11/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 11 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2016
Legislator headnote
AI generated11/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 11 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 11 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Θ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ζυγογιάννη.
Του προσεπικαλουμένου: Ελληνικού Κράτους, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον υπουργό Δικαιοσύνης, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και κοινοποιουμένη προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και Πρωθυπουργό της Ελλάδος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1176/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 5380/2012 μη οριστική και 4668/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2014 αίτησή της και με τους από 14-5-2014 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 9-1-2014 αίτηση αναίρεσης και οι παραδεκτά και εμπροθέσμως ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 14-5-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ’ αριθμ. 4668/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Επισημαίνεται, ότι η το πρώτον με τους πρόσθετους λόγους προσβολή με αναιρετικές αιτιάσεις της υπ’ αριθμ. 56/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της αναιρεσείουσας περί αναστολής εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι απαράδεκτη, προεχόντως, διότι οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν υπόκεινται σε αναίρεση (άρθρ. 553 ΚΠολΔ).
Ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του εξέθεσε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 15-6-2007 αγωγή της ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε γι’ αυτόν ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους προσβάλλοντας την τιμή και την υπόληψη αυτού και εν γένει την προσωπικότητά του. Ζήτησε δε κατόπιν αυτού να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 70.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για την ρηθείσα αιτία το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ. Επί των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας της και την δια των προτάσεων της ίδιας ασκηθείσα αντέφεση, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, αύξησε το ποσό της καταβλητέας στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως σε 15.000 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την εναγομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας και για τους λόγους που αναλύονται κατωτέρω.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.Π. 1863/1980). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ,Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 αντιστοίχως του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών. Στην περίπτωση αυτή, με την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικώς. Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ’ αντιδικίαν συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 251/2009, 866/2008). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι’ αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και η απόρριψη συντελείται κατ’ ουσίαν, ανεξαρτήτως της υποβολής ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσιβλήτου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (Α.Π. 1546/2013, 280/2012, 625/2000). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 237 και 118 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι προτάσεις και η προσθήκη των προτάσεων πρέπει να φέρουν εκτός των άλλων στοιχείων και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου των διαδίκων, αλλιώς είναι άκυρες και δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 948/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα εξής: Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (28-1-2010), η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα εμφανίσθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και ζήτησε να της επιτραπεί να παραστεί αυτοπροσώπως, αίτημα όμως που δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και έτσι θεωρήθηκε δικονομικώς απούσα. Κατόπιν αποδοχής αιτήσεως εξαιρέσεως του δικάσαντος δικαστού, η υπόθεση ήχθη εκ νέου προς συζήτηση, με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 23-9-2010, κατά την οποία η εναγομένη-αναιρεσείουσα ήταν και πάλι δικονομικώς απούσα, καθόσον παρέστη μεν μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν κατέθεσε όμως έγγραφες προτάσεις, (αλλά μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και εντός της τριήμερης προθεσμίας κατέθεσε στις 27-9-2010 την με ίδια ημερομηνία προσθήκη - αντίκρουση) ενώ οι κατατεθείσες κατά την προηγηθείσα ως άνω δικάσιμο, δεν λήφθησαν υπόψη, λόγω μη υπογραφής τους από πληρεξούσιο δικηγόρο. Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, ερήμην μεν της εναγομένης, σαν να ήταν παρόντες όμως όλοι οι διάδικοι, και εξέδωσε την προμνησθείσα οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων και επ’ αυτών εκδόθηκε, αρχικώς η υπ’ αριθμ. 5380/2012 απόφαση του Εφετείου, η οποία κήρυξε ματαιωμένη την συζήτηση, καθόσον οι εκπροσωπήσαντες τους διαδίκους πληρεξούσιοι δικηγόροι τους παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ..Με την από 24-10-2012 κλήση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου οι ως άνω εφέσεις επανεισήχθησαν προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της 11.4.2013, κατά την οποία ο ενάγων-εκκαλών και εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) παρεστάθη νομίμως δια πληρεξούσιας δικηγόρου, ενώ η εναγομένη-εκκαλούσα και εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείουσα) εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος παρεστάθη με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε μη κανονική την παράσταση της αναιρεσείουσας, η οποία πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρούσα, ενόψει του ότι η εκ μέρους της άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική ενώπιον του συζήτηση της υποθέσεως και με την αιτιολογία αυτή θεώρησε ως ερήμην δικαζόμενη την αναιρεσείουσα και απέρριψε εκ του λόγου τούτου την έφεση αυτής, αφού προηγουμένως έκρινε νόμιμη την δια της ρηθείσης κλήσεως του αναιρεσιβλήτου εισαγωγή προς συζήτηση της εν λόγω εφέσεως και επίσης την κλήτευση της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην την αναιρεσείουσα, διότι αυτή, ενόψει της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ώφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παρισταμένη στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κα" όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο θεώρησε το Εφετείο ότι είχε ερημοδικασθεί πρωτοβαθμίως, ενώ αυτή παρέστη μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Σ. Λ., ο οποίος και υπέγραψε την προσθήκη των προτάσεών της, και αν ακόμα εκτιμηθεί ότι συνιστούν αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, ως σφάλμα της ενσωματωθείσης στην εφετειακή, πρωτόδικη απόφαση, είναι αβάσιμες αφού, όπως και η ίδια συνομολογεί, προκύπτει δε άλλωστε και από την επισκόπηση του δικογράφου των κατατεθεισών στις 28-12-2009 προτάσεών της, (δεδομένου ότι μόνον τότε κατέθεσε προτάσεις) δεν έφεραν υπογραφή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, με έννομη συνέπεια την ακυρότητα αυτών και συνεπώς ορθά δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και τρίτος κατά ένα μέρος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως και πρώτος πρόσθετος λόγος, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι εσφαλμένως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ιδίκασε ερήμην την αναιρεσείουσα και απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, παραδεκτώς και νομίμως οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εισήχθησαν ενώπιον του Εφετείου, με την από 24-10-2012 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου, μετά την προηγηθείσα ματαίωση της συζητήσεως αυτών, συνεκφωνήθηκαν υπό τον αυτό αριθμό πινακίου, υπό τον οποίο είχε εγγραφεί η σχετική ενιαία, και για τις δύο εφέσεις, κλήση και συνεκδικάσθηκαν. Και τούτο διότι ούτε από τα άρθρα 498 § 2 και 226 ΚΠολΔ, ούτε από άλλη διάταξη προκύπτει ότι όταν με την ίδια κλήση, φέρονται προς συζήτηση περισσότερες της μιας εφέσεις που αφορούν την ίδια υπόθεση, (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πλήττεται η ίδια απόφαση), πρέπει ο προσδιορισμός της συζητήσεως να γίνεται με χωριστές πράξεις να ενεργηθεί δε και χωριστή εγγραφή στο πινάκιο. Τίποτε δεν αποκλείει να έλθουν με την ίδια κλήση προς συζήτησης πολλές εφέσεις και κατά διαφορετικών ακόμη αποφάσεων που αφορούν την ίδια υπόθεση και στην περίπτωση αυτή αφού υπάρχει μία κλήση θα γίνει και μια εγγραφή στο πινάκιο (ΑΠ 1407/1987).
Συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο και εν μέρει με τον τρίτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ,Δ. πλημμέλεια, λόγω μη κηρύξεως απαραδέκτου εκ της ως άνω αιτίας της κλήσεως και της συνεπεία αυτής γενομένης συζητήσεως είναι αβάσιμα. Εξάλλου οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1,9,17 και 19 Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των θεμελιωτικών εκάστης αυτών στοιχείων, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας τους. Επί πλέον, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά της περί κηρύξεως απαραδέκτου της προειρημένης κλήσεως λόγω "του παρανόμου περιεχομένου της" και της "μη συνεπιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης" (προφανώς εννοεί της εκκαλουμένης) αποφάσεως, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη και απέρριψε το σχετικό αίτημα, κρίνοντας παραδεκτή και νόμιμη την σχετική κλήση προς συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων, ενώ δεν ήταν απαραίτητη και η συνεπίδοση της πληττομένης δι’ αυτών αποφάσεως, η οποία είχε ήδη προηγηθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο καθόσον αφορά την ουσία της υποθέσεως δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Σε βάρος της εναγομένης ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και παραπέμφθηκε να δικαστεί...