Supreme Court dismisses appeal and additional intervention regarding mandatory withdrawal of lawsuits under new health law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a first-instance judgment and the additional intervention by a trade union. The appellants argued that the new law requiring withdrawal of pending lawsuits violated their constitutional rights to legal protection and non-retroactivity. The court held that the legislative measure was constitutional, necessary for public interest, and did not infringe upon the core of the right to judicial protection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 20(1) and 26(2) of the Constitution; Article 6 of the ECHR; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR: The legislature may enact measures with retroactive effect to reorganize public health services without violating the essence of the right to judicial protection, provided the measures are proportional and do not eliminate existing legal remedies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 11 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 11/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ ΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Χ. Ρ. του Δ., 2) Ι. Π. του Γ., κατοίκων ..., 3) ..., κατοίκου ... και 4) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Πάνου Λαζαράτου και Νικόλαου Παπαχρονόπουλου, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Βασίλειου Ριζάκου και Παρασκευής Γεωργίου, που κατέθεσαν προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσειόντων: Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 342/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6302/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του KΠολΔ, που ορίζει ότι, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, δικαιούται, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και στον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 1/2021, 4/2021).
Στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΟλΑΠ 1/2021). Από την ίδια διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του KΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει, περαιτέρω, ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται, όταν μ` αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (ΟλΑΠ 1/2021, 4/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 του KΠολΔ [όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1-1-2016 μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του KΠολΔ (άρθρα 591 έως 681Δ) με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015], στις εργατικές διαφορές αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του KΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3189/2003 (ΑΠ 380/2019). Για την άσκηση αυτής δεν απαιτείται η επίκληση ειδικού εννόμου συμφέροντος, όπως στην πρόσθετη παρέμβαση του άρθρου 80 KΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 9/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..., με το από 30-12-2021 δικόγραφό της, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ των αναιρεσειόντων και κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με αριθμ.
καταθ. 51/31-12-2021 ορίστηκε δε, για την συζήτηση αυτής, δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, η οποία είχε ορισθεί και για τη συζήτηση της υπό κρίση από 23-4-2021 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσείοντες είναι μέλη πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, η οποία είναι μέλος της και συνακόλουθα έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει υπέρ των αναιρεσειόντων προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως των υπέρ ου παρενέβη διαδίκων.
Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, κατά νόμιμη σύντμηση της προθεσμίας σε μία ημέρα (1) ημέρα πριν την ορισθείσα δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 2 του KΠολΔ), όπως προκύπτει, α) από την υπ` αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν.
Κ. στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Π. Λ., ο οποίος, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ), της υπ` αριθμ. 6302/2020 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων και β) από την υπ` αριθμ. 1760/10-1-2022 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε.
Μ. προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ. Η παρέμβαση αυτή είναι παραδεκτή, εφόσον η παρεμβαίνουσα δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς της, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των εναγόντων και των λοιπών μελών των πρωτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεών της, και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης.
Με την από 23.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2834/2021 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προσβάλλεται η αντιμωλία των ως άνω διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. ….απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η υπ' αριθμ. κατάθεσης ... έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και μετ' εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 342/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 20.3.2019 υπ' αριθμ. ... αγωγή των ως άνω εναγόντων και άλλων μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη, με την οποία αυτοί επικαλούμενοι ότι παρείχαν υπηρεσίες στον ΕΟΠΥΥ ως ιατροί και απολύθηκαν ακύρως, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απολύσεώς τους λόγω αντισυνταγματικότητας των οικείων διατάξεων και να τους επιδικασθούν τα εντεύθεν οφειλόμενα λόγω της υπερημερίας ποσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας (ΟλΑΠ 17/2015, 24/2006).
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 24/2006, ΑΠ 1313/2020, 1504/2018, ΟλΣτΕ 1286/2012).
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή, ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998, ΑΠ 1464/2021, 410/2017).
Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (Ολ.
ΑΠ 6/2015, ΑΠ 1464/2021, 1056/2020, 1504/2018). Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους....
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι:
α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 6/2018, 27/2008).
Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας υπό στενή έννοια απαιτεί συσχετισμό δυο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση των μεγεθών αυτών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 6/2018, 6/2013).
