11/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25-4-2007 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις αφού συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω: 1004/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7825/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated11/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 11 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 11/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η./Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25-4-2007 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις αφού συνεκδικάσθηκαν οι ανωτέρω: 1004/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7825/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 30-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957 και το οποίο εφαρμόζεται και στο προσωπικό των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, όπως είναι και η εναγόμενη, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στο μισθωτό του τη νόμιμη κατ' έτος άδειά του, υποχρεούται μόλις λήξει το έτος, κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται την άδεια, να καταβάλει σ' αυτόν: α) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας και β) προσαύξηση των αποδοχών αυτών κατά 100%. Η προσαύξηση αυτή θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη και προϋποθέτει υπαιτιότητα τούτου, έστω και στο βαθμό της ελαφρός αμελείας, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΑΚ.
Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966, η οποία ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους να παράσχει την άδεια, έστω και αν δεν ζητήθηκε αυτή από τον εργαζόμενο, συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Α.Ν. 539/1945 ετήσια (κανονική) άδεια πρέπει να χορηγείται στον μισθωτό, οπωσδήποτε μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και του εργοδότη, η μεταφορά αυτής εν όλω ή εν μέρει στο επόμενο ή μεθεπόμενα έτη.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Π.Δ. 88/1999, με το οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η 93/104/ΕΚ και η οποία ορίζει ότι: "η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, μπορ" να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης", σαφώς συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, ουδόλως δε συνάγεται από αυτήν, ότι σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους, ο μισθωτός αντί να ζητήσει την προβλεπόμενη, από τις άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αποζημίωση, έχει υποχρέωση να δεχθεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικώς με την άδεια του έτους εκείνου.
Περαιτέρω, είναι έγκυρη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλο εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας εργαζομένου του, κατόπιν συναινέσεως του τελευταίου. Υπόχρεος στην καταβολή μισθού και τη χορήγηση της κανονικής άδειας αναψυχής είναι ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής συμφωνίας. Πρόκειται για μορφή δανεισμού μισθωτού που ισχύει και στην περίπτωση αποσπάσεως υπαλλήλου σε άλλη υπηρεσία.
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: Ο πρώτος εφεσίβλητος Δ. Τ. προσελήφθη από την εκκαλούσα στις 22/1/1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως Καταμετρητής - Εισπράκτορας και υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσιακές μονάδες, ως υπάλληλος γραφείου.
Ο εφεσίβλητος με την υπ' αριθμ. 24…/..-7-2000 ΚΥΑ του Υπουργού Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του Υπουργού Ανάπτυξης, αποσπάσθηκε από 7/8/2000 στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ..., όπου εξακολουθεί να υπηρετεί, με διαδοχικές παρατάσεις της απόσπασής του. Η κανονική άδεια που δικαιούτο ο πρώτος εφεσίβλητος για καθένα από τα έτη 2000 έως και 2005, ανερχόταν σε είκοσι πέντε (25) ημέρες, την οποία επανειλημμένα ζητούσε κάθε έτος, με προφορικές παραστάσεις του, από την δεύτερη εφεσίβλητη, πλην όμως αυτή δεν του δόθηκε, λόγω αυξημένων καθηκόντων και ευθυνών που του ανατέθηκαν ως Προϊσταμένου ΠΑΜ - ΠΣΕΑ (παλλαϊκή άμυνα - πολιτική σχεδίαση εκτάκτου ανάγκης και αντιμετώπισης εκτάκτων γεγονότων και καταστάσεων) που η επίλυσή τους δεν επιδέχετο καμία επιβράδυνση.
Η εκκαλούσα με έγγραφο της προς την δεύτερη εφεσίβλητη της γνωστοποιούσε κάθε φορά ότι οι μισθωτοί της ΔΕΗ που είναι αποσπασμένοι σε θέσεις, αρμοδιότητάς της, πρέπει να προγραμματίσουν έγκαιρα και να πραγματοποιήσουν μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους τη δικαιούμενη κανονική άδεια, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι η Επιχείρηση σε καμία περίπτωση δεν προτίθεται να καταβάλει χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα κανονική άδεια από μισθωτούς της, κατά το χρόνο της απόσπασης τους εκτός ΔΕΗ.
