Legislator Case Law & Legislation
119/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence, ruling the appellate court properly considered all submitted documents.

Case Number 119/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a liability dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific police autopsy reports and expert opinions they submitted, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim because the contested judgment explicitly stated it had taken into account all documents presented by the parties, including the disputed evidence, thereby validating the lower court's assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged non-consideration of evidence is inadmissible if the contested judgment explicitly confirms that all submitted documents were duly examined and evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-consideration of evidence Code of Civil Procedure appellate review standard procedural error burden of proof judicial assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 11γ of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, Full Bench, 8/2016
Supreme Court, Full Bench, 2/2008
Supreme Court, Full Bench, 1221/2018
Supreme Court, Full Bench, 845/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 119 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 119/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ζ. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως νομίμου εξ αδιαθέτου (κατά ποσοστό 1/2) κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 23-8-2016 αρχικής ενάγουσας-μητέρας του Ό. χας Α. Ζ., το γένος Α. Κ., 2) Μ. συζ. Α. Ζ., το γένος Η. Σ., 3) Ό. Ζ. του Α., κατοίκων ..., 4) Μ. χας Η. Σ.., το γένος Γ. Κ. και 5) Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως νομίμου εξ αδιαθέτου (κατά ποσοστό 1/2) κληρονόμου της αποβιωσάσης στις 23-8-2016 αρχικής ενάγουσας-μητέρας του Ό. χας Α. Ζ., το γένος Α. Κ., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διαλεχτή Κοτζαμανίδου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Μ. χα Η. Σ. (4η ως άνω) απεβίωσε στις 26-5-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός, νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Μ. Σ. του Η., κάτοικος …., εκπροσωπούμενος από αυτή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Λ. του Γ., κατοίκου …., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΑΝΝΙΩΤΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ") και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ζουπανιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 10-9-2020 δήλωση, καθώς και στις από 10-9-2020 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1η-4-2014 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης και 5ου των αναιρεσειόντων και των ήδη αποβιωσάντων Ό. χας Α. Ζ. και Μ. χας Η. Σ.., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 30-7-2014 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2311/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1885/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής [διακοπής] προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 ΚΠολΔικ, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η τέταρτη των αναιρεσειόντων Μ.

χήρα Η. Σ.. αποβίωσε στις 26-5-2019, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης που κατατέθηκε την 18-4-2019. Μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής είναι ο Μ. Σ. του Η., όπως προκύπτει από την από 20 -2-2019 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας που δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Βασιλικών συνταχθέντος του με αρ. 107/25-6-2019 πρακτικού του και κηρύχτηκε κυρία με την με αρ. 39/21-11-2019 πράξη το ίδιου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με το με αρ.1381/29-9-2020 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βασιλικών από το οποίο προκύπτει μη δημοσίευση άλλης πλήν της παραπάνω διαθήκης της θανούσας και το με αρ.406/29-9-2020 πιστοποιητικό του ίδιου πιο πάνω γραμματέα από το οποίο προκύπτει ότι ο Μ.

Σ., ήδη τέταρτος αναιρεσείων, δεν αποποιήθηκε την κληρονομία της θανούσας. Οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν ειδικώς την κληρονομική διαδοχή. Επομένως νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου δήλωσε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη, λόγω του θανάτου της τέταρτης αναιρεσίβλητης, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της στο όνομα του προαναφερθέντος μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της, η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτού.

Η κρινόμενη από 26-3-2019 (αρ. κατ.1254/157/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1885/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 1-4-2014 και με αρ. κατάθεσης 8082/11-4-2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες Α.

Α. Ζ., Μ. Α. Ζ., Ό. Α. Ζ., Ό. χήρα Α. Ζ., Μ. χήρα Η. Σ.. και Ν. Α. Ζ. στρεφόμενοι κατά των Σ. Γ. Λ., της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Γιαννιώτης Α.Ε. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ERGO Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκαν, ότι την 7-12-2012 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, προστηθείς στην οδήγηση αυτού από την δεύτερη εναγόμενη, στην οποία ανήκε το αυτοκίνητο κατά κυριότητα και ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Α.