Ένα νομοθετικό μέτρο προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας μόνο αν είναι από τη φύση του προφανώς ακατάλληλο για τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος ή υπερακοντίζει προφανώς τον σκοπό του (ΣτΕ 857/2019, 4212/2013, 4171/2012). Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΑΠ 264/2020).
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1464/2021, 264/2020, ΣτΕ 493/2015).
Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α` του Συντάγματος (πρβλ. Α.Ε.Δ. 14/2013, 1464/2021) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 11/2003), επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων.
Με άλλους λόγους, η ασφάλεια δικαίου αποσκοπεί στην συνεχή, συνεπή και σταθερή εξέλιξη του δικαίου, αποκλείοντας τις αιφνίδιες μεταβολές. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εξεταζόμενη από την σκοπιά του πολίτη, επιβάλλει την προστασία της εμπιστοσύνης του τελευταίου στην διατήρηση και στην αξιοπιστία της κρατικής δράσεως, βάσει της οποίας προέβη σε κάποιες ενέργειες ή στην οποία στήριξε προσδοκίες.
Περαιτέρω, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να θεσπίζει μεταβατικές διατάξεις, εφόσον κατά την κρίση του αυτό επιβάλλεται για την ομαλή μετάβαση στην εφαρμογή νέου καθεστώτος, ιδίως μάλιστα όταν επέρχεται μεταβολή των ρυθμίσεων, που παγίως ισχύουν από μακρού χρόνου και αφορούν πλήθος επαγγελμάτων, η άσκηση των οποίων επί αρκετές δεκαετίες έχει οργανωθεί με βάση αυτές και, συνεπώς, επηρεάζουν σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα της Χώρας (ΟλΑΠ 6/2018).
Οι αρχές, όμως της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη, να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, για το μέλλον ακόμα και για το παρελθόν εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν (ΑΠ 1464/2021, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 2429/2018, 1554/2018).
Ειδικότερα το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις και δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013) ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό βάσει διατάξεων προϊσχυσάντων κανόνων δικαίου, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 1773/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28& 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλομΑΠ 40/1998, ΑΠ 1464/2021, 1504/2018).
Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.
Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλόμενων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 1464/2021, 410/2017).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ A 31), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72 παρ. 2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α` 150), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α` 41), συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ)", που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με έδρα το .νομό.
Αττικής, στο οποίο ορίστηκε ότι μεταφέρονται και εντάσσονται, ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι κλάδοι υγείας του Ο.Γ.Α και του Ο.Α.Ε.Ε και ο Ο.Π.Α.Δ, ως προς τις παροχές σε είδος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 26 του ιδίου νόμου, το διοικητικό, ιατρικό, νοσηλευτικό, παραϊατρικό και λοιπό προσωπικό, καθώς και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες του Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ που εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρεται στον τελευταίο από την ημερομηνία ένταξής τους σε αυτόν.
Το ανωτέρω ιατρικό προσωπικό μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, την οργανική θέση, βαθμό, κλάδο και ειδικότητά που κατέχει. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου εκδόθηκε η ... κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 3010/29.12.2011), με την οποία ορίζεται ότι από 1.1.2012 μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ από το Ι.Κ.Α -Ε.ΤΑ.Μ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κλπ, που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του Ι.Κ.Α.
Επίσης, με το άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 53 παρ. 2α του Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α` 21) ορίζεται ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 800/2018, 702/2015). Με το Ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε αυτό. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει.
Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία, τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.
Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 2.... 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης", ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.
Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.
ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α` 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.
υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.
υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4.
Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.
που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4238/2014 προκύπτει ότι οι ιατροί και οδοντίατροι και δη οι προερχόμενοι από τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, που συνδέονταν με αυτό με ειδικές συμβάσεις του Ν.Δ 1204/1972 και οι οποίοι εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.ΥΥ με το άρθρο 26 του Ν. 3918/2011 και είχαν τη δυνατότητα παράλληλης ενάσκησης δραστηριότητας ελευθέριου επαγγέλματος, έπρεπε πλέον να επιλέξουν είτε μόνον την τελευταία δραστηριότητα είτε την απασχόληση στον δημόσιο τομέα υγείας, παρότι μέχρι τη νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν υφίστατο γι' αυτούς ασυμβίβαστο μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και απασχόλησης στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ ή προηγουμένως στο Ι.Κ.Α..