ενώπιον του Α’ Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε σ’ αυτή... είχε υπογραφεί από τον ενάγοντα, που ... υπηρετούσε ως Εισαγγελέας προσδιορισμού στην Εισαγγελία ...Αθηνών. Με την... 137502/2004 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η εναγομένη κρίθηκε ένοχη για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και της επεβλήθη ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.... Ακολούθως η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, την από 15-6-2007 αγωγή της, κατά των Μ. Α., Κ. Α., Π. Β., Κ. Δ., Κ. Η., Κ. Κ., Κ. Β., Κ. Α., Μ. Β. και του ενάγοντος, στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων... "....στις 27-8-2004 ο τότε εισαγγελέας Πρωτοδικών και τρίτος των καθών κος Ζ. Χ., εξέδωσε το ...κλητήριο θέσπισμα σε βάρος μου,.,.προσάγοντάς με απ’ ευθείας στο ακροατήριο..., χωρίς να προσάγει ως όφειλε και τους εγκαλούμενους...δια της αντιθέτου μηνύσεως εγκλήσεώς μου..., εγκαλούντες με Ξ. Χ. κ.λ.π ούτε δρομολόγησε εδώ το τέχνασμα των βουλευμάτων...Στο κλητήριο θέσπισμα... ο .. κος Ζ. αναφέρει τα εξής...δηλαδή φέρνει το 2004 προς κρίση τη δική μου αίτηση-έγκληση με την οποία ζητούσα την προσωρινή...προστασία της τοποθεσίας των δύο δρόμων,...με αποκαθαίρει αυτοβούλως... από την θέση της εγκαλούσης - μηνύτριας, στην οποία θέση εγκαθιστά και πάλι αυτοβούλως, τους κατηγορούμενους υπ’ εμού και με κατηγορεί για παράβαση των άρθρων 1..., 14..., 26 παρ.1α ..., 27... και 229 παρ. 1 ΠΚ. ... Ως μάρτυρες δε προτείνει τους κατηγορούμενους υπ’ εμού...κατά των οποίων εκκρεμούσε ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί και ως αναγνωστέα έγγραφα προτείνει: ... Ο τρίτος των καθών κος Ζ. Χ. δηλαδή κρίνει νόμιμα τα αποδειχθέντα άνομα, προσάγει σε δίκη τους αθώους (εμένα), αντί τους αποδεδειγμένα ενόχους, εγκαθιστά τους κατηγορούμενους, σε ρόλους κατηγόρων και εισάγει σε κρίση επ’ ακροατηρίου την δική μου αίτηση προστασίας των αγροτικών δρόμων, αποδεικνύων περίτρανα τη βαθύτατη κρίση στην οποία περιέπεσε η Δικαιοσύνη επί των ημερών του εκσυχρονισμού. Για την κατά τα άνω εγκληματική παράβαση καθήκοντός του μάλιστα επευφημίσθει και επεκροτήθει δια προαγωγής του σε εισαγγελέα Εφετών. Ζητώ ακόμα να ασκηθεί κατά των επίορκων ως άνω δικαστών αυτεπαγγέλτως η προβλεπόμενη από το νόμο πειθαρχική και ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, καταδολιευτική και καταχρηστική άσκηση της δικαστικής εξουσίας και άδικη καταδίκη μου, που προσβάλει το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, την οποία δίωξη οφείλει να ζητήσει και ο κος Υπουργός Δικαιοσύνης....Στις 13-4-2007 μου επεδόθη... η ... διάταξη του αντεισαγγελέως Πρωτοδικών κου Δ. Σ., σύμφωνα με την οποία, η δια των από 21-9-2005 προσθέτων λόγων έφεσης, έγκληση μου κατά Χ. κ.λ.π. και των δικαστών... Ζ., διεχωρίσθη και το αφορόν τον κο Ζ. Χ. σκέλος της απερρίφθη, διότι δήθεν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παράβασης καθήκοντός του, καθόσον η ευθύνη του εξαντλείται στην υπογραφή του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ την ποινική δίωξη και το υλικό της ποινικής δικογραφίας, άσκησε και χειρίστηκε αντίστοιχα ετέρα εισαγγελική λειτουργός...
Συνεπώς ο τρίτος των καθών κος Ζ., ενεργών προδήλως παρανόμως, κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και από δόλο, έχοντας μάλιστα πλήρη γνώση των πράξεών του και της αθωότητας μου και με σκοπό τον προσπορισμό παρανόμου οφέλους στον εαυτό του (προαγωγή κ.λ.π) και στους καταπατητές της Δημόσιας γης (δήθεν εγκαλούντες με) εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα απευθείας παραπομπής μου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου οδηγώντας με τεχνηέντως σε προκατασκευασμένη δίκη με προειλημμένη την καταδικαστική μου απόφαση, κατά κατάχρηση και ηθικώς μεμπτή άσκηση της δικαστικής του εξουσίας, προσάγοντας δηλ. σε δίκη εμέ την αθώα, αντί τους ενόχους. Προς επίρρωση δε της ροπής του σε τέτοιες εγκληματικές πράξεις, της ηθικής ανεπάρκειας του και της καταχρηστικής άσκησης της Δικαστικής του εξουσίας, δεν διστάζει εκ των υστέρων να ασκεί πιέσεις προς υφισταμένους του, ώστε να μετακυλιστεί η ευθύνη της εξόφθαλμης παράβασης καθήκοντος του σε άλλον υφιστάμενο.... Έτσι με την...διάταξη του αντεισαγγελέως Πρωτοδικών ...ο ισόβιος...Δικαστικός Λειτουργός κος Ζ., τρίτος των καθών, απαλλάσσεται των ευθυνών του... Όμως ... η προρρηθείσα διάταξη είναι άκυρος εξ υπαρχής διότι..., τόσο την πειθαρχική όσο και ποινική δίωξη, όσο και την παύση αυτής, κατά των Δικαστών της βαθμολογικής κλίμακας στην οποία ανήκει ο κος Ζ., ενεργεί το Συμβούλιο εφετών και όχι ο οποιοσδήποτε πιεζόμενος υφιστάμενος του κου Ζ., ενώ ... οι Δικαστικοί Λειτουργοί είναι ισόβιοι, η δε ισοβιότης θεσπίστηκε... για να προστατεύει και να προάγει το ανεξάρτητο...