Legislator Case Law & Legislation
11/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against unjust enrichment judgment, ordering defendants to repay university costs.

Case Number 11/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the University of Athens's appeal against a first-instance judgment regarding unjust enrichment. The university successfully argued that the defendants had received benefits without legal basis and failed to return them. Consequently, the court ordered the defendants to repay specific monetary amounts to the university along with legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine sua sponte the legal summons of absent defendants and, upon finding them properly notified, proceeds to the hearing and judgment despite their absence, thereby validating the underlying claim for unjust enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment university legal costs civil procedure summons supreme court review repayment of benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(3) of Law 3693/1957
Article 1 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 11 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 11/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ειρήνης Τζωράκη, έως και 31)Τ. - Λ. Μ., απάντων κατοίκων … . Οι 2ος, 5ος, 6ος, 8ος, 10ος, 11η, 12η, 15η, 16ος, 17η, 18η, 23η, 24η, 25η, 27ος, 30ος και 31η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (1η, 3ος, 4ος, 7ος, 9ος, 13η, 14η, 19ος, 20η, 21η, 22η, 26η, 28η, και 29ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1083/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5678/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 23/7/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πουλάκης ανέγνωσε την από 29/4/2020 έκθεση του Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ` αριθ. 6450Γ/12.3.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ζώη Αργύρη, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.7.2012 και με αριθ. κατάθεσης 94/24.7.2012 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 12η Μαΐου 2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς τη δικηγόρο Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσίβλητους (31 τον αριθμό) ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτών στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 128 παρ. 4 και 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 3994/2011 και η δεύτερη με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).

Κατά τη δικάσιμο αυτή (12.5.2020), η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 23ης Μαρτίου 2021 με πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020).

Κατά την τελευταία δικάσιμο (23.3.2021) η συζήτηση της υποθέσεως και πάλι ματαιώθηκε για την ίδια αιτία που προαναφέρθηκε (ΚΥΑ 17698/2021) και κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021, ορίστηκε από την Πρόεδρο του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26.10.2021).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι υπό στοιχεία, 1, 3, 4, 7, 9, 13, 14, 19, 20, 21, 22, 26, 28 και 29 αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτούς, καθόσον η με επιμέλεια της Γραμματέως του δικαστηρίου εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2021).

2. Με την κρινόμενη από 23.7.2012 και με αριθ. κατάθεσης 94/24.7.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5678/19.10.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 9.4.2009 και με αριθ. κατάθ. 771/14.4.2009έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 1083/30.9.2008 οριστικής απόφασης του

Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, η από 27.12.2007 και υπ' αριθ. κατάθ. 3032/28.12.2007 αγωγή αυτών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και α) απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο είχε απορριφθεί η κύρια βάση της ως άνω αγωγής περί επιδίκασης των αιτουμένων εκεί επί μέρους χρηματικών ποσών για το διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2007, ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται από τα άρθρα8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και β) δέχθηκε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δίκασε την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση και, κατά παραδοχή αυτής ως βάσιμης κατ' ουσία, επιδίκασε στους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής και για την χρονική περίοδο από 1.1.2005 έως 31.12.2007, ως πλουτισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο ωφελήθηκε από την παροχή εργασίας της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ μέρους αυτών, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ απέρριψε αυτήν ως παραγεγραμμένη για το προηγούμενο μέχρι 31.12.2004 χρονικό διάστημα.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 2.7.2012 (βλ. σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντώνη Ζαρουλέα) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 24.7.2012, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπόκειται σεανακοπήερημοδικίας (άρθ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων.

3. Με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ A40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ A297) ορίσθηκε ότι "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομακαταβάλλεταιστους υπαλλήλουςαυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται σε υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Εξ άλλου για το επόμενο από 1.1.2004 έως 31.12.2007 ένδικο χρονικό διάστημα ίσχυσε ο Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (ΦΕΚ A297), ο οποίος με τη σχεδόν ταυτόσημη με την προηγούμενη κατά περιεχόμενο διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 8 αυτού όρισε ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 8.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ 39 Α), καθώς και τους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε ογδόντα οκτώ (88) ευρώ, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε εβδομήντα τέσσερα (74) ευρώ, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε σαράντα τέσσερα (44) ευρώ.

Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 11 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του Π.Δ/τος 50/2001 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα" (ΦΕΚ A39 ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του Ν. 2738/1999, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες ειδικοτήτων υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.

Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 19 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 19. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του πρώτου νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ/μα 194/1988 και ήδη στο Π.Δ/μα 50/2001, ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Η θέσπιση των πιο πάνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων (ΑΠ 41/2017, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014, ΑΠ 594/2011, ΑΠ 628/2006, ΣτΕ 1298/2018, ΣτΕ 4375/2012, ΣτΕ 3044/2005, ΣτΕ 3182/2002). Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής εξ άλλου έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" με το άρθρο 7 του Π/Δ/τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών του Ε.Μ.Π."(ΦΕΚ A51), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 79 παρ. 5 εδ.

δ του Ν. 1566/1985, διαιρουμένη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης). Με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ως άνω Π.Δ/τος(46/1998) ορίσθηκαν οι αρμοδιότητες των εν λόγω τμημάτων της ως άνω Διεύθυνσης Πληροφορικής και συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι: "Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι:

α) Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων: Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας. Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκησης και γενικότερη προετοιμασίας του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών.

Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επίθεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας, β) Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων.

Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικό της τους, σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης.

Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής (Hardware/software) για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λ.π.).

γ) Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος.

Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (πχ. επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα.

Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις". Τέλος με τα άρθρα 17 και 18 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι οργανικές θέσεις υπαλλήλων πληροφορικής για την κάλυψη των πιο πάνω αναγκών του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014, ΑΠ 1637/2012).

Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν ανατεθεί παρανόμως σε υπάλληλο του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. [ανεξαρτήτως της φύσης της συνδέουσας αυτόν με το φορέα απασχόλησης σχέσης], που έχει προσληφθεί για την εκτέλεση εργασίας ορισμένου κλάδου, στον οποίο ανήκει η οργανική του θέση, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων που εμπίπτουν σε έτερο κλάδο, όπου κατά νόμο προβλέπονται υψηλότερες αποδοχές ή καταβολή ειδικού επιδόματος, το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.

καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται προς απόδοση στον πιο πάνω υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, ισουμένη προς τη διαφορά των αποδοχών ή προς το ύψος του επιδόματος, που θα κατέβαλλε σε άλλο υπάλληλο, στον οποίο εγκύρως θα είχε αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα (ΑΠ 1220/1983). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (για τις λοιπές αποφάσεις), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

4. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Όλοι οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν μεταξύ των ετών 1999 και 2002 από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον], απασχολούμενοι αρχικά σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό στους κλάδους ΠΕ και ΔΕ, αμειβόμενοι σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο που προβλέπεται από τις διατάξεις των Νόμων 2470/1997 και 3205/2003.

Ειδικότερα η 1η έως 11η ανήκουν στον κλάδο ΠΕ μηχανολόγων μηχανικών, ενώ οι λοιποί, ήτοι η 12η έως την 31η στον κλάδο ΔΕ διοικητικού λογιστικού. Όλοι οι ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2004 μέχρι 31.12.2007 απασχολήθηκαν αποκλειστικά μετά από εντολή του εναγομένου ως χειριστές Η/Υ, εισάγοντας και επεξεργαζόμενοι στοιχεία και εγγραφές σε Η/Υ, μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, λόγω υπηρεσιακών αναγκών καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, ενώ στα τμήματα / στις διευθύνσεις που υπηρετούσαν δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ.

Κατά συνέπεια αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003, καθώς παρά το γεγονός ότι απασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα και σεμινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα, τίτλους σπουδών.

