεων και αγωγών του Δημοσίου επιλέγει να απέχει στο εξής από την άσκηση των αγωγών της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 για τα ακίνητα αυτά, εφόσον:
α) ο ιδιώτης έχει αναγραφεί ως κύριος στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, β) δεν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί σε αυτόν ή τους δικαιοπαρόχους από την οικεία Κτηματική Υπηρεσία Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής (Π.Δ.Α.) ή Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης Αυθαίρετης Χρήσης (Π.ΚΑ.Α.Χ.) για τα ακίνητα αυτά λόγω του χαρακτήρα τους και γ) δεν προβάλλονται δικαιώματα του Δημοσίου εξ άλλης αιτίας.
Διευκρινίζεται ότι το υπό (α) κριτήριο συντρέχει και στις περιπτώσεις που η οικεία Κτηματική Υπηρεσία είναι σε θέση να διαπιστώσει, κατόπιν σχετικής έρευνας, τη συνδρομή του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ακόμη και αν στις κτηματολογικές εγγραφές δεν αναγράφεται ρητά ότι ο ιδιώτης έχει καταστεί κύριος με χρησικτησία δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις εφαρμόζονται και για τα ανταλλάξιμα ακίνητα εντός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, με στόχο την αποφυγή πρόκλησης αναστάτωσης στην κοινωνική και οικονομική ζωή και την ομαλή εκπλήρωση του αποκαταστατικού σκοπού που εξυπηρετούν τα ανταλλάξιμα ακίνητα. Αυτονοήτως, στην παρ. 2 προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις της παρ. 1 δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλεως ή οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους, πάρκα ή άλση.
Στην παρ. 3 προβλέπεται ότι στην περίπτωση που έχουν ασκηθεί αγωγές από το Δημόσιο για τα ακίνητα της παρ. 1, οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται. Τέλος, στην παρ. 4 ορίζεται ότι οι παρ. 1 και 3 εφαρμόζονται και για ακίνητα που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.".
Επιπλέον με την αιτιολογική έκθεση του ν.5113/2024, που τροποποίησε την ως άνω διάταξη , επισημαίνεται ότι " Η περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 5024/2023 (Α' 41) περί αποχής του Δημοσίου από την άσκηση αγωγών, τροποποιείται, ώστε η διάταξη να καταλαμβάνει και ακίνητα που δεν είχαν στο παρελθόν δασικό χαρακτήρα". Ακολούθησε η ΥΑ 2605/2024 (ΦΕΚ Β' 6521/27.11.2024) με την οποία ρυθμίστηκαν λεπτομέρειες για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης-ιδίως σε εξωδικαστικό επίπεδο- αναφορικά, όμως, μόνο για τα ακίνητα που προέρχονται από διανομή και ανήκουν στην διαχείριση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Πλην όμως στην §2 εδ.β του άρθρου 3 της ως άνω ΥΑ ορίζεται "....Άλλη αιτία για την σύννομη προβολή ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Δημοσίου συνιστούν, ιδίως, επιγενόμενοι του κατ' αρχήν εξεταζομένου καθεστώτος διανομής βάσει της αγροτικής νομοθεσίας, ισχυροί και απαράγραπτοι τίτλοι κτήσεως, όπως η συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου, η χρησικτησία, η εξαγορά ή άλλης φύσεως ειδική ή καθολική διαδοχή." Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν.5024/2023, της οποίας η συνταγματικότητα και η εναρμόνιση με την ΕΣΔΑ έχει κριθεί με τις 1128/2024, 20/2025 και 253/2025 αποφάσεις του Αρείου Πάγου (οι δύο πρώτες μάλιστα αφορούν ακίνητα γειτονικά του επιδίκου) , σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, είναι η οριστική και ταχεία επίλυση του διαχρονικού κοινωνικού προβλήματος που αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των επί μακρό χρόνο κατεχόμενων από ιδιώτες - υπό τους όρους της ιδιάζουσας χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν.3127/2003- δημοσίων κτημάτων, ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να δημιουργηθεί ασφάλεια δικαίου και να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων επί αγωγών διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών (δηλ.