της Δικαιοσύνης και όχι για να διασφαλίζει τη θέση επίορκων δικαστών εις το διηνεκές, όπως νομίζει ο καθού, οφείλει δε να παύει επί διαπιστώσεως επίορκων και εξαρτημένων από διαπλεκόμενα συμφέροντα δικαστών, οι οποίοι πρέπει κατ’ αρχήν να τίθενται σε διαθεσιμότητα και σε συνέχεια να αποτάσσονται πάραυτα από το Δικαστικό σώμα .... Όπως εξάλλου προκύπτει από τον χρόνο έκδοσης και επίδοσης της εν λόγω διάταξης, η έκδοσή της, έγινε όλως εσπευσμένα ...και με δόλιο σκοπό, πλην της απόσεισης των ευθυνών του κου Ζ., τη δημιουργία εκκρεμοδικίας σε περίπτωση που υπέπεπτα σε σφάλμα να ασκήσω προσφυγή κατά της διάταξης αυτής, ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών. Θεωρώ δηλ. ότι προδήλως η έκδοση της είναι προϊόν δολίου τεχνάσματος του καθού, ώστε να παρασυρθώ σε εκκρεμοδικία. Από όλα τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται... ότι ο... κος Ζ., όχι μόνο ήταν σε θέση, αλλά τελούσε σε πλήρη γνώση, τόσο της αθωώτητάς μου, όσο και του νόμω και ουσία αβασίμου αλλά και νόμω άτυπου της εγκλήσεως (δια του σημειώματος) Χ. κ.λ.π. και ότι από δόλο παρέβη το καθήκον του και τους περί την κίνηση της ποινικής διαδικασίας νόμους, με σκοπό τον προσπορισμό παράνομου ωφέλους σε αυτόν και τους καταπατητές δημόσιας γης..., εγκαλούντες με, παραλείπων τεχνηέντως α) την εφαρμογή όλων των αρχών δικαίου, τις οποίες όφειλε να τηρεί, β) την πάταξη των πραγματικών εγκληματιών, στους οποίους επιδαψίλευσε ατιμωρισία και γ) σε συνέχεια από δόλο και τεχνηέντως μεθόδευσε συστηματικά τόσο την απόσειση ευθυνών από το πρόσωπο του, μετακυλίοντας αυτές σε υφισταμένη του, κατά παράβαση του κώδικος στοιχειώδους ηθικής, όσο και την απαλλαγή του (άκυρη) από αναρμόδιο όργανο. Με τις ως άνω ενέργειές του... όχι μόνο άσκησε καταχρηστικώς τη δικαστική εξουσία, αλλά ενήργησε συμβάλλων τα μέγιστα στην κατάλυση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών θεσμών...Οποία κατάλυση των Δημοκρατικών θεσμών, οποία εγκληματικότης του "ισόβιου Δικαστικού Λειτουργού" κου Ζ., οποία αντιστροφή των νόμων και των ενόχων...ο κος Ζ., προκρίνει...ότι η αίτηση μου είναι ψευδής...Το μεγαλείο του "εκσυγχρονιστικού μοντέλου" σε πλήρη ανάπτυξη από τους "Δικαστές του εκσυγχρονισμού" και συνεχίζει το Εφετείο: "Με τα ανωτέρω αποσπάσματα που περιέλαβε η εναγομένη στην προαναφερόμενη αγωγή κακοδικίας, ισχυρίστηκε για τον ενάγοντα γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του και ειδικότερα ότι αυτός... παραπέμποντάς την με το αναφερόμενο κλητήριο θέσπισμα, ενήργησε παράνομα, κατά παράβαση των καθηκόντων του και από δόλο, έχοντας πλήρη γνώση των πράξεων του και της αθωώτητάς της και με σκοπό τον προσπορισμό παρανόμου οφέλους για τον εαυτό του και τους εγκαλούντες από την εναγομένη, καθώς επίσης ότι μεθόδευσε την απόσειση ευθυνών από το πρόσωπο του, μετακυλίοντας αυτές σε υφισταμένους του, στους οποίους άσκησε πιέσεις. Ισχυρίστηκε επίσης την εμπλοκή του ενάγοντος στο δικαστικό- παραδικαστικό κύκλωμα, αφού στο κείμενο της προαναφερόμενης αγωγής κακοδικίας, αναφέρεται σ’ αυτό, αορίστως μεν και χωρίς να κατονομάζει ειδικά τον ενάγοντα, σαφέστατα όμως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής της αγωγής... ότι η ανωτέρω εμπλοκή αφορά όλους τους εναγόμενους κατά των οποίων στρέφεται η αγωγή, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα. Τα ανωτέρω ισχυρισθέντα από την εναγομένη γεγονότα, είναι ψευδή αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενήργησε με δόλο, γνωρίζοντας την αθωότητα της εναγομένης και κατά παράβαση του καθήκοντός του, ούτε ότι η έκδοση της αναφερόμενης εισαγγελικής διάταξης ήταν αποτέλεσμα δικών του πιέσεων προς υφισταμένους του ούτε ότι είχε εμπλοκή με το δικαστικό - παραδικαστικό κύκλωμα, ήταν δε αντικειμενικά κρινόμενα, πρόσφορα να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη, την επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία του ενάγοντος, ως ανθρώπου και εισαγγελικού λειτουργού, καθόσον τον εμφάνιζαν να ενεργεί με γνώμονα το συμφέρον και όχι ακολουθώντας τη συνείδηση του και την απροσωπόληπτη κρίση του. Εξάλλου η εναγομένη τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των ανωτέρω ισχυρισμών...Εφόσον λοιπόν τα ανωτέρω γεγονότα που διαδόθηκαν για τον ενάγοντα σε τρίτους..., ήταν ψευδή, η εναγομένη δε τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών και επιπλέον αυτά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ως όρου του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ. Η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, είχε σαν αποτέλεσμα την έντονη αμφισβήτηση της ηθικής...του ενάγοντος, δηλαδή την προσβολή της προσωπικότητας του......