Ζ., τέκνου των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφού της τρίτης και εγγονού της τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων κατά την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με το με αρ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας του πρώτου και έκτου των εναγόντων, που οδηγούσε ο Α. Ζ. και ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (1ος έως και 5η των εναγόντων ) και ως αποζημίωση (1ος και 6ος των εναγόντων) Με την από 30-7-2014 και με αρ.

κατάθεσης 17.200/30-7-2014 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Γιαννιώτης Α.Ε. και β) Σ. Λ., στρεφόμενοι κατά του Α. Α. Ζ. , Ν. Α. Ζ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Α.Ε. αφού αναφέρθηκαν στο ατύχημα που περιγράφεται στην πρώτη αγωγή ισχυρίστηκαν, ότι αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος Α.

Ζ. κατά την οδήγηση από αυτόν του με αρ. …. ΙΧΕ αυτοκινήτου που ανήκε στην συγκυριότητα των δύο πρώτων εναγομένων και κατά ποσοστό 25% και 75% αντίστοιχα και ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε βάρος τρίτων προσώπων στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ότι εξ αιτίας του ατυχήματος αυτού υπέστη ζημία το αυτοκίνητο της πρώτης ενάγουσας και τραυματίστηκε ο δεύτερος ενάγων και ζήτησαν, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως αποζημίωση και ηθική βλάβη αντίστοιχα.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αρ.2311/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση είναι ο θανών και έγινε μερικά δεκτή η δεύτερη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής (πλην της τέταρτης) άσκησαν την από 24-11-2016 και με αρ.

κατάθεσης 2749 έφεση. Όσον αφορά την τέταρτη ενάγουσα αυτή απεβίωσε την 23-8-2016 δηλαδή μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πριν την άσκηση της έφεσης, κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της πρώτο και έκτο των εναγόντων οι οποίοι υπεισήλθαν στην θέση της και συνέχισαν την δίκη.

Ακόμη κατά της ίδιας απόφασης η τρίτη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Α.Ε. άσκησε την από 30-3-2017 και με αρ. κατάθεσης 1514/2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί των παραπάνω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο θανών Α.

Ζ. απέρριψε στην ουσία της την πρώτη έφεση ως προς όλους τους εκκαλούντες κατά το μέρος που έπλητταν την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της πρώτης πιο πάνω με αρ. κατάθεσης 8082/2014 αγωγής τους, ενώ δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη στην ουσία της ως προς τους εκκαλούντες Α. Ζ. και Ν. Ζ. ως πλήττοντες την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την δεύτερη πιο πάνω με αρ.κατάθεσης 17.200/2014 αγωγή ως προς αυτούς και στην οποία οι αμέσως παραπάνω εκκαλούντες είχαν την ιδιότητα των εναγομένων.

Ακόμη με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή και η δεύτερη έφεση. Στην συνέχεια το δικαστήριο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος της που αφορούσε την δεύτερη αγωγή και δικάζοντας αυτήν ( δεύτερη αγωγή) κατά το παραπάνω μέρος της δέχτηκε μερικά αυτήν ως βάσιμη στην ουσία της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αρθ 559 αρ.19 Κ.Πολ. Δ. ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος για το ένδικο ατύχημα διαλαμβάνοντας ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα 1)δεν διευκρινίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο φορτηγό αυτοκίνητο από το αυτοκίνητο του θανόντος κατά την χρονική στιγμή που το τελευταίο αυτοκίνητο επιχείρησε να εισέλθει και να κινηθεί πάλι στο οδόστρωμα καθώς και κατά την χρονική στιγμή που αυτό άρχισε να κινείται αντίθετα στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη δηλαδή την απόσταση εκείνη κατά την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε ή μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του θανόντος, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του χρόνου αντίδρασης του πρώτου αναιρεσιβλήτου και η δυνατότητα μείωσης ταχύτητας ή αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού από αυτόν 2)ενώ δέχεται ότι με τον προς τα αριστερά ελιγμό που πραγματοποίησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουση εξ αιτίας της αμελούς οδήγησης του Α.