Προς αντιμετώπιση των θεμάτων που δημιουργήθηκαν από την έλλειψη μεταβατικής περιόδου προσαρμογής των ως άνω ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ, επαναρρυθμίσθηκε η ως άνω διαδικασία, με το άρθρο 26 του Ν. 4461/2017 (ΦΕΚ A 38) με τίτλο άρθρου "Ιατροί/οδοντίατροι, ελεύθεροι επαγγελματίες των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 και του ν. 4254/2014" και ορίσθηκε ότι "1.
Οι ιατροί και οδοντίατροι των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 (Α 38), που παρέχουν προσωρινά τις υπηρεσίες τους στις Δ.Υ.Πε, δυνάμει σχετικών προσωρινών διαταγών ή δικαστικών αποφάσεων, ή για τους οποίους έχουν εκδοθεί προσωρινές διαταγές ή δικαστικές αποφάσεις που δεν εφαρμόστηκαν από τις Δ.Υ.Πε., εφόσον δεν έχουν καταταγεί σε θέσεις κλάδου ιατρών και οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ.
ή δεν έχουν αξιολογηθεί ή δεν έχουν υποβάλει την αίτηση της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4238/2014 (Α 38), δύνανται, μέχρι τις 30.9.2017, ακόμη και εάν έχει εκδοθεί για αυτούς διαπιστωτική πράξη απόλυσης ή οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει των οποίων παρέχουν προσωρινά τις υπηρεσίες τους, απώλεσαν εκ των υστέρων την ισχύ τους, να υποβάλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες των οικείων Δ.Υ.Πε αίτηση ένταξής τους στον κλάδο ιατρών Ε.Σ.Υ.
σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, συσταθείσες ήδη ή συνιστώμενες για το σκοπό αυτό στις Δ.Υ.Πε σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α 288) είτε συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους είτε όχι. Οι ρυθμίσεις της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994 (Α 28) λαμβάνονται υπ' όψιν. 2.
α) Οι ιατροί και οδοντίατροι των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, οι οποίοι, από τη μεταφορά / μετάταξή τους στις Δ.Υ.Πε συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτές, ασκώντας παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους, παρά την ύπαρξη σχετικών απορριπτικών δικαστικών αποφάσεων ή προσωρινών διαταγών και αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων που εκ των υστέρων απώλεσαν την ισχύ τους, για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη απόλυσης, έχουν επίσης τη δυνατότητα επανυποβολής / υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 του παρόντος, μέσα στην ίδια παραπάνω προθεσμία, β) Στους ιατρούς και οδοντιάτρους της περίπτωσης α`, για το χρονικό διάστημα από τη μεταφορά/μετάταξή τους μέχρι τις 30.9.2017, δεν εφαρμόζονται οι περί αυτοδίκαιης απόλυσης διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 4238/2014.
Περαιτέρω, αυτοί, για την απασχόληση και την παροχή των υπηρεσιών τους στις Δ.Υ.Πε, για ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα, αμείβονται με τις αποδοχές ιατρού/οδοντιάτρου Π.Ε. γ) Όσοι από τους ιατρούς και οδοντιάτρους της παραγράφου αυτής δεν επανυποβάλουν/ υποβάλουν μέχρι τις 30.9.2017 την κατά την παράγραφο I του παρόντος αίτηση ένταξης απολύονται αυτοδικαίως.
Τα καταβληθέντα ή καταβληθησόμενα έως την απόλυση από τις Δ.Υ.Πε σε αυτούς ποσά δεν αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα. 3. α) Οι ιατροί και οδοντίατροι των παραγράφων 1και 2, οι οποίοι επανυποβάλουν/υποβάλουν την αίτηση ένταξης σε οργανικές θέσεις της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχουν κριθεί, αξιολογούνται και κατατάσσονται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ που εντάσσονται στο ΠΕΔΥ, μέχρι τις 31.12.2018.
