Legislator Case Law & Legislation
11/2014 AI generated

11/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 11/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1172/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5833/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 12/5/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1048/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 5833/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

11/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 7-12-2012 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της 1025/2012 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 27-3-2012.

Keywords

AI generated
adjustment of remuneration change of job pay policy reduction of statutory salary increase termination of benefits changed financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 11 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "FRANKE HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΚΑΙ ΜΠΑΝΙΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "FRANKE HELLAS Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου-καθ' ου η κλήση: Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μητρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1172/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5833/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 12/5/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1048/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 5833/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2291/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1/10/2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1025/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2012 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 2/12/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-12-2012 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της 1025/2012 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 27-3-2012.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 27-10-2003 αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, η οποία επήλθε από την επικαλούμενη από αυτόν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως και διαφορών δώρων εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα και αδειών και επιδομάτων των ετών 1997 έως 2002.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1772/2004 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω αποφάσεως της από 20-10-2004 έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, εκδόθηκε η 5833/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την αξίωση για καταβολή διαφοράς αδείας και επιδόματος αδείας για τα έτη 1997 έως 2002, ενώ απέρριψε τα λοιπά αγωγικά κονδύλια.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου ασκήθηκε από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) η από 27-7-1996 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η 1048/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (πρώτο λόγο) και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που αναιρέθηκε.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, ότι το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μείωσης ή μη των αποδοχών του ενάγοντος από 1.5.2002 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, δέχθηκε ο Άρειος Πάγος, ότι <η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν μειώθηκαν οι αποδοχές του αναιρεσείοντος και εντεύθεν δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, ενώ δέχεται ότι οι αποδοχές του τον Μάϊο του 2002 ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 3055 Ευρώ (785 € βασικός μισθός + 2270 ε μέσος όρος καθαρών προμηθειών, χωρίς το ΦΠΑ), δεν διευκρινίζεται σ' αυτή, αν οι προσφερθείσες στον αναιρεσείοντα από 1-6-2002 μηνιαίες αποδοχές των 3057 ευρώ ήταν καθαρές, δηλαδή μετά από αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων (ΙΚΑ - ΦΜΥ), ώστε να συγκριθούν αυτές με τις καταβαλλόμενες μέχρι 31-5-2002 καθαρές αποδοχές των 3055 ευρώ.

Περαιτέρω, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η προμήθεια που ελάμβανε ο αναιρεσείων από την πώληση των προϊόντων της εταιρίας "…" δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του, διότι δεν καταβάλλονταν σ' αυτόν σταθερά και μόνιμα, ως αντάλλαγμα της εργασίας του, όμως, κατά τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών της αδείας και των επιδομάτων αυτής του χρονικού διαστήματος 1997- 2002, που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, συνυπολόγισε στις τακτικές του αποδοχές και την ως άνω προμήθεια, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αν η προμήθεια περιλαμβάνονταν ή όχι στις τακτικές του αποδοχές>.

Στη συνέχεια αναίρεσε εν μέρει την 5833/2005 απόφαση του Εφετείου, μόνο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) και συνέχεται με τη μείωση των αποδοχών του. Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 2292/2010 απόφασή του, με την οποία αυτό, μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έκρινε ότι "Από τα αποδειχθέντα πραγματικό περιστατικά υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του εκκαλούντος και συνέχεται με τη μείωση, από την 1.6.2002, των μηνιαίων αποδοχών του.

Η μείωση έγινε αδικαιολόγητα, κατ' αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως και όχι καλόπιστα ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας του εκκαλούντος. Έτσι, ο εκκαλών έχει, έναντι της εφεσίβλητης, την επίδικη αξίωση, κατά την κυρία βάση της ένδικης αγωγής, για τη νόμιμη αποζημίωση άτακτης καταγγελίας, ποσού 93.006 ευρώ, εφ' όσον είχε συμπληρώσει 24 έτη [(3.986 ευρώ μηνιαίως Χ 20 μήνες =) 79.720 Χ1/6 η προσαύξηση για τα επιδόματα αδείας καθώς και των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα =) 13.286 ευρώ].

Δικαιούται, συνεπώς, ο εκκαλών το ποσό των 93.006 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωση άτακτης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επομένης της οχλήσεως, την 24.7.2002, μέχρι την εξόφληση". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με το να προβεί, όπως είχε δυνατότητα σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και να δεχθεί άλλη νομική άποψη, ότι δηλαδή υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ήδη αναιρεσίβλητου και συνέχεται με τη μείωση από 1.6.2002 των μηνιαίων αποδοχών του, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με την 1048/2008 αναιρετική απόφαση, αναιρέθηκε (εν μέρει) η προηγούμενη 5833/2005 απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν επιλύθηκε με αυτή νομικό ζήτημα προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 16 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει έγγραφης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε, αντί μηνιαίων αποδοχών, ως υπάλληλος - περιοδεύων πωλητής (πλασιέ), στην περιοχή Αττικής , από 8.5.1978, στη (μη διάδικο) ΒΙΑΝΟΞ FRANKE Α.Ε.

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΝΟΞΕΙΔΩΤΟΥ ΧΑΛΥΒΑ και από 1.1.1992, με μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα . Το αντικείμενο της απασχολήσεώς του ήταν η <προώθηση> των ειδών εξοπλισμού κουζίνας και μπάνιου σε πελάτες της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας). Προς τούτο ο εκκαλών επισκεπτόταν διάφορα καταστήματα πελατών της εφεσίβλητης, στην περιοχή της Αττικής, <έπαιρνε> παραγγελίες και επιμελούνταν των εισπράξεων.