Ζ. και της μικρής απόστασης που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων, δεν προσδιορίζει πόση απόσταση χώριζε τα δύο οχήματα, όταν ο Α. Ζ. επέδειξε την αμελή αυτή συμπεριφορά, ούτε πόσος χρόνος μεσολάβησε από την στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την αμελή οδήγηση μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης, ούτε την ταχύτητα με την οποία κινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο 3)Δεν προσδιορίζει το σημείο του οδοστρώματος όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο άρχισε να κινείται αντίθετα στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη μάλιστα διανύοντας απόσταση 11,5 μέτρων επ' αυτού και με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του φορτηγού, δεν αναφέρει ποιό ήταν το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Θεσσαλονίκη ,ποια η πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου μετά την είσοδο του στο προς Θεσσαλονίκη ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ποιες οι θέσεις των δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος την στιγμή της σύγκρουσης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν ο προς τα αριστερά ελιγμός, στον οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προέβη ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός και αν αυτός είχε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό.4)Δεν διευκρινίζει σε ποιο σημείο του οδοστρώματος του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος κινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο τόσο πριν όσο και κατά την σύγκρουση 5) αν και δέχτηκε ότι η υπέρβαση εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των πενήντα χιλιομέτρων ωριαίως που είχε καθοριστεί για την παραπάνω περιοχή, δεν επέδρασε αιτιωδώς στην σύγκρουση των οχημάτων και στις εντεύθεν συνέπειες της, αφού το φορτηγό ακόμη και αν κινείτο με ταχύτητα πενήντα χιλιομέτρων ωριαίως δεν θα ήταν δυνατόν εξ αιτίας της αμελούς οδήγησης του Α.

Ζ. σε συνδυασμό με την μικρή απόσταση που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων, να αποτραπεί η σύγκρουση, παρά ταύτα δεν μνημονεύει σε πόση απόσταση βρίσκονταν μεταξύ τους τα δύο αυτοκίνητα όταν ο Α. Ζ. επέδειξε την αμελή οδήγηση και πόσος χρόνος μεσολάβησε από την στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την αμελή οδήγηση, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί εάν η μη νόμιμη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ταχύτητα του πρώτο ανιαρεσιβλήτου επέδρασε ή όχι αιτιωδώς στην ένδικη σύγκρουση 6)Δεν διευκρινίζει εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ρύθμισε την ταχύτητα του σύμφωνα με το αρθρ. 19 Κ.Ο.Κ.

και αν η ταχύτητα των 58 χιλιομέτρων ανά ώρα με την οποία δέχεται ότι αυτός κινείτο ήταν ή όχι ανάλογη με τις επικρατούσες συνθήκες 7)αν και δέχτηκε την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ταχύτητας με την οποία κινείτο το φορτηγό αυτοκίνητο και του ατυχήματος, όπως και των εντεύθεν συνεπειών του, στην συνέχεια όλως αντιφατικά δέχτηκε, ότι μετά την σύγκρουση και εξ αιτίας της σφοδρότητας αυτής το φορτηγό, αφού διήνυσε απόσταση 35 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης ακινητοποιήθηκε τελικώς σε παρακείμενη περίφραξη και καταπλάκωσε τα επιβατικό αυτοκίνητο, της αντίφασης συνισταμένης στο ότι, η κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σφοδρότητα αυτή με την οποία έλαβε χώρα η σύγκρουση και η κίνηση του φορτηγού επί 35 μέτρα ως και η καταπλάκωση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, μόνο εξ αιτίας της μη νόμιμης και υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας θα μπορούσαν να προκληθούν 8)αν και δέχτηκε αρχικά ότι εξ αιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης ανετράπησαν τα δύο οχήματα και αφού διήνυσαν απόσταση 35 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης διασχίζοντας ολόκληρο το πλάτος του επομένου ρεύματος πορείας αυτού ακινητοποιήθηκαν τελικώς στην παρακείμενη περίφραξη, ενώ το επιβατηγό αυτοκίνητο καταπλακώθηκε από το φορτηγό στην συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι τα οχήματα δεν διήνυσαν αυτοδυνάμως την παραπάνω απόσταση των 35 μέτρων αλλά σύρθηκαν σε αυτή χωρίς να αναφέρει ότι το ΙΧΕ καταπλακώθηκε από το φορτηγό και χωρίς να διευκρινίζει εάν τα δύο οχήματα διήνυσαν την απόσταση ή σύρθηκαν σε αυτή από κοινού ως μία μάζα ή αυτοτελώς το κάθε ένα και εάν ήλθαν ή όχι σε επαφή μεταξύ τους κατά την ακινητοποίηση τους ως και εάν κατά την ακινητοποίηση ή πριν από αυτήν καταπλακώθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο από το φορτηγό.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1885/2017 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον παραπάνω πρώτο λόγο της αναίρεσης: "Στις 7-12-2012, ημέρα Παρασκευή και περί ώραν 06.20, ο γεννηθείς στις 21-3-1967, πρώτος των εναγομένων της πρώτης αγωγής και δεύτερος των εναγόντων της δευτέρας αγωγής Σ.