Μέχρι την κατάταξή τους, αμείβονται με τις αποδοχές ιατρού/οδοντιάτρου Π.Ε. β) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας συνιστάται και συγκροτείται, σε κάθε Δ.Υ.Πε, μέχρι τις 15.8.2017 όπως η φράση "μέχρι τις 30.4.2017 της αρχικής διάταξης αντικαταστάθηκε με την φράση μέχρι τις 15.8.2017 με το άρθρο 74 του ν. 4486/2017 ΦΕΚ A 115), πενταμελές Συμβούλιο αξιολόγησης των ιατρών/οδοντιάτρων, το οποίο αποτελείται από τον Διοικητή της ΔΥ.Πε., ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του τον αρμόδιο για θέματα ΠΦΥ Υποδιοικητή της Υ.Πε, και τέσσερα (4) μέλη, με τους αναπληρωτές τους, που είναι ιατροί με βαθμό Διευθυντή και έχουν την ίδια ή συναφή ειδικότητα με αυτήν του/ των κάθε φορά αξιολογούμενων.
Εφόσον πρόκειται για αξιολόγηση οδοντιάτρου/ων δύο (2) από τα τέσσερα (4) μέλη, με τους αναπληρωτές τους, είναι οδοντίατροι με βαθμό Διευθυντή και, ελλείψει αυτών, με βαθμό Επιμελητή Α`. Οι ιατροί και οδοντίατροι αυτοί επιλέγονται με κλήρωση αντιστοίχως από τον κατάλογο των Διευθυντών Ε.Σ.Υ της ειδικότητας και τον κατάλογο των οδοντιάτρων Διευθυντών και Επιμελητών Α`, οι οποίοι υπηρετούν στα νοσοκομεία και τα ΚΥ/ΜΥ ΠΕΔΥ της Δ.Υ.Πε.
Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας του Συμβουλίου από τους υπαλλήλους Π.Ε. της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δ.Υ.Πε. Η θητεία του Συμβουλίου λήγει στις 30.11.2018. γ) Οι κατατασσόμενοι στις θέσεις, κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ, κατά τα παραπάνω, υποχρεούνται: αα) το αργότερο μέχρι τις 31.12.2018 να προβούν σε διακοπή της δραστηριότητας του ελευθέριου επαγγέλματός τους, ββ) εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την αίτησή τους της διακοπής της δραστηριότητας του ελευθέριου επαγγέλματος τους στην αρμόδια φορολογική αρχή, να προσκομίσουν στην αρμόδια υπηρεσία της οικείας Δ.Υ.Πε:
ααα) βεβαίωση διακοπής της δραστηριότητας του ελευθέριου επαγγέλματός τους και, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν, αντίγραφο της αίτησης διακοπής της δραστηριότητας προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ, με την υποχρέωση της κατάθεσης της βεβαίωσης διακοπής της δραστηριότητας εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την προσκόμιση της προαναφερόμενης αίτησης, και βββ) επικυρωμένο αντίγραφο παραίτησής τους από το δικόγραφο και το δικαίωμα αίτησης, αγωγής, προσφυγής ή ένδικου μέσου που έχουν ασκήσει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, πολιτικού ή διοικητικού, από και λόγω της εφαρμογής των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, καθώς και από αξιώσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί ή θα εκδοθεί δικαστική απόφαση.
Μέχρι την προσκόμιση των παραπάνω εγγράφων από τους υπόχρεους, η έκδοση/εφαρμογή της διαπιστωτικής πράξης κατάταξής τους αναστέλλεται και αυτοί εξακολουθούν να διέπονται ως προς την υπηρεσιακή τους σχέση από τις σχετικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα για την κατηγορία υπαλλήλων Π.Ε, και να αμείβονται με τις οικείες αποδοχές ιατρού / οδοντιάτρου Π.Ε.
Σε περίπτωση μη προσκόμισης των παραπάνω εγγράφων εντός των προαναφερομένων χρόνων και προθεσμιών, αυτοί απολύονται αυτοδικαίως και αζημίως. 4. Τα οριζόμενα στην περίπτωση γ` της παραγράφου 3 ισχύουν και εφαρμόζονται και στους ιατρούς και οδοντιάτρους των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, για τους οποίους έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη κατάταξης και οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις Δ.Υ.Πε, ασκώντας παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους, δυνάμει προσωρινών διαταγών ή δικαστικών αποφάσεων. 5.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και των περιπτώσεων α` και γ` της παραγράφου 3 εφαρμόζονται αναλόγως στους ιατρούς/οδοντιάτρους της υποπαραγράφου ΙΖ. 1 της παρ. ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α 85), οι οποίοι υπηρετούν σε δημόσια νοσοκομεία και παρέχουν προσωρινά τις υπηρεσίες τους σε αυτά, δυνάμει προσωρινών διαταγών ή δικαστικών αποφάσεων είτε συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους είτε όχι.
