11/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 11 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 11 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Υιοί Α. Α. Χ. ΟΕ", που εδρεύει στην Ηράκλεια Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Χ. του Β., 3) Σ. Χ. του Α. και 4) Β. Χ. του Α., ομορρύθμων μελών της ανωτέρω εταιρείας, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Καλουπάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σπυρέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 787/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-12-2009 αίτησή τους και με το από 12-4-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 24-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του επ' αυτής από 12-4-2010 προσθέτου λόγου.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (αρθρ. 38 εδ. α' ΕισΝ.Α.Κ.), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του πρώτου ως άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Η τελευταία περίπτωση συντρέχει, όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία. Επίσης, από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών. Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται κατά τις γενικές διατάξεις (άρθ. 914 ΑΚ) και από την μη τήρηση των διατάξεων: Α) του ΠΔ 16/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ", το οποίο ορίζει: α) στο άρθ. 2 ότι ως χώροι εργασίας νοούνται οι χώροι που προορίζονται να περιλάβουν θέσεις εργασίας μέσα στα κτίρια της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης, περιλαμβανομένου και κάθε άλλου μέρους στην περιοχή της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης, όπου ο εργαζόμενος έχει πρόσβαση στα πλαίσια της εργασίας του, β) στο άρθ. 4 ότι οι χώροι εργασίας που έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 πρέπει να πληρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας που περιέχονται στο παράρτημα II του άρθ. 10 του παρόντος διατάγματος, το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία αυτή, γ) στο άρθ. 7 αριθ. 3 ότι για την διαφύλαξη της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ο εργοδότης πρέπει, παράλληλα με τις διατάξεις του άρθ. 19 ν. 1568/1985, να φροντίζει για τον τακτικό καθαρισμό των χώρων εργασίας και των εγκαταστάσεων και συστημάτων και ιδίως όσων αναφέρονται στα παραρτήματα Ι και II του άρθ. 10 του διατάγματος αυτού (που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του), προκειμένου να εξασφαλίζονται ικανοποιητικές συνθήκες υγιεινής, δ) στο άρθ. 22 του παραρτήματος II, ότι οι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι εργασίας πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων να μπορεί να γίνεται κατ' ασφαλή τρόπο, και Β) του άρθ. 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κ.λπ., αδικοπραξία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά των αναιρεσειουσών για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, με την προσβαλλομένη 787/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας μέλη είναι οι υπόλοιπες τρεις, με έδρα την Ηράκλεια Σερρών, όπου διατηρεί βιοτεχνία κατασκευής και εμπορίας υποδημάτων, το έτος 1989 προσέλαβε τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να τον απασχολήσει ως εργάτη πρέσσας, ειδικότητα με την οποία ο ενάγων εργάσθηκε στην επιχείρηση αυτή μέχρι την 18-2-2003, ότι την ημέρα εκείνη και περί ώρα 15.30' ο ενάγων μετά την λήξη του ωραρίου εργασίας του εξήλθε από το κτίριο της βιοτεχνίας και κατευθύνθηκε στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων, εντός του προαυλίου αυτής, όπου είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, προκειμένου ν' αναχωρήσει για την οικία του, ότι ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων της εταιρείας και των (6) εργαζομένων είναι στεγασμένος και βρίσκεται απέναντι από το κτίριο της