Λ. του Γ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. IX πετρελαιοκίνητο κλειστό και ειδικώς διασκευασμένο για την μεταφορά ζωοτροφών, φορτηγό, εργοστασίου κατασκευής MERCDES, τύπου 2435, ισχύος κινητήρος 88 ίππων και μικτού βάρους 24.000 χιλιογράμμων, το οποίο ανήκει στην κυριότητα της δευτέρας εναγομένης της πρώτης αγωγής και πρώτης ενάγουσας της δευτέρας αγωγής ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΓΙΑΝΝΙΩΤΗΣ ΑΕ", που τον είχε προστήσει στην οδήγηση του εν λόγω οχήματος της και ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην τρίτη εναγομένη της πρώτης αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕ" και εκινείτο με ταχύτητα 58 χιλιομέτρων ωριαίως στο ύψος του 23ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου και ειδικότερα, στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Η ως άνω επαρχιακή οδός στο προαναφερθέν σημείο της, τυγχάνει "διπλής κατεύθυνσης", τα δύο ρεύματα πορείας της, έκαστο των οποίων διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας, διαχωρίζονται μεταξύ τους με "μονή λευκή διακεκομένη διαγράμμιση που καθορίζει τα όρια ανά λωρίδα κυκλοφορίας" και το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 6,5 μέτρα.

Κατά το ως άνω χρονικό σημείο η κατάσταση του ασφάλτινου οδοστρώματος της παραπάνω επαρχιακής οδού ήταν "ξηρά", η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν "αραιή" και των πεζών "αραιή - ανύπαρκτη" και παρότι ήταν "νύχτα", η ορατότητα "δεν περιοριζόταν", επειδή επικρατούσε "καλοκαιρία", ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητος έχει καθοριστεί με σχετική ρυθμιστική πινακίδα (Ρ 32) σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως, όπως τα παραπάνω στοιχεία επί λέξει καταχωρήθηκαν στην σχετική από 7-12-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συντάχθηκε από τον Υπαρχιφύλακα Γ.

Δ. με την παρουσία και του Α/Α' Α. Κ. που υπηρετούν στο Τμήμα Τροχαίας Θέρμης Θεσσαλονίκης. Την ίδια στιγμή, ο Α. Ζ. του Α., ο οποίος διήγε το 24° έτος της ηλικίας του, καθ' όσον γεννήθηκε στις 18-8-1989 και ετύγχανε γιός των δύο πρώτων εναγόντων της πρώτης αγωγής, αδελφός της τρίτης ενάγουσας της ιδίας αγωγής και εγγονός της τετάρτης (και αποβιωσάσης πλέον) ενάγουσας αλλά και της πέμπτης της ενάγουσας της αυτής ως άνω πρώτης αγωγής, οδηγούσε το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … IX επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου CARINA, κυλινδρισμού 1.587 κυβικών εκατοστών, επί του οποίου ο πρώτος και ο έκτος των εναγόντων της ιδίας (πρώτης) αγωγής (Α. Ζ. και Ν. Ζ.) τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστόν 25% και 75% εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, που είχαν προστήσει μάλιστα αυτόν (δηλαδή τον Α.