Από το περιεχόμενο, όμως, του εγγράφου αυτού, δεν συνάγεται ότι καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ της εκκαλούσας και της δεύτερης εφεσίβλητης ότι σε περίπτωση μη λήψης της κανονικής άδειας από μέρους του πρώτου εφεσίβλητου, υπεύθυνη για την καταβολή της αποζημίωσης αδείας θα είναι η δεύτερη εφεσίβλητη.
Συνεπώς, ο πρώτος εφεσίβλητος που δικαιούτο να λάβει είκοσι πέντε (25) ημέρες κανονικής άδειας, για καθένα έτος και δεν τις έλαβε, δικαιούται τα ακόλουθα ποσά, στα οποία ανέρχονταν οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του: α) για το έτος 2000 το ποσό των 1.843,55 β)για το έτος 2001 το ποσό των 1.967,63 €, γ) για το έτος 2002 το ποσό των 2.224,48 €, δ) για το έτος 2003 το ποσό ,των 2.277,48 €, ε) για το έτος 2004 το ποσό των 2.435,15 € και στ) για το έτος 2005 το ποσό των 2.807,72 € και συνολικά 13.556,27 €. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε πταίσμα της εκκαλούσας στη μη χορήγηση άδειας στον πρώτο εφεσίβλητο, ώστε να δικαιούται αυτός τη χρηματική προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας, δεδομένου ότι αυτή κάθε φορά οχλούσε τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ..., για να χορηγήσει έγκαιρα στον εφεσίβλητο, την κανονική του άδεια, και αυτή δεν του χορηγείτο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση επεδίκασε στον εφεσίβλητο και τη χρηματική προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας, εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της.
Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η έφεση της εκκαλούσας - εναγόμενης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, εκτός από τις απορριπτικές της διατάξεις, και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο και δικασθεί κατ' ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό τω\ς 13.556,27 €, με το νόμιμο τόκο, για κάθε επί μέρους κονδύλιο αποδοχών αδείας, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, μέχρι την εξόφληση".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτές.
Επίσης, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (όπως υπηρεσιακά έγγραφα της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης) που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ρηθέντα ανωτέρω έγγραφα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίστακτη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009, ΑΠ 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο και όγδοο λόγους της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενος, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρώς αίτημά του για προσκομιδή άλλως επίδειξη των εκκαθαριστικών καταστάσεων της μισθοδοσίας του των ετών 2000, 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 σχετικώς με τις καταβληθείσες αποδοχές του των νομίμων αδειών του ως άνω ετών, ενώ παράλληλα δεν έλαβε υπόψη σχετική δικαστική ομολογία της εναγομένης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει ουδεμία αίτηση άφησε αδίκαστη, αφού έλαβε δε υπόψη του όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και κρίνοντας προφανώς μη αναγκαία την προσκόμιση ή επίδειξη των ως άνω εκκαθαριστικών καταστάσεων μισθοδοσίας του ήδη αναιρεσείοντος - ενάγοντος, επεδίκασε σ' αυτόν για αποδοχές αδείας των προαναφερθέντων ετών το ποσό των 13.56,27 ευρώ, κάνοντας δεκτό έτσι το σχετικό αίτημα της αγωγής με αποτέλεσμα αλυσιτελώς να προβάλλονται ήδη οι ανωτέρω ισχυρισμοί.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρου 59 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 59 αριθ. 1β). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 59 αριθ. 1 εδ. β. του ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται με αυτόν επίκληση συγκεκριμένου διδάγματος κοινής πείρας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα συγκεκριμένων περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων. Μετά απ' αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (αρθ. 179 περ. β και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2014 αίτηση για αναίρεση της 7825/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της των εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