11/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2000 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 456/2002 μη οριστική και 349/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated11/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 456/2002 μη οριστική και 349/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2005 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 11 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 11/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεώργογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2000 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 456/2002 μη οριστική και 349/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 4/12/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πιο συγκεκριμένα, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 2228/2007), ΑΠ. 336/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 έως 781 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι τις προφορικές διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι, σε εκτέλεση της 456/2002 παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του και έτσι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στη πλημμέλεια του εδαφίου 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως. Λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου μειωμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του 1738/87.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεσης της υπ' αριθ. 349/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