Ζ. του Α.) στην οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου τους και ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία της δευτέρας αγωγής με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ" και εκινείτο επί της αυτής ως άνω επαρχιακής οδού και ειδικότερα, στο ρεύμα πορείας της που οδηγεί στην περιοχή του Πολυγύρου Χαλκιδικής, στο αντίθετο δηλαδή ρεύμα πορείας από αυτό στο οποίο εκινείτο ο προαναφερθείς οδηγός Σ.

Λ. του Γ.. Επειδή όμως ο Α. Ζ. του Α., δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω επιβατηγού αυτοκινήτου αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητος του ως οδηγού, καθ' όσον οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος (αφού και στα δύο δείγματα του αίματος του ανιχνεύθηκε ποσοστό αλκοόλης ανερχομένης σε 0,7 g/L, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ.

πρωτ. … …/12/2012 και …./….-2-13/…-3-2013 έγγραφα του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), έχασε τον έλεγχο του παραπάνω αυτοκινήτου που οδηγούσε, εξετράπη προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο - εν σχέσει προς την πορεία του - ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω επαρχιακής οδού και αφού διέσχισε αυτό σε όλο το πλάτος του, εξήλθε του οδοστρώματος της εν λόγω επαρχιακής οδού και ακολούθως κινήθηκε επί ενός αγροκτήματος, το οποίο βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το ρεύμα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού που οδηγεί στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, παράλληλα προς το τελευταίο ρεύμα πορείας, διανύοντας μάλιστα απόσταση εξήντα τριών (63) μέτρων και στην συνέχεια, επεχείρησε να εισέλθει και να κινηθεί και πάλι στο οδόστρωμα της ως άνω επαρχιακής οδού, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως - όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει - λόγω της ιδιότητος του ως οδηγού, εάν στην παραπάνω επαρχιακή οδό εκινούντο άλλα οχήματα, στους οδηγούς των οποίων όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα και αντί να κατευθυνθεί αμέσως και να καταλάβει και να κινηθεί στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στον Πολύγυρο, όπου και κατευθυνόταν, αυτός άρχισε να κινείται αντίθετα στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη, κατευθυνόμενος δηλαδή προς τον Πολύγυρο διανύοντας μάλιστα απόσταση 11,5 μέτρων επ' αυτού και με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε, επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού που οδηγούσε ο Σ.

Λ.. Ο τελευταίος, ο οποίος οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω φορτηγού, μόλις αντιλήφθηκε να κατευθύνεται προς το μέρος του το παραπάνω αυτοκίνητο, πραγματοποίησε αμέσως ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του, εξ αιτίας όμως της μικρής αποστάσεως που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων αλλά και της αμελούς οδηγήσεως του Α.

Ζ. δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουσή τους, εξ αιτίας της σφοδρότητος της οποίας ανετράπησαν τα δύο οχήματα και αφού διήνυσαν απόσταση τριάντα πέντε (35) μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως τους, διασχίζοντας ολόκληρο το πλάτος του επομένου ρεύματος πορείας, αυτού δηλαδή που οδηγεί στην περιοχή του Πολυγύρου, ακινητοποιήθηκαν τελικώς στην παρακείμενη περίφραξη του "Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης", τμήμα της οποίας μάλιστα καταστράφηκε (βλ.

σχετικώς το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-12-2012 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Θέρμης Θεσσαλονίκης και το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2012 έγγραφο του ως άνω "Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών"), ενώ το επιβατηγό αυτοκίνητο καταπλακώθηκε από το φορτηγό, με αποτέλεσμα ο Α. Ζ. του Α., να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ρήξη καρδιάς, εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του (βλ.

την σχετική υπ' αριθμ. …/…/…-12-2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου που τον αφορά και συντάχθηκε από τον ληξίαρχο Βασιλικών του Δήμου Θέρμης Θεσσαλονίκης), ενώ τραυματίσθηκε ο Σ. Λ. και επί πλέον, προκλήθηκαν υλικές ζημίες στα δύο ως άνω συγκρουσθέντα οχήματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η υπέρβαση εκ μέρους του τελευταίου οδηγού (δηλαδή του Σ.