Κατά συνέπεια η ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες και οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι των προαναφερόμενων άρθρων δικαιολογεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος μόνον στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Επομένως το πρωτοβάθμιο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν έσφαλε, ώστε πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων. Ακολούθως, όμως, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το παραπάνω επίδομα πληροφορικής για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους και ανέρχεται κατά μήνα από 01.01.2004 στο ποσό των 74 ευρώ και από 01.08.2007 στο ποσό των 104 ευρώ [...].

Έτσι καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 01.01.2005 μέχρι 31.07.2007 το συνολικό ποσό των (74 ευρώ X 31 μήνες =) 2.294 ευρώ και από 01.08 μέχρι 31.12.2007 το συνολικό ποσό των (104 ευρώ X 5 μήνες =) 520 ευρώ, δηλαδή συνολικά πρέπει να επιδικασθεί στον καθένα από τους αναφερόμενους ενάγοντες το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων οκτακόσιων δέκα τεσσάρων (2.814) ευρώ [...].

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική της βάση έσφαλε και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση...". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 1083/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την από 27.12.2007 και υπ' αριθ.

κατάθ. 3032/28.12.2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική της βάση δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.814 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή κατά την εν λόγω επικουρική της βάση για το ένδικο χρονικό διάστημα μέχρι την 31.12.2004.

5. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε το πιο πάνω ποσό στον καθένα των αναιρεσίβλητων κατ' εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, παραβίασε τις διατάξεις του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο άρθρου 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 6 και 14 του Π.Δ/τος 50/2001 και 7, 17 και 18 του Π.Δ/τος 46/1998 και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθ. 904 επόμ.

του ΑΚ). Και τούτο διότι κατά νόμο δεν χορηγείται το επίδομα πληροφορικής σε κάθε υπάλληλο που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά την εκτέλεση της εργασίας του, αλλά μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικώς σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα οριζόμενα στο Π.Δ/μα 50/2001 προσόντα ή σε υπαλλήλους άλλων κατηγοριών αντιστοίχων ειδικεύσεων, στους οποίους ανατίθεται αρμοδίως η αναπλήρωση των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων, με ανάθεση δηλαδή σε αυτούς των καθηκόντων που ανάγονται στην οικεία διεύθυνση / κέντρο / τμήμα πληροφορικής του δημόσιου φορέα, όπου εργάζονται, και απασχόλησή τους σε αυτή, όπως είναι για το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

η κατά το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 46/1998 διεύθυνση πληροφορικής. Συνακόλουθα, αν και κατά την έρευνα της κυρίας βάσης της αγωγής το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η περίπτωση των αναιρεσίβλητων είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής, στη συνέχεια, κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, ταύτισε την εκ μέρους των αναιρεσίβλητων απλή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ως μηχανολόγων μηχανικών ή ως διοικητικών ή οικονομικών υπαλλήλων [στην οποία απλή χρήση περιλαμβάνεται ο χειρισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή και η εισαγωγή και η επεξεργασία στοιχείων σχετικών με το αντικείμενο της εργασίας των], που δεν εργάζονται σε ειδικές θέσεις πληροφορικής και δεν τους έχει ανατεθεί αποκλειστικά εργασία που διαλαμβάνεται στις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ/τος 46/1998, με την πλήρη απασχόληση εξειδικευμένων υπαλλήλων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής.

Και, έτι περαιτέρω, αξιολόγησε την εκ μέρους των αναιρεσίβλητων απλή χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ως άκυρη απασχόληση σε αλλότρια καθήκοντα, για την οποία το εναγόμενο θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει νομίμως πρόσθετες, ειδικές οργανικές θέσεις πληροφορικής και μάλιστα στις επί μέρους διευθύνσεις / τμήματα που αυτοί υπηρετούσαν, πέραν των κατά τ' ανωτέρω από το Π.Δ/μα 46/1998 προβλεπομένων για τη διεύθυνση πληροφορικής του αναιρεσείοντος οργανικών θέσεων, ενώ, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως σε θέσεις μηχανολόγων μηχανικών ή άλλης φύσης διοικητικών ή οικονομικών υπαλλήλων, οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με τις ειδικές θέσεις των αναλυτών - προγραμματιστών, των ηλεκτρονικών μηχανικών, χειριστών Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων ή των κωδικογράφων και των χειριστών κοπτικών μηχανημάτων και χωρίς άλλωστε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να απασχολούνται σε κάποιο από τα τρία τμήματα της διεύθυνσης πληροφορικής του αναιρεσείοντος και να τους έχουν ανατεθεί καθήκοντα από τα προβλεπόμενα στις αρμοδιότητες αυτών, με συνέπεια να μην προκύπτει άκυρη απασχόληση αυτών και αντιστοίχως αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 41/2017, 1293/2015, 1637/2012).