βιοτεχνίας, στην άκρη δε του χώρου αυτού, που δεν χρησιμοποιείται πλέον, υπάρχει παλαιό χαμηλό κτίσμα που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν ως χώρος για την στέγαση ζώων, ενώ μεταξύ του χώρου στάθμευσης και του κτίσματος αυτού παρεμβάλλεται τμήμα της αυλής, στο οποίο υπάρχουν δένδρα, ότι στον χώρο αυτό της αυλής που παρεμβάλλεται μεταξύ του πέρατος του στεγασμένου χώρου στάθμευσης και του παλαιού κτίσματος, είχαν σωρευθεί από διετίας και πλέον "μπάζα" από το κτίσμα παλαιού ορνιθώνα που είχε γκρεμισθεί, τα οποία με την πάροδο του χρόνου είχαν καλυφθεί εν μέρει με χώμα και φύλλα από τα δένδρα, ότι στον χώρο αυτόν, που δεν χρησιμοποιείτο από την επιχείρηση, δεν εισέρχονταν οι εργαζόμενοι λόγω της δυσκολίας και της επικινδυνότητας που ενείχε η κίνησή τους πάνω σ' αυτόν, επειδή το έδαφος ήταν ανώμαλο εξαιτίας των υπολειμμάτων του κτίσματος του ορνιθώνα, αλλά και επικίνδυνο, ιδιαίτερα μετά από βροχή ή το λιώσιμο του χιονιού, καθόσον γλιστρούσε από την δημιουργούμενη λάσπη, ότι τις προηγηθείσες του ατυχήματος ημέρες είχε χιονίσει και επειδή το χιόνι είχε λιώσει ο ως άνω χώρος κατέστη και πάλι επικίνδυνος γι' αυτόν που θα επιχειρούσε να τον διασχίσει βαδίζοντας, λόγω της λάσπης που δημιουργήθηκε από το χώμα και τα σαπισμένα φύλλα των δένδρων και της εξ αυτής ολισθηρότητάς του, ότι παρά ταύτα ο ενάγων εξερχόμενος του κτιρίου της βιοτεχνίας και πλησιάζοντας το όχημά του, αντιληφθείς ότι το σκυλάκι που ήταν δεμένο με λουρί στον ως άνω αύλιο χώρο, σε απόσταση 5 μέτρων περίπου από το πέρας του στεγασμένου χώρου στάθμευσης, κινδύνευε να πνιγεί επειδή το λουρί είχε τυλιχθεί γύρω από τον λαιμό του και το έσφιγγε, υπό την πίεση του χρόνου ενεργώντας από αμέλεια εισήλθε βιαστικά και απρόσεκτα στον χώρο αυτόν, με σκοπό να προφθάσει να ελευθερώσει το σκυλάκι, πλην όμως λόγω της ολισθηρότητας του εδάφους γλίστρησε, πατώντας στην λάσπη και τα σάπια φύλλα, προς τα εμπρός και έπεσε με την πλάτη στο έδαφος, κατά την πτώση του δε αυτή κτύπησε με την πλάτη σε σκληρά υπολείμματα (μπάζα) κτίσματος που είχαν συσσωρευθεί και εγκαταλειφθεί στον χώρο εκείνο για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας γι' αυτό καλυφθεί ενμέρει από το χώμα και τα φύλλα των δένδρων, με αποτέλεσμα να υποστεί από την πρόσκρουση της πλάτης του με τα μπάζα, που είχαν εγκαταλειφθεί από την εργοδότιδά του στον χώρο εκείνο, κάταγμα των σπονδύλων Θ5 και Θ6 της σπονδυλικής στήλης του, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω το ατύχημα που υπέστη ο ενάγων είναι εργατικό, καθόσον έγινε εξ αφορμής της εργασιακής σχέσης που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη, ότι μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε αρχικά στο Κέντρο Υγείας Ηράκλειας και στην συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, αμέσως δε μετά, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Παπανικολάου", όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από συντριπτικό - εκρηκτικό κάταγμα εξάρθρημα των Θ5 και Θ6 σπονδύλων με συνοδό πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία και υποβλήθηκε σε οπίσθια αποσυμπίεση σπονδυλικού σωλήνα και σπονδυλοδεσία των Θ3, Θ4, Θ5, Θ6, Θ7 και Θ8 σπονδύλων με σύγχρονη τοποθέτηση διαυχενικών βιδών και ράβδων, ότι κατά την χειρουργική επέμβαση διαπιστώθηκε η συντριπτικότητα των καταγμάτων των Θ5 και Θ6 σπονδύλων και η κάκωση του νωτιαίου μυελού, χωρίς ρήξη της σκληρά μήνιγγος, καθώς και ότι πάσχει από βαρείες διαταραχές της αισθητικότητας από το επίπεδο του Θ6 μυελοτομίου και περιφερικότερα και πρακτικά πλήρη παράλυση των μυών αμφοτέρων των κάτω άκρων, ενώ δεν έχει έλεγχο των σφιγκτήρων της ούρησης και της αφόδευσης και φέρει μόνιμο καθετήρα, ότι στο ανωτέρω νοσοκομείο ο ενάγων νοσηλεύθηκε επί 40 περίπου ημέρες και εξήλθε ως παραπληγικός, εξακολουθεί δε να παρουσιάζει, κατά τα λεπτομερώς στην προσβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, βαρειά κινητική βλάβη στα κάτω άκρα κ.