Οι συμφωνημένες, τακτικές μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνταν από το βασικό μισθό "των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας", από ποσοστό επί των πωλήσεων, κατά μέσο όρο [προμήθεια] και από ΒΟΝUS. Οι συμφωνημένες, ως άνω, τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2002, ήσαν 3.986 ευρώ "μεικτές", αποτελούνταν δε, από βασικό μισθό 785 ευρώ, από ποσοστό προμηθειών κατά μέσο όρο 2.935 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης προμήθειας από την πώληση των "προϊόντων" της εταιρείας … και από ΒΟΝUS ποσού 266 ευρώ, και 2.853 ευρώ "καθαρές" (μετ'αφαίρεση κρατήσεων και ΙΚΑ και ΦΜΥ).

Το έτος 2001, η εφεσίβλητη, στα πλαίσια γενικής αναδιοργανώσεως της επιχειρήσεώς της, αποφάσισε την αλλαγή, σταδιακά, του συστήματος προωθήσεως των προϊόντων της με περιοδεύοντες πωλητές, αποφάσισε δε η είσπραξη των απαιτήσεων και η παρακολούθηση των πιστώσεων να πραγματοποιείται, ενιαίως, από τη νέα θέση, που θα δημιουργούσε, του Προϊσταμένου Πιστωτικού-Εισπρακτικού Ελέγχου και η σταδιακή αλλαγή του με <πλασιέ> συστήματος προωθήσεως των προϊόντων της να πραγματοποιηθεί εντός του χρονικού διαστήματος από 1-6-2002 μέχρι 1-1-2003.

Για την κάλυψη της θέσεως του Προϊσταμένου Πιστωτικού-Εισπρακτικού Ελέγχου, η εφεσίβλητη επέλεξε τον εκκαλούντα, ως πρόσωπο της εμπιστοσύνης της και ικανό στο χώρο των πωλήσεων, με γνώση των συνθηκών αγοράς. Στον εκκαλούντα, γνωστοποιήθηκαν από την εφεσίβλητη, εγγράφως, α) την 29.5.2002, η νέα του θέση, με τα καθήκοντα του και β) την 6.6.2002, το ύψος των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του ("μικτών" και "καθαρών").

Ειδικότερα, με το από 27.5.2002 έγγραφό της η εφεσίβλητη γνωστοποίησε στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) ότι από 1.6.2002 αναλαμβάνει ως προϊστάμενος πιστωτικού-εισπρακτικού ελέγχου και ότι τα ποσοστά που λαμβάνει επί των πωλήσεων ενσωματώνονται στο μισθό του, ο οποίος από 785 ευρώ αυξάνεται σε 3.057 ευρώ. Στη συνέχεια με το από 6.6.2002 έγγραφό της η εφεσίβλητη γνωστοποίησε στον εκκαλούντα ότι ο μισθός του ως προϊστάμενος πιστωτικού-εισπρακτικού ελέγχου αυξήθηκε από 785 ευρώ σε 3057 ευρώ, με ημερομηνία έναρξης την 1η Ιουνίου 2002 και με αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων (ΙΚΑ-ΦΜΥ δηλ. 885,10 ευρώ), <σας καταβάλλονται καθαρά 2.171,90 ευρώ>.

Μετά ταύτα ο εκκαλών επικαλέστηκε ότι η εφεσίβλητη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, την 1.6.2002, μετέβαλε μονομερώς, βλαπτικώς σε βάρος του, τους όρους της εργασιακής συμβάσεως. Ως βλαπτική μεταβολή ανέφερε, εκτός άλλων, τη μείωση από 1.6.2002 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του. Στη συνέχεια, την 12.6.2002, με το από 11.6.2002 <εξώδικό> του προς την εφεσίβλητη απέκρουσε τη μεταβολή και τη θεώρησε ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, δηλώνοντας ότι θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του.

Τη συμπεριφορά αυτή του εκκαλούντος η εφεσίβλητη θεώρησε ως αυτόβουλη αποχώρησή του....Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του εκκαλούντος και συνέχεται με τη μείωση, από την 1.6.2002, των μηνιαίων αποδοχών του και ότι η μείωση έγινε αδικαιολόγητα, κατ' αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως και όχι καλόπιστα ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας του εκκαλούντος και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή κατά την κυρία της βάση ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης για άτακτη καταγγελία, επιδίκασε την αποζημίωση αυτή στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της μειώσεως των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος και την εντεύθεν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεώς του, αφού διευκρινίζει ότι οι προσφερθείσες στον αναιρεσίβλητο από 1-6-2002 μηνιαίες αποδοχές των 3057 ευρώ ήταν <μεικτές> και μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων οι <καθαρές> ανέρχονταν σε 2.179,90 ευρώ, οι οποίες συγκρινόμενες με τις καταβαλλόμενες στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.5.2002, <μεικτές> των 3.986 ευρώ και <καθαρές> (μετ'αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων για Ι.Κ.Α.

και Φ.Μ.Υ) των 2.853 ευρώ, ήσαν κατώτερες εκείνων και ότι οι αποδοχές αυτές ήταν τακτικές. Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 652 ΑΚ και 7 του Ν. 2112/1920 και συνεπώς ο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-10-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FRANKE HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΚΑΙ ΜΠΑΝΙΟΥ" και το διακτιτικό τίτλο "FRANKE HELLAS Α.Ε.Β.Ε.", για αναίρεση της 2291/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