Λ.) του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος των πενήντα (50) χιλιομέτρων ωριαίως που έχει καθοριστεί για την παραπάνω περιοχή, για την οποίαν μάλιστα (παράβαση) επεβλήθη χρηματικό πρόστιμο σ' αυτόν (βλ. την σχετική πράξη επιβολής προστίμου ποσού 40,00 € του Τμήματος Τροχαίας Θέρμης), δεν επέδρασε αιτιωδώς στην σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων και στις εντεύθεν συνέπειές της, αφού το εν λόγω φορτηγό, το οποίο σημειωτέον "...βρέθηκε να ζυγίζει 23.450 Kg, ήτοι εντός των ορίων βάσει αδείας κυκλοφορίας (μέγιστο βάρος 24.000 Kg)..." σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας, ακόμη και να εκινείτο με ταχύτητα πενήντα (50) χιλιομέτρων ωριαίως δεν θα ήταν δυνατόν εξαιτίας της αμελούς οδηγήσεως του προαναφερθέντος Α.

Ζ., σε συνδυασμό με την μικρή απόσταση που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων, να αποτραπεί η σύγκρουσή τους. Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι η Α. Γ. του Α., η οποία αναφέρεται ως (μοναδική) αυτόπτης μάρτυς στην προαναφερθείσα από 7-12-2012 έκθεση αυτοψίας, εξεταζομένη ενόρκως στις 7-12-2012 και περί ώραν 07.00, λίγη ώρα δηλαδή μετά την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, ενώπιον του προαναφερθέντος Υπαρχιφύλακος Γ.

Δ. με την παρουσία και του Α/Α' Α. Κ., κατέθεσε μεταξύ των άλλων επί λέξει και τα εξής: "Την 07-12-12 και περί ώραν 06.40, ενώ οδηγούσα το υπ' αριθ. …. ΙΧΕ, ιδιοκτησίας του πατέρα μου Γ. Α., γυρνώντας από νυκτερινή διασκέδαση. Στο δρόμο από Βασιλικά προς Ν. Ραιδεστό, κοντά στο ύψος της διασταύρωσης για το χωριό Λακκιά, επί της Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου, βρισκόμουν πίσω από το υπ' αριθ. …. φορτηγό, σε απόσταση περίπου τεσσάρων μέτρων και κινούμουν με φυσιολογική ταχύτητα. Παρατήρησα στη δεξιά πλευρά στο βάθος και εκτός οδοστρώματος, τα φώτα κάποιου οχήματος, δεν έδωσα πολύ σημασία διότι υπέθεσα ότι κινείται σε κάποιο άλλο τμήμα της οδού.

Έπειτα από λίγο είδα το εν λόγω όχημα να κινείται ξανά προς το οδόστρωμα, όπου κινούμουν και εγώ και κατάλαβα ότι ο οδηγός αυτού προφανώς έχει χάσει τον έλεγχο και προσπαθεί να το επαναφέρει. Εκείνη τη στιγμή άρχισα να πατάω φρένο στο όχημά μου και είδα το φορτηγό που βρισκόταν μπροστά μου να κόβει το τιμόνι προς τα αριστερά προσπαθώντας να αποφύγει το υπ' αριθ.

… ΙΧΕ το οποίο τώρα ερχόταν προς τα πάνω στο φορτηγό, σχεδόν μετωπικά δηλαδή στη δική μας λωρίδα κυκλοφορίας. Τα ανωτέρω οχήματα συγκρούσθηκαν και κατέληξαν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Εγώ στη συνέχεια στάθμευσα το όχημά μου εκτός δρόμου και κάλεσα την Αστυνομία, αντιλήφθηκα το γεγονός ότι το υπ' αριθ.

…(ΧΕ ερχόταν μετωπικά προς το φορτηγό διότι έβλεπα τα φώτα του να χτυπούν προς το φορτηγό ακριβώς στην ίδια ευθεία με την κατεύθυνση που κινούμασταν...".

Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, η παραπάνω σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων και οι εντεύθεν συνέπειές της και ειδικότερα, ο θανάσιμος τραυματισμός του προαναφερθέντος Α. Ζ., ο τραυματισμός του Σ. Λ. και οι προκληθείσες ζημίες των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων, οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εν λόγω θανόντος Α.