Η αξιολόγηση και κατάταξη του προσωπικού αυτού στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. πραγματοποιείται από το Συμβούλιο Αξιολόγησης Ιατρών της παραγράφου Δ2 της υποπαραγράφου ΙΖ. 1 της παρ. ΙΖ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας μέχρι τις 15.8.2017, με θητεία μέχρι τις 30.11.2018" (όπως η φράση "μέχρι τις 30.4.2017 της αρχικής διάταξης αντικαταστάθηκε με την φράση "μέχρι τις 15.8.2017 με το άρθρο 74 του ν. 4486/2017).
Με τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 4461/2017 ο νομοθέτης όρισε ότι οι ιατροί και οδοντίατροι οι οποίοι είχαν προσφύγει δικαστικά κατά της προβλεφθείσας διαδικασίας κατάταξής τους με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4238/2014 και είτε έχουν δικαιωθεί, ακόμα και αν είχε εκδοθεί διαπιστωτική πράξη απόλυσής τους, είτε δεν έχουν δικαιωθεί ή η υπέρ αυτών δικαστική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχασε την προσωρινή ισχύ της, εφόσον όμως για τους τελευταίους δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη απόλυσής τους, έπρεπε εκ νέου να επιλέξουν είτε την απασχόληση στον δημόσιο τομέα υγείας είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, ορίζοντας, όμως, σε αντίθεση με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4238/2014, μεταβατική προθεσμία για την επιλογή εκ μέρους των υπαγομένων στις διατάξεις ιατρών-οδοντιάτρων μέχρι τις 31.12.2018.
Σύμφωνα με τη αιτιολογική έκθεση του άρθρου 26 του Ν. 4461/2017 σκοπός της ως άνω ρύθμισης ένταξης των ιατρών οδοντιάτρων στο δημόσιο τομέα υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση είναι η ορθή λειτουργία και ανάπτυξη του δημοσίου συστήματος υγείας προς όφελος των ασθενών, των πολιτών και της δημόσιας υγείας της Χώρας που καθιστά επιβεβλημένη την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του ιατρικού προσωπικού που επιλέγει να ενταχθεί και να προσφέρει σ` αυτό τις υπηρεσίες του με την επισήμανση ότι οι ιατροί-οδοντίατροι που εντάσσονται στο Ε.Σ.Υ.
και παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο δημόσιο σύστημα υγείας δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικών ταχυτήτων. Ειδικότερα, οι ως άνω διατάξεις θεσπίσθηκαν προς το σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος) και να παρέχει αυτό και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου (ΟλΑΠ 6/2013), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς το σκοπό αυτό.
Ο ανωτέρω σκοπός, που αποβλέπει στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1464/2021).
Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιοσδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.
Έτσι, για το λόγο αυτό και ενόψει ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά το Ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών του Ε.Σ.Υ., [οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Α` 143) και του άρθρου 11 παρ.1 του Ν. 2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 37 Α), όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 36 του Ν. 4272/2014 (ΦΕΚ Α 145) είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ...
μόνιμοι δημόσιοι λειτουργοί, οι οποίοι απαγορεύεται να ασκούν παραλλήλως την ιατρική ως ελεύθερο επάγγελμα (ΟλΣτΕ 1997/2015, ΣτΕ 2871/2020, 329/2012)], είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.
Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για το σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού, που συνίσταται στην ορθή λειτουργία, ανάπτυξη, εξορθολογισμό του δημοσίου συστήματος υγείας και της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης από τη λειτουργία του με την ενιαία αντιμετώπιση του απασχολούμενου ιατρικού προσωπικού με το ίδιο νομικό καθεστώς, προς όφελος των ασθενών, των πολιτών και της δημόσιας υγείας της χώρας που καθιστά επιβεβλημένη την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του ως άνω ιατρικού προσωπικού που επιλέγει να ενταχθεί και να προσφέρει σ` αυτό τις υπηρεσίες του και συνεπώς στη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος και της προάσπισης της υγείας των πολιτών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της εφαρμογής της συνταγματικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου (πρβλ.
ΟλΑΠ 6/2013, ΣτΕ 2027/2002, 1678/2002) και οι οποίες υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας (ΑΠ 1464/2021).
Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 1464/2021).
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση (ΑΠ 1464/2021).
Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, οι ιατροί και οδοντίατροι οι οποίοι υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του Ν 4461/2017 και των οποίων η ένταξή τους ή μη στο Ε. Σ.Υ παρέμενε εκκρεμής δικαιούνταν να υποβάλλουν αίτηση ένταξης για την ευδοκίμηση της οποίας ετίθεντο δύο προϋποθέσεις και πιο συγκεκριμένα α) η παύση της δραστηριότητας του ελευθερίου επαγγέλματος του αιτούντος ιατρού μέχρι 31.12.2018 (άρθρο 26 παρ. 3 στ.
γ περ.αα και περ. ββ υποπερ. ααα) και β) παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα επί πάσης φύσεως αξιώσεων που έχουν ανακύψει από και λόγω της εφαρμογής του Ν. 4238/2014 (άρθρο 26 παρ.3 στ. γ περ. ββ υποπερ βββ). Ο παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας της ως άνω διάταξης, ως προς τις ως άνω προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη για την υποβολή της αίτησης ένταξης στο Ε.
Σ.Υ. των ως άνω ιατρών, τυγχάνει αυτοτελούς εκτίμησης για καθεμία προϋπόθεση καθότι η διαπίστωση της συνταγματικότητας μιας επιμέρους ρύθμισης και της ως εκ τούτου μη εφαρμογής της δεν συνεπάγεται την αυτόθροη διαπίστωση όλων των ρυθμίσεων μιας νομοθετικής διάταξης και της μη εφαρμογής της στο σύνολο της.
Στην προκειμένη δε περίπτωση η ως άνω διάταξη αξιώνει τη συνδρομή δύο περιπτώσεων για να γίνει δεκτή η αίτηση ένταξης, η δε πλήρωση καθεμίας από αυτές μπορεί να γίνει αυτοτελώς και χωρίς να εξαρτάται από την πλήρωση της άλλης. Τούτο άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη της παρ.2 περ. α του άρθρου 26 του Ν. 4461/2017 με την οποία ορίζεται ότι δικαίωμα υποβολής αίτησης ένταξης στον κλάδο των ιατρών του ΕΣΥ έχουν και οι ιατροί των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 που συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις Δ.Υ.Π.ε ασκώντας παράλληλα το ελευθέριο επάγγελμά τους, παρά την ύπαρξη απορριπτικών δικαστικών αποφάσεων, προσωρινών διαταγών και ασφαλιστικών μέτρων για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική πράξη απόλυσης, οπότε ως προς αυτούς, στην περίπτωση που έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση που έχει γίνει αποδεκτή από τον αιτούντα ή που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση προσκόμισης από τον αιτούντα την ένταξη στο ΕΣΥ ιατρό, επικυρωμένου αντίγραφου παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα αίτησης κλπ καθώς και παραίτησης από αξιώσεις που έχουν ασκηθεί ενώπιον των Δικαστηρίων, εφόσον αυτές έχουν απορριφθεί. (ΑΠ 1240/2022).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητρς της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 302/1999, 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος για τα νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή αυτά που έχουν τον χαρακτήρα ή την έννοια των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 69/2013). Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι η αγωγή των εφεσιβλήτων ήταν μη νόμιμη διότι η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 στοιχ.
γ περ. αα υποπερ. ααα του Ν. 4461/2017, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία ένταξης και των εφεσιβλήτων στον κλάδο ιατρών/οδοντιάτρων του Ε. Σ.Υ, ήτοι η παύση δραστηριότητας του ελευθέριου επαγγέλματος τους μέχρι την 31.12.2018, δεν αντίκειται σε διατάξεις του Συντάγματος, ούτε σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και συνεπώς αφού οι εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται ότι πληρούν αυτήν τη μία εκ των σωρευτικά τιθέμενων προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 στοιχ.