του άρθρου 6§2 του ν.2664/1998), έρχεται δηλ. να υποστηρίξει εμμέσως την απρόσκοπτη λειτουργία του άρθρου 4 του ν.3127/2003, που προβλέπει την κατ' εξαίρεση κτήση κυριότητας από ιδιώτη επί δημοσίου κτήματος μετά την 11-9-1915. Η ρύθμιση αυτή κατά την §3 καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες. Κρίθηκε (ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 20/2025 και ΑΠ 253/2025) ότι ακόμη και στον Άρειο Πάγο μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη και να καταργηθεί η δίκη, χωρίς προηγουμένως να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης , παρά το ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 38/1996) , παρά μόνο αν γίνει δεκτή η αίτηση και παραπεμφθεί η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή κρατηθεί προς εκδίκαση από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο (580§3 ΚΠολΔ), οπότε και μόνο τότε αναβιώνει η εκκρεμοδικία.
Η κρίση αυτή υπαγορεύεται από το ότι για την διόρθωση των πρώτων εγγραφών απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17§1 του ν.2664/1998, που ορίζει " 1. Επιτρέπεται η διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών αν αμφισβητηθεί δικαίωμα που αναγράφεται στα Κτηματολογικά φύλλα. Για τη διόρθωση αυτή απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση ύστερα από άσκηση της κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 6 ή της κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγής." Θα ήταν αντίθετο στους προρρηθέντες σκοπούς του νομοθέτη για ταχεία άρση της αβεβαιότητας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων, να απαιτούνταν για την κατάργηση της δίκης, να προηγούνταν ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης και παραπομπή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 16 του ν.5024/2023, σαν να επρόκειτο για παραίτηση από το δικαίωμα (296 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, την συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο ν.5024/2023 για την κατάργηση της δίκης ενώπιόν του ο Άρειος Πάγος θα την κρίνει, εφόσον επιλαμβάνεται μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης, με βάση τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης κατ' άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ, χωρίς να κωλύεται να λάβει υπόψη του και άλλα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίσθηκαν ενώπιόν του κατ' άρθρο 570§3 του ΚΠολΔ, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν προβαίνει σε αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εφαρμόζει , ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη της τελευταίας , τον ειδικό νόμο περί κατάργησης της δίκης.
Περαιτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 16 του ν.5024/2023 αφορά τρεις ομάδες ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία διαχειρίζεται το Υπουργείο Οικονομικών, ήτοι α) τα μη προστατευόμενα από το ν.998/1979, δηλ. την δασική νομοθεσία, β) τα ανταλλάξιμα (δηλ. τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30.1.1923 σύμβασης της Λωζάννης "περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών", που κυρώθηκε με το από 25/25.8.1923 ν.δ., της από 21.6.1924 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και του άρθρου 1 της Ελληνοτουρκικής από 10/6/1930.
Συμφωνίας, που συνομολογήθηκε στην Άγκυρα, και κυρώθηκε με το ν. 4793/1930) και γ) τα υπαχθέντα σε διανομή, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας. Η πρώτη κατηγορία, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφορά τα ακίνητα τόσο τα ουδέποτε προστατευόμενα από το ν.998/1979, όσο και αυτά που έπαψαν να προστατεύονται από αυτόν.
Ειδικότερα, στο άρθρο 3 του ν.998/1979 ρυθμίζεται το πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου και καταλαμβάνει 1) τα δάση , ως τέτοιων νοουμένων του οργανικού συνόλου άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), 2) τις δασικές εκτάσεις, ως τέτοιων νοουμένων όταν η υπάρχουσα στο παραπάνω σύνολο άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά, 3) οι οποιασδήποτε φύσης ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών, 4) τα εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, το περιαστικό πράσινο, οι κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις, 5) τμήματα πάρκου ή άλσους, τα οποία φέρουν μη δασική βλάστηση συνδέονται όμως οργανικά με το σύνολο του πάρκου ή άλσους υπό την έννοια ότι συμβάλλουν στη διατήρηση της φυσικής ισορροπίας του συνόλου, 6) οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα και 7) οι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών, που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές.
Στην δε παρ.6 του ανωτέρω άρθρου 3 του ν.998/1979 ορίζεται ρητά ότι ο ανωτέρω νόμος δεν εφαρμόζεται α) στις ανέκαθεν γεωργικώς καλλιεργούμενες εκτάσεις, β) στις χορτολιβαδικές εκτάσεις που στη λήψη Α/Φ έτους 1945 ή, εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960, εμφάνιζαν αγροτική μορφή, γ) στις τεχνητές δασικές φυτείες που δημιουργούνται από τους ιδιοκτήτες τους, ως και οι από αυτούς φυτεύσεις δένδρων, επί εκτάσεων που έχουν τη μορφή χορτολιβαδικών κλπ.