Από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων δια της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού. Εάν δε το δικαστήριο χώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005). Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης ενώ για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση: α) το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτού με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να παρέχεται η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, β) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρισίμων γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προβάλλει, κατά ακριβή εδώ εκ της αιτήσεώς της, μεταφορά τις κάτωθι αιτιάσεις:
" ...5ον ).Σύμφωνα με την πέμπτη παραδοχή της ... "πρέπει να καταδικαστώ στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου μου". Όπως όμως προκύπτει από τον νόμο, ηττηθείς, μπορεί να είναι ένας διάδικος μόνο αν ηττήθηκε στην ουσία της διαφοράς και όχι αν δολίως και πάρα τον νόμο τον κατέστησαν τέτοιον, οι δικάζοντες, διότι αλλιώς... επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων επί της ουσίας της υπόθεσης και εν προκειμένω, η όλη διαφορά, αφέθηκε αδίκαστη κατά τα εμα ισχυριζόμενα, συνισταμένου του σχετικού λόγου αναίρεσης.
6ον).Σύμφωνα με την έκτη παραδοχή της..."πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη η ασκούμενη με την έφεση μου προσεπίκληση ... του Ελληνικού Δημοσίου, αφού η άσκηση της προσεπίκλησης, πρέπει να λάβει χώρα, το αργότερο μέχρι της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ η άσκηση αυτής, το πρώτο στην κατ’ έφεση δίκη, όπως εν προκειμένω ....καθιστά αυτήν απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου". Κατ’ αρχήν, ψευδώς φέρεται η εν λόγω προσεπίκληση να έγινε το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αυτή εγένετο με το δικόγραφο των από 21-1-2009 προτάσεων-ανταγωγής στο Μ.Π.Α και επεδώθει νομίμως στο πρωτόκολλο του αρμόδιου υπουργού δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσαχθέν επιδοτήριο με αριθμ.πρωτ. 1338/29-12-09..., το οποίο προσκομίστηκε ,τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εξαφανίστηκε από δόλο, μαζί με πολλά άλλα αποδεικτικά σχετικά, με σκοπό, το γεγονός, να αποτελέσει βάση απόρριψης της εφέσεώς μου, οι δε ευθύνες γιαυτό θα αναζητηθούν όπου δει. Κατα δεύτερον, η προσεπίκληση αφορά το Ελληνικό Κράτος και όχι Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο Κράτος, μπορεί να εκπροσωπείται... από τον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό, στην σφαίρα ευθύνης του οποίου εμπίπτει το εκάστοτε αφορόν την προσεπίκληση ζήτημα, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο είναι αντίδικος για οικονομικής φύσεως ζητήματα κυρίως, με εκπρόσωπο τον υπουργό των οικονομικών. Κατά τρίτον η προσεπίκληση μπορεί να ασκήται και εν ενώσει με το κυρίως δικόγραφο, αφού ο νόμος επιτρέπει σε κάθε στάση της δίκης την συνένωση δικογράφων...αρκεί να επιδίδεται νομίμως, όπως εν προκειμένω. Ιδιαίτερο δικόγραφο, χρειάζεται μόνο επί αυτοτελώς ασκουμένης προσεπικλήσεως.
Συνεπώς το δικαστήριο παραμόρφωσε εκ δόλου το περιεχόμενο του εν λόγω επιδοτηρίου εγγράφου, με σκοπό, να δεχθεί ως πραγματικά, γεγονότα, καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω επιδοτήριο έγγραφο, αλλά και εξαφάνισε το αποδεικτικό επίδοσης, συνισταμένου έτσι του κατ’ άρθρο 559 παρ.20 Κ.Πολ.Δ λόγου αναίρεσης.
7ον). Σύμφωνα με την έβδομη παραδοχή.... "η κοινοποίηση της έφεσης μου στους Κους Πρόεδρο Δημοκρατίας και Πρωθυπουργό της Ελλάδος, εκτιμώμενη σαν ανακοίνωση δίκης, είναι απαράδεκτη ασκούμενη το πρώτον στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη". Κατ’ αρχήν, αφού εκ του νόμου επιτρέπεται η συνένωση δικογράφων σε κάθε στάση της δίκης,(246 Κ.Πολ.Δ) και η έφεση είναι στάση, νομίμως θα ασκήτο σαν ανακοίνωση δίκης. Εγώ όμως, με την κοινοποίηση αυτή...τους γνωστοποίησα τα διατρέξαντα, ώστε, επειδή έχουν την ευθύνη για την διασφάλιση της δίκαιης δίκης...να πάρουν τα ενδεδειγμένα για την κάθαρση της δικαιοσύνης μέτρα, απομακρύνοντας τους επίορκους από τους κόλπους της, αλλά και διότι ,αν συνεχιστεί η κακοδικία μου θα στραφώ με αγωγές στο ειδικό δικαστήριο κατ’ αυτών ,αλλά και στα ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια.
