Legislator Case Law & Legislation
11/2007 AI generated

11/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 11/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 11 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 11/2007

Legislator headnote

AI generated

11/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 11 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 11/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 11 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 11/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος :..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 1-12-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαρνάβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2828/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8154/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972, 914 επ., 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή σε διαταγή εν γνώσει, ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, είτε κατά το χρόνο της εκδόσεως, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής ζημιώνει παρανόμως τον κομιστή από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, δηλαδή παρά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, η οποία, χαρακτηρίζοντας την πράξη αυτή του εκδότη της επιταγής ποινικό αδίκημα, εισάγει απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Επομένως, ο τελευταίος υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή, αφού η διάταξη έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής το οποίο συνίσταται στη μη διάψευση της εμπιστοσύνης εκείνου στην επιταγή, ως όργανο πληρωμής, κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της προς πληρωμή. Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση (ισόποση με την αξία της επιταγής) εκ του άρθρου 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από επιταγή εκ του άρθρο υ40 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να επιλέξει ποια αγωγή θα ασκήσει. Στοιχεία της αγωγής προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη ζημίας του δικαιούχου, η οποία προκαλείται υπαίτια με την έκδοση της επιταγής, χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παράνομης, ως άνω, συμπεριφοράς του εκδότη, Δικαιούχος της αποζημιώσεως, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεως και βεβαιώσεως της μη πληρωμής, αφού αυτός είναι εκείνος που ζημιώνεται από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής (βλ. ΑΠ 30/2003 Ολομ. ΝοΒ 52 σελ. 957, ΑΠ 281/2003 Ελλ.Δικ. 45 σελ. 442, ΑΠ 1442/2003 Ελλ. Δικ. 46 σελ. 773 βλ. και άρθρο 15 παρ. 3 ν. 3472/2006). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 28, 29 παρ. 1 και 4 και 56 του ν. 5960/1933, που ορίζουν η πρώτη ότι η επιταγή είναι πληρωτέα ενόψει. Πάσα αντίθετος μνεία θεωρείται μη γεγραμμένη, εμφανιζομένη δε προς πληρωμήν προ της ημέρας της σημειουμένης ως χρονολογίας εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέραν της εμφανίσεως, η δεύτερη ότι η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμήν εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της ανωτέρω προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως σημειουμένη ημέρα και η τρίτη ότι οι υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμεναι προθεσμίαι δεν περιλαμβάνουν την ημέραν της αφετηρίας αυτών, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής ότι σε περίπτωση εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής το έγκλημα του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 συντελείται όταν αυτή εμφανισθεί προς πληρωμή καθ΄ οιανδήποτε ημέρα του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας κατά την οποία εκδόθηκε και λήγει την ογδόη ημέρα του οκταημέρου, που αρχίζει από την επομένη της χρονολογίας που αναγράφεται σ΄ αυτή και δεν πληρωθεί κατά την εμφάνιση αυτή (βλ. Ολομ. ΑΠ 46/1980, ΑΠ 1528/1992 Ελλ. Δνη 35.397 και 123/1981 Ποιν. Χρ. Λ. σελ . 406 και ΛΑ σελ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) στις 28/6/1996 (από το ημερολόγιο προκύπτει, ότι ήταν Παρασκευή) εξέδωσε την με αρ. ... επιταγή ποσού 2.480.000 δραχμών επί της Εθνικής Τράπεζας και του υπ΄ αριθμ. ... λογαριασμού της, σε διαταγή του ιδίου, ο οποίος μεταβίβασε αυτή στον ενάγοντα με οπισθογράφηση και ο τελευταίος την εμφάνισε νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στις ι8/7/1996, χωρίς αυτή να πληρωθεί ελλείψει επαρκούς υπολοίπου. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε, ότι ο εναγόμενος πρέπει να αποζημιώσει τον ενάγοντα κομιστή με ποσό ίσο προς το ποσό της επιταγής. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Το Εφετείο απέρριψε με επαρκή αιτιολογία τον ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου, ότι η επιταγή αντιπροσώπευε στο σύνολό της τοκογλυφικούς τόκους δανείου 20.000.000 δραχμών, που είχε χορηγήσει σ΄ αυτόν ο ενάγων, ως μη αποδειχθέντα από τον εναγόμενο. Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 13 και 14 Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμος. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ., γιατί παραμόρφωσε το υπ΄ αριθμ. 26/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για εξαπάτηση του αναιρεσιβλήτου κατά την έκδοση της επίδικης τραπεζικής επιταγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτίθεται ο λόγος αυτός ο αναιρεσείων δεν επικαλείται διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, εξ αιτίας του οποίου αποδόθηκε στο εν λόγω βούλευμα περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό (Ολομ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 688/2003. Α.Π 378/2002). Τέλος το Εφετείο, με το να εκτιμήσει συμπληρωματικά και το από 3/4/1999 έγγραφο με το τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό διευθέτησης της διαφοράς", το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ήταν ανυπόγραφο και δεν πληρούσε τους όρους του νόμου, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11, 12 και 14 Κ.Πολ.Δικ. (βλ. άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δικ.), ο δε τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος κατά τις πλημμέλειες των αρ. 11 και 12 και απαράδεκτος κατά την πλημμέλεια του αρ. 14. Ενόψει των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2004, αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ΄ αριθμόν 8154/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