εκτάσεων είτε σε εφαρμογή εθνικών ή κοινοτικών προγραμμάτων είτε όχι, με σκοπό την παραγωγή και εμπορία δασικών προϊόντων ή την αναβάθμιση της αισθητικής του τοπίου, δ) στις αλυκές, ε) στις αμμώδεις εκτάσεις της παραλιακής ζώνης, που δεν καταλαμβάνονται από δασική ή χορτολιβαδική βλάστηση, στ) στα πεδινά ρέματα που δεν φέρουν δασική βλάστηση, ζ) "στις περιοχές για τις οποίες υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών, τα όρια των οποίων έχουν εγκριθεί με πράξεις της Διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των προεδρικών διαταγμάτων 21.11/1.12.1979 (Δ` 693), 2.3/13.3.1981 (Δ` 138) ή 24.4/3.5.1985 (Δ` 181) ή βρίσκονται εντός ορίων εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών ή ρυμοτομικών σχεδίων και όπως τα όρια αυτά έχουν εφαρμοσθεί στο έδαφος ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του ν. 947/1979 ή αποτελούν εκτάσεις Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, που οργανώθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4458/1965, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 742/1977, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2545/ 1997 και όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (Α` 143) για τις οποίες έχει εγκριθεί η οριοθέτηση ή το ρυμοτομικό τους σχέδιο", η) στις ζώνες των αποστραγγιστικών δικτύων, που φέρουν δασική βλάστηση φυσικώς ή τεχνητώς δημιουργημένη, ή είναι περιοχές βιομηχανικών - βιοτεχνικών εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται σε ζώνες οικιστικού ελέγχου του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (Α` 33), ως προς τα ακίνητα επί των οποίων έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις, κατόπιν ισχυουσών αδειών ή άλλων διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας ή βεβαιώσεων ή άλλων εγγράφων πληροφοριακού χαρακτήρα του αρμοδίου Δασάρχη ή του Διευθυντή Δασών ότι δεν εμπίπτουν σε δάσος ή δασική έκταση και θ) στις εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11.6.1975 λόγω επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, εφόσον διατηρούν τη χρήση που τους αποδόθηκε.
Σημειωτέον ότι, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των προστατευόμενων από την δασική νομοθεσία (ν.998/1979) εκτάσεων στηρίζεται στο νόμο και δη στο τεκμήριο κυριότητας που θεσπίσθηκε το πρώτον με τα άρθρα 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" για τις περιοχές τις κείμενες στο Παλαιό Βασίλειο (Πελοπόννησο-πλην Μάνης, Στερεά Ελλάδα, Νησιά Αργοσαρωνικού) (ΑΠ 386/2025, ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 52/2014), επεκτάθηκε στη Θεσσαλία και συνδυάστηκε η εφαρμογή του στις Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρο, Θράκη) με το τεκμήριο κυριότητας επί δημοσίων γαιών μη καλλιεργούμενων που προέβλεπε το οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ 124/2025), επαναπροβλέφθηκε δε στο άρθρο 58§1 του ΝΔ 86/1969 που ορίζει " 1.
Επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ` αυτών πράξιν νομής." και τέλος κατοχυρώθηκε στο άρθρο 62 του ν.998/1979 με την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, που ορίζει "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ` ου ή αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ` αυτώ ύπαρξη του δικαιώματος του.
Κατ` εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης".
Επομένως, όταν το άρθρο 16 του ν.5024/2023 αναφέρεται σε κατάργηση δίκης διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών (6§2 του ν.2664/1998) αναφορικά με ακίνητο που δεν προστατεύεται από το ν.998/1979, αναφέρεται σε αυτά που προβλέπει η § 6 του άρθρου 3 αυτού, μεταξύ των οποίων και αυτά της υποπαρ. ζ, δηλ. αυτά τα οποία κείνται πλέον σε εκτάσεις εντός σχεδίων πόλης ή οικισμού, το επικαλούμενο δε δικαίωμα κυριότητας που προβάλει με την αγωγή του το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο στηρίζεται στο προρρηθέν τεκμήριο και όχι σε άλλη, επιγενόμενη αιτία, όπως π.χ.