8ον ).Σύμφωνα με την όγδοη παραδοχή... "η ασκούμενη με τις προτάσεις μου αντέφεση, πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη διότι η αντέφεση, ασκήται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο... ". Πέραν του ότι επιτρέπεται η συνένωση δικογράφων του αυτού διαδίκου... και άρα τα της παραδοχής αφορούν μόνο αυτοτελή δικόγραφα, το εν λόγω δικόγραφο μου συνιστά τις προτάσεις μου στο εφετείο, οι οποίες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, να απορριφθούν συλλήβδην ως απαράδεκτες και να αφεθούν αδίκαστες. Έτσι, έπρεπε να διαταχθεί ...ο χωρισμός δικογράφων να απορριφθεί η αντέφεση και να κριθούν οι προτάσεις στην ουσία τους. Το απαράδεκτο, μπορεί να εφαρμοστεί ουσιαστικά, μόνο στην λέξη αντέφεση και όχι προτάσεις μου ,όπως εγένετο εκ δόλου και καταχρηστικής άσκησης εξουσίας των εκδόντων την εν λόγω απόφαση.
Συνεπώς συνιστάται ο κατ’ άρθρο 559 παρ.9 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης , διότι οι προτάσεις μου αφέθηκαν εκ δόλου και καταχρηστικής άσκησης εξουσίας, αδίκαστες.
9ον). Σε συνέχεια, το δικαστήριο, ...αναλώνεται στην αναγραφή αποσπασμάτων της αγωγής κακοδικίας που είχα ασκήσει και κατά του αντιδίκου μου, τα οποία... είναι δήθεν, ηθικώς ζημιογόνα γιαυτόν. Όπως όμως προκύπτει από μια προσεκτική ανάγνωσή τους, τα λεχθέντα, είναι γενικόλογα, αφορώντα κάθε επίορκο δικαστή, πολιτικό, ή δημόσιο υπάλληλο και όχι ειδικά τον αντίδικο μου, ο οποίος, μόνος του επέλεξε την υπαγωγή του σ’ αυτά και ενέταξε τον εαυτό του στα αποσπάσματα, είτε γιατί με θεώρησε εύκολο θύμα υφαρπαγής της περιουσίας μου, μέσω του δικαστικού- παραδικαστικού κυκλώματος του οποίου υπήρξε άριστος γνώστης, είτε διότι είχε το γνώθι σ’ εαυτόν. Τα αποσπάσματα όμως αυτά, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να αποτελέσουν βάση ευδοκίμησης της κατ’ εμού αγωγής και έφεσης του αντιδίκου μου, διότι εγώ άσκησα το ρητώς επιτρεπόμενο από τον νόμο, δικαίωμα μου σε αγωγή κακοδικίας στο ειδικό δικαστήριο, ο ίδιος παρέστει σ’ αυτό και είχε κάθε δικαίωμα να με αντικρούσει και να ασκήσει ανταγωγή κατ’ εμού, και η υπόθεση εκκρεμεί ακόμη στο εν λόγω ειδικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο....Επιπλέον, αφ’ ης στιγμής ο νόμος επιτρέπει...την διαγραφή ,από το δικαστήριο, τυχόν υβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων από τα δικόγραφα, είναι προφανές ότι, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ζημία εξ αυτών των φράσεων, ή να επιδικαστεί ποσό αποζημίωσης γιαυτές, παρα μόνο από δόλο του δικαστηρίου, που μάλιστα, παρέβει το καθήκον του στην απόληψη των φράσεων αυτών, λειτουργόν και κατ’ αυτό το σκέλος παράνομα.
10ον). Όπως αναλύω στα δικόγραφα μου ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και στο πρωτοβάθμιο, το εκδόν την...απόφαση εφετείο, ήταν αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή και την έφεση του αντιδίκου μου, διότι την αποκλειστική δωσιδικία γι’ αυτό, έχει μόνο το ειδικό δικαστήριο κακοδικιών, στο οποίο εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση της εν λόγω αγωγής μου κακοδικίας και ως εκ της εκκρεμμοδικίας, δεν νοείται κατά νόμο...νέα δίκη για το αυτό ζήτημα.
Συνεπώς συνιστάται ο κατ’ άρθρο 559 παρ 5 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, λόγω του ότι, το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο.
11ον). Η επίδοση σε μένα της 4668/13 αποφ. εφετ. ΑΘ. ήταν παράνομη, διότι....η δια θυροκολλήσεως επίδοση, εγένετο στο κοινόχρηστο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας όπου το διαμέρισμα κατοικίας μου, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από τον νόμο, το παρέλαβε την επομένη...η εκ των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας... και μου το παρέδωσε την μεθεπομένη... ενώ ουδέποτε έλαβα ειδοποίηση με συστημένη επιστολή.
Συνεπώς η επίδοση της ... κυρίως προσβαλλομένης αποφάσεως είναι παράνομη.