γ του Ν. 4461/2017, αυτό και μόνο αρκεί για την τιθέμενη συνέπεια της αυτοδίκαιης απόλυσής τους από 1.1.2019, ειδικότερα ότι η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 στοιχ. γ περ. αα και περ. ββ υποπερ. ααα του Ν. 4461/2017 και η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 στοιχ. γ περ. ββ υποπερ. βββ του ίδιου νόμου υπόκεινται αυτοτελώς σε έλεγχο συνταγματικότητας, δεδομένου και του ότι οι προϋποθέσεις που αυτές θέτουν, προκειμένου να ενταχθούν (και) οι εφεσίβλητοι στον κλάδο ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.
Σ.Υ, τίθενται μεν σωρευτικά όχι όμως και συμπλεκτικά, αφού η δυνατότητα πλήρωσης εκάστης αυτών δεν εξαρτάται, ούτε απαιτεί την πλήρωση της άλλης, οπότε παρέλκει, καθώς αποβαίνει άνευ εννόμου αποτελέσματος, η κρίση περί μη εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, λόγω τυχόν αντισυνταγματικότητας, της ρύθμισης που αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, περί παραίτησης των εφεσιβλήτων από το δικόγραφο και δικαίωμα ένδικων βοηθημάτων και μέσων, αναφορικά με τυχόν δικαιώματά τους από και λόγω του Ν. 4638/2014.
Περαιτέρω το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η επικουρική βάση της αγωγής ότι η αιτιολογία στις εκδοθείσες διαπιστωτικές πράξεις απόλυσης είναι ασαφής και αόριστη, καθόσον αναφέρει γενικά ότι "δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 4461/2017 για την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.ΥΛ, χωρίς να προσδιορίζεται ποία δεν πληροί ο καθένας και, ειδικότερα, εάν παρέλειψαν να προσκομίσουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας τη βεβαίωση διακοπής του ελευθέριου επαγγέλματος ή την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα αίτησης, αγωγής, προσφυγής ή ένδικου μέσου που είχαν ασκήσει ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, είναι ωσαύτως μη νόμιμη, διότι η απόλυση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 του Ν. 4461/2017, επέρχεται αυτοδικαίως ως συνέπεια, λόγω μη τήρησης των σωρευτικά τιθέμενων από αυτήν προϋποθέσεων, χωρίς το κύρος της να εξαρτάται από την πράξη που εκδίδει ο Διοικητής της οικείας Δ.Υ.Πε ο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την κρίση της ότι υπόκεινται σε αυτοτελή έλεγχο της συνταγματικότητας καθεμία από τις δύο ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 3 στ.γ περ.
αα του Ν. 4461/2017 που θέτει ως προϋποθέσεις ένταξης των ιατρών στο ΕΣΥ α) την απαγόρευση άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος με υποχρέωση διακοπής της ως άνω δραστηριότητας μέχρι 31.12.2018 (άρθρο 26 παρ.3 στ. γγ περ.αα και υποπερ. ααα) και β) την παραίτηση από ένδικα μέσα και βοηθήματα ενώπιον των Δικαστηρίων από αξιώσεις από και λόγω των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 καθώς και από αξιώσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί ή θα εκδοθεί δικαστική απόφαση από την ως άνω αιτία (άρθρο 26 παρ.3 στ.