ισχυροί και απαράγραπτοι τίτλοι κτήσης, όπως η συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου, η χρησικτησία, η εξαγορά ή άλλης φύσης ειδική ή καθολική διαδοχή. Ειδικά, όμως, για την χρησικτησία, αυτή θα πρέπει να εδράζεται σε πραγματική νομή με άσκηση εμφανών υλικών πράξεων φυσικής εξουσίασης, που εμπίπτουν στην έννοια της διατάραξης του άρθρου 4 του ν.3127/2003 (ΑΠ 768/2025) και όχι πλασματική-τεκμαιρόμενη του άρθρου 58§1 του ΝΔ 86/1969, διότι άλλως θα έμενε ανενεργός η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 5024/2023.
Και τούτο διότι η αρνητική προϋπόθεση της ως άνω διάταξης να μην "προβάλλονται δικαιώματα του Δημοσίου εξ άλλης αιτίας" δέον να ερμηνευτεί τελολογικά, καθότι ο ν. 5024/2023 δεν εμπεριείχε απλώς έναν δικονομικό κανόνα αποδυνάμωσης του ισχυρισμού του ελληνικού Δημοσίου περί κτήσης της κυριότητας του ακινήτου ως πρώην δασικού, παρά ενσωμάτωσε τη βούληση αποκρυστάλλωσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των πρώην δασικών ακινήτων υπέρ του ιδιώτη.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες-εφεσίβλητοι-εναγόμενοι με τις νομίμως προ εικοσαημέρου της συζήτησης (της αίτησης αναίρεσης) κατ' άρθρο 570§1 προτάσεις τους ζητούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του ν.5024/2023 να καταργηθεί η δίκη που ανοίχθηκε με την με αρ.κατ. ...-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου εναντίον τους, αίτημα που ουδόλως αντικρούει το παρασταθέν Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και χωρίς να το αποδέχεται ρητά.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 21 025 48 11 128 είναι οικόπεδο εμβαδού 437 τμ, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του οικισμού Παληού Καβάλας στο ΟΤ 83 και δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο ή πάρκο ή άλσος.
Εμπίπτει δε σε ευρύτερη έκταση 139.000 τμ, που με το από 21-4-1998 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής το Δασαρχείο Καβάλας παρέδωσε στην Κτηματική Υπηρεσία Καβάλας, λόγω του ότι απώλεσε το δασικό της χαρακτήρα και καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. 3531 στις 3-11-2010. Ως εκ τούτου εμπίπτει στην ομάδα των ακινήτων της υποπαρ.ζ της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν.998/1979 και δεν προστατεύεται από τη δασική νομοθεσία και δη το ν.998/1979.
Στις πρώτες εγγραφές στο οικείο κτηματολογικό φύλλο το ως άνω γεωτεμάχιο καταχωρίσθηκε με δικαιούχους κυριότητας τους αναιρεσείοντες-εναγόμενους κατά ποσοστό 50% έκαστο με αιτία κτήσης την χρησικτησία. Ουδέποτε εκδόθηκε σε βάρος τους ή των δικαιοπαρόχων τους Α. Χ. και κληρονόμων του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ή πρωτόκολλο αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης αναφορικά με το ακίνητο αυτό, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη και επιβεβαιώνει επικαιροποιημένα με το με αρ.
πρωτ. ...-2025 έγγραφό της η Κτηματική Υπηρεσία Καβάλας. Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την με αρ.κατ. ...-2011 αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, επικαλούμενο ως αιτία κτήσης της κυριότητας αυτού το ότι επί οθωμανικής κυριαρχίας ήταν δημόσια μη καλλιεργούμενη γαία (δάσος) που κατ' άρθρο 2 του ν.147/1914 περιήλθε κατά διαδοχή από το τουρκικό δημόσιο στο ελληνικό δημόσιο, αγωγική βάση που έγινε δεκτή κατ'ουσίαν από την αναιρεσιβαλλομένη.
Επιπλέον ισχυρίσθηκε με την αγωγή ότι έγινε κύριος και με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, καθώς από το 1913 νέμεται το επίδικο, αγωγική βάση που αν και κρίθηκε νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ουδόλως εξετάσθηκε στην ουσία της από τα δικαστήρια της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 16 του ν.5024/2023 για κατάργηση της παρούσας δίκης, καθώς πέραν του τεκμηρίου κυριότητας επί δασών και δασικών εκτάσεων, η έτερη αγωγική βάση που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο και δη της χρησικτησίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την κύρια βάση, στηριζόμενη στην πλασματική νομή του επί δασών και δασικών εκτάσεων, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης επί του επιδίκου.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να καταργηθεί ως προς όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, η δίκη που άνοιξε με την αρ.κατ. ...-2011 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ καταργημένη την δίκη που άνοιξε με την με την αρ.κατ. ...-2011 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