12ον). Το δικαστήριο, δεν έλαβε υπ’ όψιν του τα υπ’ εμού προταθέντα που ασκούν επιρροή στην δίκη, όπως το απαράδεκτο της κατ’ εμού αγωγής α) λόγω μή καταθέσεως από τον αντίδικο μου του δικαστικού ενσήμου ,β) λόγω αναρμοδιότητος του δικαστηρίου... ,γ) λόγω εκκρεμοδικίας της υπόθεσης στο ειδικό δικαστήριο, δ) λόγω μη στοιχειοθέτησης καμμιάς ζημίας σε βάρος του αντιδίκου μου.... και αντί να απορρίψει ,ως όφειλε, την κατ’ εμού αγωγή και έφεση ....προτίμησε να εξαφανίσει το μεγαλύτερο μέρος των αποδεικτικών μου, να απορρίψει αδίκαστα την δια των προτάσεων-ανταγωγή και την έφεση μου, να κρίνει contra legem όλα τα ζητήματα τα οποία αναρμοδίως επιλήφθηκε και να καταστήσει πλουσιότερο τον αντίδικο μου, αποδεικνυομένου του δόλου με τον οποίο ενήργησε και την σύναψη εξωνυμένου συμβολαίου μ’ αυτόν προς κακοδικία μου.
13ον). Η "ειδική σύνθεση δικαστηρίου" που εξέδωσε την ... αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και που ήταν άλλη αυτής που κληρώθηκε και δίκασε την υπόθεση, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη την εν λόγω 4668/13 αποφ., κατά τα άρθρα 313 και 159 Κ.Πολ.Δ, διότι οι εκδόντες την εν λόγω απόφαση, δεν είχαν την συγκεκριμένη στιγμή την δικαστική ιδιότητα των δικαζόντων και επιπλέον, το γεγονός επιδέχεται αναίρεση, ενώ συνιστά στέρηση χωρίς την θέλησή μου, του φυσικού δικαστή...
Συνεπώς, συνιστάται εκ του γεγονότος αυτού, ο κατ’ άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, διότι παραβιάζεται το άρθρο 8 του Συντάγματος, καθώς και ο κατ’ άρθρο 559 παρ.2 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος, διότι το εκδόν την 4668/13 απόφ. Εφ. δεν είχε την νόμιμη κληρωθήσα σύνθεση που δίκασε, άλλα άλλη σύνθεση δικαστηρίου δίκασε και άλλη σύνθεση εξέδωσε την 4668/13 απόφαση.... Επειδή, παραβιάστηκαν κατάφωρα, πληθώρα ουσιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων μου και ο ΑΠ κρίνει κατά το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, για την πασίδηλη σύσταση εξωνυμένου συμβολαίου ως απέδειξα ανωτέρω, έχει εφαρμογή η συνθήκη της Ευρωπαϊκής ένωσης για την πάταξη της διαφθοράς στους κόλπους της δικαιοσύνης που κυρώθηκε με τον ν. 3560/2007 ... και πρέπει να ασκηθούν αυτεπαγγέλτως ο ενδεδειγμένες και προβλεπόμενες κυρώσεις...".
Οι ανωτέρω αιτιάσεις, που, προβάλλονται και με το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι, προεχόντως, αόριστες και ως τοιαύτες απαράδεκτες, καθόσον δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι αναιρετικές πλημμέλειες (ερμηνευτικές ή υπαγωγικές) που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν περιέχουν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν, κατά την αναιρεσείουσα, τις, κατ’ αριθμό αναφερόμενες, ως άνω αναιρετικές, πλημμέλειες. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στους άνω λόγους συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη που φέρεται ως παραβιασθείσα, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, ούτε αν οι αιτιολογίες είναι αντιφατικές, ελλείπουν παντελώς ή είναι ανεπαρκείς και ....... Και αν αφορούν ζητήματα και ποια που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε προσδιορίζονται ποια είναι τα "πράγματα" κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 που έλαβε υπόψη καίτοι μη προταθέντα, ή δεν έλαβε υπόψη καίτοι προταθέντα το Εφετείο, ούτε τέλος σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραμόρφωση. Ανεξαρτήτως όμως αυτού και αν ακόμη οι ανωτέρω λόγοι θεωρηθούν ορισμένοι, τυγχάνουν αβάσιμοι, αφού οι πλημμέλειες που αποδίδονται δ’ αυτών στην προσβαλλομένη απόφαση είναι αβάσιμες Ειδικότερα το Εφετείο καταδικάζοντας την ηττηθείσα αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου δεν παραβίασε την αντίστοιχη δικονομική διάταξη όπως αβασίμως διατείνεται η τελευταία με τον υπ’ αριθμ. 5, ως άνω, λόγο και τον αντίστοιχο πρόσθετο τοιούτο. Επίσης το Εφετείο νομίμως χώρησε στην απόρριψη ως απαραδέκτων της ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα το πρώτον διά της εφέσεως προσεπικλήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και της ανακοινώσεως δίκης της ιδίας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους υπ’ αριθμ. 6 και 7 ως άνω λόγους και 2 πρόσθετο λόγο. Εξάλλου η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ασκήσεως της προσεπικλήσεως του πρώτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (και όχι ενώπιον του Εφετείου όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας) αλυσιτελής παρίσταται, αφού όπως και η ίδια συνομολογεί, άσκησε απαραδέκτως αυτήν με τις προτάσεις της και όχι όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 89 του ΚΠολΔ με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου. Ομοίως το Εφετείο ορθώς εχώρησε στην απόρριψη ως απαραδέκτου της διά των προτάσεων της αναιρεσείουσας ασκηθείσης αντεφέσεως, χωρίς όμως να αγνοήσει και τις σχετικές προτάσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία με τον υπ’ αριθμ. 