λπ., καταστάς από το ατύχημα αυτό ανάπηρος ως παραπληγικός κατά ποσοστό 80% και ανίκανος να κινηθεί και να εργασθεί και γι' αυτό για το χρονικό διάστημα από 20-2-2003 μέχρι 31-7-2010, οπότε θα επανεξετασθεί, έλαβε από το ΙΚΑ σύνταξη βαρείας αναπηρίας και επίδομα παραπληγίας, ότι κατά τα προδιαληφθέντα το ως άνω εργατικό ατύχημα και οι απ' αυτό προκληθείσες συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος οφείλονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε υπαιτιότητα του ίδιου, ανερχομένη σε ποσοστό 60%, καθόσον αυτός ενεργώντας από αμέλεια, μη καταβάλλοντας δηλ. την απαιτουμένη επιμέλεια ως μέσος συνετός εργαζόμενος που γνώριζε την επικινδυνότητα του χώρου του ατυχήματος όταν έβρεχε ή χιόνιζε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εξαιτίας της λάσπης που σχηματιζόταν, των μπάζων, των χωμάτων και των συσσωρευμένων φύλλων, εισήλθε βιαστικά και απρόσεκτα στον ως άνω χώρο με σκοπό να ελευθερώσει το σκυλάκι, πλην όμως λόγω της ολισθηρότητας του εδάφους γλίστρησε, πατώντας στην λάσπη και τα σάπια φύλλα, και έπεσε με την πλάτη στο έδαφος, ότι συνυπαίτια για το ατύχημα του ενάγοντος και τις εξ αυτού συνέπειες, κατά ποσοστό 40%, είναι και τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης που ασκούσαν τα εργοδοτικά της δικαιώματα και συγκεκριμένα η 2η εναγομένη, μέλος της 1ης και νόμιμη εκπρόσωπός της, διευθύντρια της εταιρείας, καθώς και ο διευθυντής της επιχείρησης και σύζυγός της Γ. Κ., οι οποίοι από αμέλειά τους και δη επειδή δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείτο ως μέσοι συνετοί εργοδότες που γνώριζαν την επικινδυνότητα του χώρου του ατυχήματος, όταν έβρεχε ή χιόνιζε, εξαιτίας της λάσπης που σχηματιζόταν, των μπάζων, των χωμάτων και των συσσωρευμένων σ' αυτόν σάπιων φύλλων, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, όπως αυτά καθορίζονται από τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις του ΠΔ 16/1996, καθόσον πρόκειται για χώρο που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί πριν από την 1-1-1995, και το άρθ. 662 ΑΚ, και ειδικότερα δεν προέβησαν σε έγκαιρο και τακτικό καθαρισμό του χώρου του ατυχήματος από τα μπάζα, το χώμα και τα φύλλα των δένδρων, ώστε να μην εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος για τον πεζό που θα τον διέσχιζε, ο οποίος (χώρος του ατυχήματος) ήταν εντός του αύλιου χώρου της βιοτεχνίας και απείχε μόνο 5 περίπου μέτρα από τον χώρο στάθμευσης των οχημάτων της, χωρίς να χωρίζεται με κάποιο διαχωριστικό απ' αυτόν, ώστε υπήρχε η δυνατότητα στους εργαζομένους της επιχείρησης να εισέλθουν σ' αυτόν εξ αφορμής της εργασίας τους, ότι η ανωτέρω παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης τελεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο βαρύς τραυματισμός του ενάγοντος, διότι κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει και πράγματι επέφερε το ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα, και ότι με βάση (α) την ηλικία του ενάγοντος που ήταν τότε 36 ετών (β) την καλή κατάσταση της υγείας του πριν τον τραυματισμό του (γ) την ένταση και την διάρκεια του ψυχικού άλγους του (δ) τον βαθμό της αμέλειας των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης (ε) το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ίδιου του ενάγοντος (στ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού και (ζ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης (οι λοιπές ενάγονται ως μέλη της) ο ενάγων δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 40.000€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και των επ' αυτής προσθέτων λόγων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες εναγόμενες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα για την αιτία αυτή, κάθε μία εις ολόκληρον, το