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή με την εισήγηση (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης) είναι βάσιμος. 6.

Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσία η από 9.4.2009 και με αριθ.

κατάθ. 771/14.4.2008 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά της υπ' 1083/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική βάση αυτής. 7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007).

8. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 25.10.2021, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 8.11.2012 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.

Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθ. 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005).

Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς στις 8.11.2012 χρηματικών ποσών, στην οποία προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009), με την οποία ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.

Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών" εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες.

Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτων καταβληθέντων (πρβλ. ΕλΣυν. 955/2010) και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή.

Ως εκ τούτου ο από το νόμο αποκλεισμός από την ως άνω ευεργετική ρύθμιση των υπαλλήλων εκείνων, στους οποίους δεν είχε καταβληθεί μέχρι τις 4.9.2009 το πιο πάνω επίδομα πληροφορικής, αλλά αυτοί, θεωρώντας ότι το δικαιούνται, ήγειραν σχετικές αγωγές και με βάση σχετικές δικαστικές αποφάσεις και σε συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς αυτές κατάφεραν στη συνέχεια να εισπράξουν μεταγενέστερα αυτό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, ούτε συνιστά άνιση διακριτική μεταχείριση μεταξύ των ως άνω κατηγοριών εργαζομένων, πολλώ δε μάλλον που οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες κατά την καταβολή αυτού και συνεπώς υπήρχε πάντοτε περίπτωση ανατροπής τους.

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στις 8.11.2012 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το συνολικό ποσό των (μετ` αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών) α) 2676,66 ευρώ, για τους υπό στοιχεία 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 23 των αναιρεσιβλήτων, β) 2.789,50 ευρώ για τον υπό στοιχεία 2 αναιρεσίβλητο, γ) 2.688,22 ευρώ για την υπό στοιχεία 15 αναιρεσίβλητη, δ) 2.692,82 ευρώ για την υπό στοιχεία 21 αναιρεσίβλητη και ε) 2.395,84 για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. (βλ.

από 9.11.2012 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ). Επομένως, τα καταβληθέντα ως άνω ποσά πρέπει ο κάθε αναιρεσίβλητος αντίστοιχα να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης.

Τέλος πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ)στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθ. 22 παρ.3 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και την παρ. 2 της με αριθ. 134423 οικ/16.2 - 31.3.1988 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης - ΦΕΚ Β 11 που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθ. 5678/19.10.2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου κατά το μέρος που δέχθηκε την από 27.12.2007 και με αριθ. καταθ. 3032/28.12.2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως κατ` ουσία αβάσιμη την από 9.4.2009 και με αριθ. κατ. 771/14-4-2009 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων κατά της με αριθμό 1083/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και κατά το μέρος αυτό. ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ α) τους υπό στοιχεία 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 23 των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (2.676,66 ευρώ), ο καθένας, β) τον υπό στοιχεία 2 αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (2.789,50 ευρώ), γ) την υπό στοιχεία 15 αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (2.688,22 ευρώ), δ) την υπό στοιχεία 21 αναιρεσίβλητηνα καταβάλει στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (2.692,82 ευρώ) και ε) τους υπό στοιχεία 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 22, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30 και 31 αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ το ποσό των δύο χιλιάδων τριακόσια ενενήντα πέντε ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (2.395,84 ευρώ), ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