8 λόγο της αιτήσεως, προσάπτοντας συναφώς στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ.. Επίσης τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και θεμελιώνουν πλήρως τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59 , 914, 932 του Α.Κ. και 363 Π.Κ. και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον υπ’ αριθμ. 9 λόγο της αιτήσεως χωρίς μάλιστα να αποδίδει συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση τυγχάνουν αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 και 259 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο της (άρθ. 259 παρ. 1), με την επιφύλαξη της προσβολής τους ως πλαστών (άρθ. 438 εδ. β). Εξάλλου ο ισχυρισμός περί πλαστότητας (άρθ. 463 ΚΠολΔ) για να είναι ορισμένος, πρέπει να διαλαμβάνει το τμήμα του περιεχομένου του εγγράφου που προσβάλλεται ως πλαστό και σε τι συνίσταται ακριβώς η πλαστότητα, για να είναι δε παραδεκτός πρέπει αυτός που τον προτείνει να προσκομίσει ταυτόχρονα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον σχετικό αναιρετικό και τον συναφή πρόσθετο λόγο κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι αντί των μετασχόντων κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο εφετών Δ. Τ. και Θ. Τ., "φέρονται να συνέθεσαν το εν λόγω δικαστήριο οι εφέτες Α. Π. και Π. Τ., οι οποίοι προφανώς απαρτίζουν την υποσχεθείσα από τον Κο Κ. στον αντίδικο μου ειδική σύνθεση δικαστηρίου...." και ότι "...υπήρξε προφανώς αλλοίωση των πρακτικών της προσβαλλόμενης τα οποία προσβάλλω ως πλαστά". Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, αφού από την απόφαση και τα πρακτικά που όπως προαναφέρθηκε, ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενο τους, δεν αποδεικνύονται οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η δε επιχειρούμενη προσβολή των πρακτικών ως πλαστών είναι απαράδεκτη, εφόσον η αναιρεσείουσα ούτε έγγραφα που να αποδεικνύουν την πλαστότητα προσκομίζει ούτε αναφέρει ονομαστικά μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η ένδικη αγωγή με την οποία επιδιώχθηκε η καταψήφιση της αναιρεσείουσας σε καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 70.000 ευρώ, υπάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 παρ. 2 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και ο σχετικός πρόσθετος λόγος με τον οποίο επιχειρείται θεμελίωση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αναρμοδιότητας του δικάσαντος δικαστηρίου στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Εξάλλου καμία εκκρεμοδικία δεν δημιουργεί η άσκηση αγωγής κακοδικίας της αναιρεσείουσας μεταξύ άλλων και κατά του αναιρεσιβλήτου με την ένδικη διαφορά και η σχετική αιτίαση κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 είναι απαράδεκτη. Απαράδεκτες είναι τέλος οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί μη νομίμου επιδόσεως σ’ αυτήν της προσβαλλομένης αποφάσεως, και περί μη καταβολής δικαστικού ενσήμου από τον αναιρεσίβλητο (προφανώς κατά την πρωτοβάθμια δίκη), οι οποίες, διατυπούμενες κατά τον τρόπο αυτό δεν θεμελιώνουν αναιρετικούς λόγους.
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 89 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε το άρθρο 91 παρ. 1 του ίδιου Κώδικος, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο διάδικος που θέλει να προσεπικαλέσει στη δίκη κάποιον τρίτο, οσάκις επιτρέπεται τούτο από το νόμο (άρθρο. 86, 87 και 88 Κ.Πολ.Δ.), ή να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, μπορεί να ασκήσει την προσεπίκληση ή να ανακοινώσει τη δίκη μόνο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και το χρόνο που ορίζεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 89 και 91 Κ.Πολ.Δ. Ενώπιον του Αρείου Πάγου στην αναιρετική δίκη δεν επιτρέπεται άσκηση προσεπι κλήσεως ή ανακοίνωση της δίκης (Α.Π. 1741/2012).
Συνεπώς η δια του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ασκουμένη από την αναιρεσείουσα προσεπίκληση του Ελληνικού Κράτους και η στο ίδιο δικόγραφο αναφερομένη κοινοποίηση αυτού προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, εκτιμωμένη ως ανακοίνωση δίκης, είναι απαράδεκτες προεχόντως για τον ανωτέρω λόγο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2014 αίτηση της Ε. Θ. Λ. και τους από 14 Μαΐου 2014 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4668/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