Supreme Court remands appeal case for retrial to verify if the appealed judgment was final at the time of appeal filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered a retrial of the appeal proceedings to verify whether the appealed judgment had become final at the time the appeal was filed. The plaintiff argued that the judgment was final, while the defendant contended that a period for filing an objection to default judgment had expired. The court found the power of attorney submitted lacked specific authorization to waive the right to file such an objection, creating a need for further clarification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the appealed judgment was final at the time of filing the appeal, and a general power of attorney does not authorize the waiver of the right to file an objection to default judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 119 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 119/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας ..."(4η ΔΥΠΕ ...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουμάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Β. του Α., 2) Ο. Φ. Κ., 3) Ν. Κ. (αντί του εσφαλμένου Κ.) του Δ., 4) Π. Κ. του Α., 5) Α. Κ. του Α., 6) Ζ. Μ. του Ι., 7) Ε. Τ. (αντί του εσφαλμένου Τ.) του Σ. και 8) Κ. Φ. του Σ., κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε το ορθό αντί του εσφαλμένου ως προς τα επίθετα των α/α 3ου και 7ης αναιρεσιβλήτων, όπως ως άνω αναγράφεται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-05-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 554/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4428/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 869/2023, 1591/2022). Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικο του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους.
Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 194/2023, 329/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 194/2023, 329/2019).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση (ΑΠ 869/2023). Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 869/2023, 211/2023, 597/2021, 45/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ),το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αναφέροντας στη σχετική απόφαση τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης (ΑΠ 869/2023, 528/2020, 1094/2019, 339/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, για το αναιρετικό έλεγχο του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) , προκύπτει ότι επί της από 25.5.2015 με αριθ. κατάθεσης 375/4-6-2015 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων καθώς και κατ' άλλων εναγόντων μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας … (4η ΔΥ.Π.Ε.) και κατά του δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμ. 554/2016 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως κατ'ουσία βάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (4η ΔΥ.Π.Ε.) άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28.12.2016 με αριθ. κατάθεσης 4326/657/29.12.2016 έφεση κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 4428/27.4.2018 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος και ορίσθηκε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κατά της εν λόγω απόφασης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την ένδικη από 16.10.2018 με αριθμ. καταθ. 96292/151/17.10.2018 αίτηση αναίρεσης, με την οποία ισχυρίζεται ότι ασκήθηκε παραδεκτά, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε σ'αυτό στις 24.9.2018 και ότι η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας παρήλθε στις 9.10.2018.
Πλην, όμως, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις ή υπόμνημα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν προσκομίζει το αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που ισχυρίζεται ότι του επιδόθηκε, με την επ'αυτού βεβαίωση, κατ'άρθρο 139 παρ.3 του ΚΠολΔ του δικαστικού επιμελητή.
Εξάλλου, δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε σχετικό πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα περί μη άσκησης από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατ'αυτής, ούτε, τέλος, αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άλλο νόμιμο τρόπο.
Επομένως δεν προκύπτει ότι κατά τον χρόνο άσκησής της ένδικης αίτησης αναίρεσης (17.10.2018) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας, λόγω παρόδου άπρακτης της σχετικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής. Και ναι μεν η απευθείας άσκηση της αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διάδικο, δηλαδή κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρο 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 299 ΚΠολΔ), όμως τέτοια παραίτηση είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα για την παραίτηση, που απαιτεί το άρθρο 98 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 2116/2022, 976/2019, 2102/2017). Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση δεν προσκομίζεται ειδικό πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο της αναίρεσης που να παρέχει σ' αυτόν την εντολή παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης.
Αντιθέτως, προσκομίζεται το υπ' αριθμ. …/2023 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου … Δημητρίου Παναγόπουλου, με το οποίο δίδεται η εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. προς τους δικηγόρους Κωνσταντίνο Τσουμάνη (που εκπροσώπησε το αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της υπόθεσης) και Δωροθέα Κοκοζίδου (που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος), όπως ενεργώντας από κοινού ή ο καθένας ξεχωριστά να παρασταθούν και να το εκπροσωπήσουν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνωρίζοντας τις πράξεις των παραπάνω εντολοδόχων δικηγόρων ως δεσμευτικές και εγκρίνοντας την άσκηση αυτής, πουθενά, όμως, σ' αυτό, δεν αναφέρεται ότι υπήρξε εντολή στους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος να παραιτηθούν από το δικαίωμα αυτού να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της ίδιας απόφασης, ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε το αναιρεσείον την ύπαρξη τέτοιας ρητής εντολής.
Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης κατά νόμο τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία, σημειωτέον, δεν συνομολογείται από τους αναιρεσίβλητους και που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Επομένως, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, της από 16.10.2018 με αριθμ. καταθ. 96292/151/2018 αίτησης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων για αναίρεση της υπ'αριθ. 4428/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