Ζ., γιατί αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω επιβατηγού αυτοκινήτου αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητος του ως οδηγού, καθ' όσον οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έχασε τον έλεγχο του παραπάνω αυτοκινήτου που οδηγούσε, εξετράπη προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο - εν σχέσει προς την πορεία του - ρεύμα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού και αφού διέσχισε αυτό σε όλο το πλάτος του, εξήλθε του οδοστρώματος της εν λόγω επαρχιακής οδού και ακολούθως κινήθηκε στον χώρο αγροκτήματος, το οποίο βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το ρεύμα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού που οδηγεί στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, παράλληλα προς το τελευταίο ρεύμα πορείας, διανύοντας μάλιστα απόσταση εξήντα τριών (63) μέτρων επ' αυτού και στην συνέχεια, επεχείρησε να εισέλθει και να κινηθεί και πάλι στο οδόστρωμα της ως άνω επαρχιακής οδού, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως - όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει - εάν στην ως άνω επαρχιακή οδό εκινούντο άλλα οχήματα, στους οδηγούς των οποίων όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα και επί πλέον, αντί να κατευθυνθεί αμέσως και να καταλάβει και να κινηθεί στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στον Πολύγυρο, όπου και κατευθυνόταν, αυτός εισήλθε και άρχισε να κινείται αντίθετα στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στην Θεσσαλονίκη, κατευθυνόμενος δηλαδή προς τον Πολύγυρο, διανύοντας μάλιστα απόσταση 11,5 μέτρων επ' αυτού και με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε, επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού που οδηγούσε ο Σ.

Λ. (που συνιστούν παραβάσεις εκ μέρους του των άρθρων 4 § 3, 12 § 1, 16 § 4, 19 § 1, 21 § 1 και 42 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ). Ο τελευταίος (δηλαδή ο Σ. Λ.), ο οποίος οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω φορτηγού, μόλις αντιλήφθηκε να κατευθύνεται προς το μέρος του το παραπάνω επιβατηγό αυτοκίνητο, πραγματοποίησε αμέσως αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει προς την πορεία του, εξ αιτίας όμως της μικρής αποστάσεως που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων και της αμελούς οδηγήσεως του Α.

Ζ., δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουσή τους, εξ αιτίας της οποίας ανετράπησαν τα δύο οχήματα και αφού σύρθηκαν σε απόσταση τριάντα πέντε (35) μέτρων από το σημείο της συγκρούσεώς τους, διέσχισαν ολόκληρο το πλάτος του ρεύματος πορείας που οδηγεί στην περιοχή του Πολυγύρου και ακινητοποιήθηκαν τελικώς στην παρακείμενη περίφραξη του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του Α.

Ζ., να τραυματισθεί ο Σ. Λ. και να προκληθούν ζημίες στα παραπάνω δύο συγκρουσθέντα οχήματα.

Η παραπάνω άποψη ότι δηλαδή ο προαναφερθείς Α. Ζ. του Α., τυγχάνει αποκλειστικός υπαίτιος του παραπάνω περιγραφομένου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, επιβεβαιώνεται και από το ότι ο (πρώτος των εναγομένων της πρώτης αγωγής και δεύτερος των εναγόντων της δευτέρας αγωγής) Σ. Λ. του Γ., αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 5810/15-5-2015 αμετάκλητη πλέον απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (άρθρο 302 § 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 15, 16, 17, 18 εδ.

β, 26 § 1'εδ. β', 28, 51 και 53 ΠΚ), που αποδόθηκε σ' αυτόν κατόπιν ασκηθείσης σχετικής προς τούτο ποινικής διώξεως εις βάρος του για τον θάνατο του ως άνω Α. Ζ. του Α., ενώ ακολούθως απερρίφθη η υποβληθείσα στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης εκ μέρους του Α. Ζ. του Α., από 20-5-2015 αίτηση περί ασκήσεως εφέσεως κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 5810/2015 αθωωτικής εκδοθείσης αποφάσεως, με την από 22-5-2015 σχετική διάταξη της αρμοδίου Αντεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης.

Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του παραπάνω περιγραφομένου ατυχήματος τυγχάνει ο προαναφερθείς θανών Α. Ζ. του Α. και απέρριψε την παραπάνω πρώτη από 1-4-2014 (αριθμός καταθέσεως: 8082/11- 4-2014) ασκηθείσα αγωγή, ορθώς εφήρμοσε τον νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι αμφοτέρων των κρινομένων εφέσεων πρέπει να απορριφθούν.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού.

Όσον αφορά τον χρόνο αντίδρασης και την δυνατότητα έγκαιρης αντίληψης της κίνησης του επιβατηγού αυτοκινήτου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ρητά αναφέρεται ότι αυτός, ο οποίος οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω φορτηγού, μόλις αντιλήφθηκε να κατευθύνεται προς το μέρος του το παραπάνω αυτοκίνητο, πραγματοποίησε αμέσως ελιγμό προς τα αριστερά εν σχέσει με την πορεία του, εξ αιτίας όμως της μικρής απόστασης που υπήρχε μεταξύ των παραπάνω οχημάτων αλλά και της αμελούς οδήγησης του Α.

Ζ. δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουση ενώ ακόμη υιοθετώντας την κατάθεση της μοναδικής αυτόπτου μάρτυρα Α. Γ. το Εφετείο δέχτηκε ότι το υπ' αριθμ. … όχημα μετά την εκτοπή του από το οδόστρωμα της ως άνω επαρχικής οδού κινήθηκε ξανά προς το οδόστρωμα αυτής, εισελθόν στο ρεύμα πορείας του φορτηγού, ο οδηγός του οποίου πραγματοποίησε αμέσως αποφευκτικό ελιγμό προς τ'αριστερά σε σχέση ε την πορεία του....Δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε ποιο ακριβώς σημείο, πάντως εντός του ρεύματος πορείας του, επί της οδού, συνολικού πλάτους ολοκλήρου του οδοστρώματος 6,5 μέτρων, εκινείτο το φορτηγό και σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας και ακριβές σημείο της οδού έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, αφού την κατά τα ανωτέρω υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού αποδίδει στην χωρίς επιμέλεια και προσοχή οδήγηση του και στην είσοδο του, χωρίς προηγούμενο έλεγχο, στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εντός του οποίου δέχεται ότι αυτός εκινείτο σύννομα, και σε μικρή από αυτόν απόσταση καθώς και στην κίνηση του, αφού εισήλθε στο ρεύμα αυτό, με αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα ο πρώτος αναιρεσίβλητος να προβεί προς αποφυγή του ατυχήματος σε προς τα αριστερά ελιγμό.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, σύμφωνα με τις παραπάνω με αριθμούς 7 και 8 αιτιάσεις τους. Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί, υπό τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.11γ του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν 1) την από 7-12-2012 έκθεση αυτοψίας και το από 7-12-2012 σχεδιάγραμμα που συντάχτηκαν από την επιληφθείσα του ατυχήματος αρμόδια αστυνομική αρχή 2)τις δύο από 22-12-2012 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την αστυνομική αρχή πραγματογνώμονα Α.

Μ. με τις συνημμένες σε αυτές φωτογραφίες και 3)την από 11-12-2012 γνωμοδότηση των τεχνικών συμβούλων των αναιρεσειόντων Δ. Κ. και Ν. Κ. με τις ομοίως συνημμένες σε αυτή φωτογραφίες Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών που προσκομίστηκαν εκ μέρους των διαδίκων και από το όλο το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, στην οποία ρητά, από τα παραπάνω έγγραφα, μνημονεύεται η από 7-12-2012 έκθεση αυτοψίας αξιολογούμενο σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της, όπως πιο πάνω αναλυτικά εκτίθενται καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα εν λόγω έγγραφα καταλήγοντας στο πόρισμά του για το οποίο οι αναιρεσίβλήτοι έχουν διαφορετική προσέγγιση.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στα τελευταία αυτά έγγραφα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την από 26 Μαρτίου 2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 1254/157/18-4-2019) αίτηση για αναίρεση της 1885/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