ποσό αυτό των 40.000€ με το νόμιμο τόκο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ειδικότερα ότι ο ενάγων υπέστη εργατικό ατύχημα με αφορμή την εκτέλεση της εργασίας του και σε χώρο εργασίας, με την ως άνω έννοια, και ειδικότερα σε χώρο που ήταν εντός του αύλιου χώρου της βιοτεχνίας, στον οποίο "υπήρχε η δυνατότητα στους εργαζομένους της επιχείρησης να εισέλθουν σ' αυτόν εξ αφορμής της εργασίας τους", του οποίου οι αναιρεσείουσες δεν προέβησαν, όπως υποχρεούντο, στον καθαρισμό αυτού, "ώστε να μην εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος για τον πεζό που θα τον διέσχιζε", και το οποίο (εργατικό ατύχημα) οφειλόταν στην προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων αναιρεσειουσών, αλλά και σε δική του συνυπαιτιότητα, και ότι δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την εξ αυτού ηθική βλάβη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε μνημονευθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι κύριοι, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, λόγοι της κρινόμενης αίτησης πρώτος και δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, επίσης, από τον αριθ. 19 αυτού ως προς όλα τα σκέλη αυτού. Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στους πιο πάνω κυρίους λόγους αναίρεσης και επιπλέον αναπτυσσόμενες στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις, με τι οποίες προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χώρος του ατυχήματος, βρισκόταν εντός του χώρου εργασίας, όπως αυτός προσδιορίζεται από το νόμο, είναι απορριπτέες, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, διότι με την επίφαση της ιδρύσεώς των από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικών λόγων, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών. II. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθ. 529§1 ΚΠολΔ, το οποίο κατ' άρθ. 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση), αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθ. 670 και 671 αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 674§2 ΚΠολΔ) και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στην διαδικασία αυτή, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων. Κατά δε την§2 του ίδιου άρθ. 529 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί ν' αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια. Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά το πρώτον ενώπιον του προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως νόμιμα προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η κρίση του δε αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι: Α) Το Εφετείο προκειμένου ν' αχθεί στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων χτύπησε σε τσιμεντογωνία δέχθηκε και έλαβε υπόψη το για πρώτη φορά ενώπιον του προσκομισθέν από τον αναιρεσίβλητο από 18-2-2003 έγγραφο πορείας νόσου του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είναι προγενέστερο από την άσκηση της ένδικης αγωγής και το οποίο από βαρειά αμέλεια δεν προσκομίσθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ (και ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το φερόμενο απαράδεκτο είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος και δη ως αναγόμενος στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, αφού σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση το έγγραφο αυτό περιλαμβάνεται στα νόμιμα ενώπιον αυτού προσκομισθέντα έγγραφα. Β) Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 20 της ως άνω διάταξης, καθόσον, ενώ σ' αυτό αναγράφεται κατά λέξη "Σήμερα (18/02/03) ώρα 15.30 γλίστρησε στον πάγο και έπεσε σε τσιμεντένιο δάπεδο. Έχασε τις αισθήσεις για sec, συνήλθε αμέσως, πόνος στην ράχη, στήθος. Αδυναμία έγερσης, δεν κουνούσε πόδια. Αισθητικότητα διατηρημένη με αιμωδίες", στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ως