γ περ.αα και υποπερ. βββ), εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, καθότι οι ως άνω προϋποθέσεις δεν μπορεί να τύχουν αυτοτελούς εκτίμησης για το λόγο ότι αμφότερες συμπλέκονται άρρηκτα και συνακόλουθα και ο συγκεκριμένος έλεγχος συνταγματικότητας καταλαμβάνει την ερμηνεία και εφαρμογή το σύνολο της ως άνω ρύθμισης συνδυαστικά.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραδοχή ότι η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 26 παρ.3 στοιχ.γ περ.αα και περ. ββ υποπερ ααα του Ν. 4461/2017 και η ρύθμιση της διάταξης της περ. ββ υποπερ. βββ του στοιχ.γ της παρ.3 του ιδίου άρθρου υπόκεινται αυτοτελώς σε έλεγχο συνταγματικότητας.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και σε συνάφεια με αυτόν, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον δεύτερο λόγο ακυρότητος, που θεμελιώνεται στην επικληθείσα από αυτούς αντισυνταγματικότητα του δευτέρου όρου περί υποχρεωτικής παραίτησής τους από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα και τα αντίστοιχα δικαιώματα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αλυσιτελή. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε συνταγματική την προϋπόθεση υποχρεωτικής διακοπής μέχρι 31-12-2018 του ελευθερίου επαγγέλματος των αναιρεσειόντων ιατρών που υπηρετούσαν στο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προκειμένου αυτοί να ενταχθούν στο Ε.Σ.Υ., που έθεσε η διάταξη του άρθρου 26 παρ.3 στ.γ περ. αα και περ. ββ υποπερ. ααα του Ν. 4461/2017, γιατί η ως άνω ρύθμιση δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, συνιστά κατά περιεχόμενο αναδρομικό κανόνα δικαίου ρυθμίζοντα υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις ή για τις οποίες υπάρχουν εκκρεμείς δίκες και αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της προστατευόμενης από το άρθρο 5 του Συντάγματος επαγγελματικής ελευθερίας και της προστατευόμενης από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιουσίας, υπό την έννοια της διατήρησης της παράλληλης άσκησης των δύο δραστηριοτήτων των αναιρεσειόντων που είχε παγιωθεί τα προηγούμενα της ως άνω ρύθμισης έτη.
Ο εν λόγω λόγος ως προς όλες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερθέντα η .ως άνω διάταξη του άρθρου 26 παρ.3, α) δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά, αντιθέτως, αποσκοπεί, κατ εφαρμογή της συνταγματικής αυτής αρχής, να εφαρμόζεται και ως προς τους ως άνω εντασσόμενους ιατρούς το ίδιο νομικό και μισθολογικό καθεστώς με τους ήδη υπηρετούντες στο ΕΣΥ συναδέλφους τους, στους οποίους, επίσης, απαγορεύεται λόγω της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησής τους, η παράλληλη άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, β) δεν προσβάλλει την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, ούτε συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ούτε των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν απαγορεύεται αλλά, αντιθέτως, επιτρέπεται επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, όταν προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, γ) δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, αφού η απαγόρευση παράλληλης άσκησης του ελευθερίου επαγγέλματος των ως άνω ιατρών στο Ε.
Σ.Υ. είναι κατάλληλη για τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος, δηλαδή την ενιαία αντιμετώπιση των ιατρών που εντάσσονται στο Ε.Σ.Υ. και των ήδη υπηρετούντων σ" αυτό ιατρών, ώστε στο σύνολο τους να τελούν υπό το ίδιο νομικό και οικονομικό καθεστώς, δ) δεν προσκρούει στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθότι η αρχή αυτή δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ, βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του (ΑΠ 1464/2021), ε) δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, καθότι, από τις διατάξεις αυτές, δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης να λαμβάνει μέτρα για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις ακόμα και με αναδρομική ισχύ ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά πάσα δε περίπτωση εφόσον η δήλωση παραίτησης από εκκρεμείς δικαστικές διεκδικήσεις λόγω της εφαρμογής του Ν. 4238/2014 είναι υποχρεωτική μόνο για όσους επιλέγουν, δια της υποβολής σχετικής αίτησης, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 26 του Ν. 4461/2017, χωρίς να καταργεί γενικά τις σχετικές δίκες ούτε τα ασκηθέντα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του 4238/2014 ένδικα βοηθήματα, η ως άνω διάταξη δεν αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 και 26 παρ. 3 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως ως και η από 30-12-2021 πρόσθετη παρέμβαση της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβάσα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (αρθ 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, αφού η δίκη ως προς το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1324/2020, 540/2020, 1695/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2021 με αριθ. καταθ. 2834/6-5-2021 αίτηση αναιρέσεως και την από 30-12-2021 με αριθ. καταθ. 51/31-12-2021 πρόσθετη παρέμβαση, κατά της υπ' αριθ. 6302/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβάσας, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