περιεχόμενό του ότι "ο ενάγων γλίστρησε στον πάγο και έπεσε σε τσιμεντένιο έδαφος (τσιμεντογωνία)", πρόσθεσε δηλ. την λέξη "τσιμεντογωνία" και θεώρησε ότι η φράση "τσιμεντένιο έδαφος" στο ως άνω έγγραφο ταυτίζεται με την λέξη "τσιμεντογωνία". Κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, διότι με αυτό δεν αποδίδεται στην πραγματικότητα διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά ανέγνωσε, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμηση του περιεχομένου του σε συσχετισμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, και την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, η αιτίαση δηλ. αυτή αναφέρεται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων.
III. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, ο λόγος δε αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα. Επίσης, κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας υπόθεσης που δεν υπόκειται κατ' άρθ. 561§1 ΚΠολΔ σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και τις αναλυτικά αναφερόμενες εκεί και νομότυπα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την πτώση του στο έδαφος (υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες) ο ενάγων κτύπησε με την πλάτη σε σκληρά υπολείμματα (μπάζα) κτίσματος που είχαν συσσωρευθεί και εγκαταλειφθεί στον χώρο εκείνο για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας καλυφθεί γι' αυτό εν μέρει από το χώμα και τα φύλλα των δένδρων, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα των σπονδύλων Θ5 και Θ6 της σπονδυλικής του στήλης, περαιτέρω δε διέλαβε ότι η κρίση του αυτή (ότι δηλ. το κάταγμα της σπονδυλικής στήλης του ενάγοντος επήλθε από την πρόσκρουση της πλάτης του με τα μπάζα αυτά που είχαν εγκαταλειφθεί στον χώρο εκείνο) ενισχύεται και από: α) την από 18-20-2003 κάρτα νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, στην οποία αναγράφεται ότι επί 23 ώρες μετά την εισαγωγή του και πριν υποβληθεί σε εγχείρηση του χορηγήθηκε θεραπεία με ορό και παυσίπονα, προκειμένου να υποχωρήσει το οίδημα που είχε δημιουργηθεί από το κτύπημα και β) τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων δεν θα μπορούσε να υποστεί κάταγμα των σπονδύλων Θ5 και Θ6 της σπονδυλικής του στήλης με μόνη την πτώση του με την πλάτη στο έδαφος, όπου υπήρχαν μόνο λάσπη και φύλλα δένδρων, χωρίς να προσκρούσει σε σκληρό αντικείμενο, όπως τα μπάζα από γκρεμίσματα τοίχου. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του επί του ως άνω ζητήματος σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) από τα λεπτομερώς μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και διατύπωσε σαφές σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ενώ τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποίησε για την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο κατ' ορθή αρίθμηση πέμπτος (και τελευταίος) κύριος λόγος αναίρεσης, κατά μεν τα σκέλη του από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ότι δηλ. το Εφετείο την ως άνω κρίση του σχημάτισε χωρίς απόδειξη) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε τα σκέλη του από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου περί εσφαλμένης εφαρμογής των διδαγμάτων της κοινής πείρας και έλλειψης αιτιολογίας σε σχέση με το ως άνω πόρισμα ως απαράδεκτος, διότι αμφότερες οι αναιρετικές αυτές πλημμέλειες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, ενώ εξάλλου, πέραν της αριθμητικής αναφοράς του αριθ. 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δεν προσάπτεται κάποια συγκεκριμένη σχετική πλημμέλεια.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2009 αίτηση (αρ. καταθ. 392/28-12-2009) και το από 12-4-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων (αρ. κατ. 89/12-4-2010) για αναίρεση της 787/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