119/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated119/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του δήμου Πάτρας, που φαίνεται με τα ... στο από Απριλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ.μηχανικού Ε. Π., που είναι προσαρτημένο στην κατωτέρω .../2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πατρών Ν. Σ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Β., Ι. και Α. Μ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία εναγόμενου Β. Γ., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Β.
Full text
Απόφαση 119 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 119/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Β. Μ. του Κ., 2Ι. Μ. του Κ., 3 Κ. Μ. του Κ., 4.Π. Μ. του Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα Νικολάου. Των αναιρεσίβλητων :1.Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2.Κ. Γ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Κιέκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 464/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 567/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ'άρθρ.1033 ΑΚ για τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφική και μεταγραπτέα συμφωνία του κυρίου και του αποκτώντος. Περαιτέρω, κατ'άρθρ.1041 ιδίου κώδικος με δεκαετή καλόπιστη νομή και νόμιμο τίτλο κτάται (με τακτική χρησικτησία) πρωτοτύπως πράγμα ακίνητο. Έτι περαιτέρω, κατ'άρθρ.1045 ΑΚ, η επί εικοσαετία νομή επί ακινήτου θεμελιώνει προϋποθέσεις πρωτοτύπου κτήσεως (με έκτακτη χρησικτησία) της κυριότητος ακινήτου, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ.1051 ΑΚ δίδεται στον δυνάμει καθολικής ή ειδικής διαδοχής νεμόμενο η δυνατότητα συνυπολογισμού του χρόνου χρησιδεσποτείας του δικαιοπαρόχου. Προσέτι, κατ'άρθρ.1094 ιδίου κώδικος προβλέπεται η διεκδίκηση του πράγματος εκ μέρους του κυρίου από το νομέα ή τον κάτοχο. Ωσαύτως, συμφώνως προς το άρθρ.1113 ΑΚ, η συγκυριότητα ανήκει στους περισσοτέρους εξ αδιαιρέτου κατ' ιδανικά μέρη. Ακόμη, κατ'άρθρ.1813 του ΑΚ, προβλέπεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή στην πρώτη κληρονομική τάξη, κληρονομία την οποία ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως μόλις γίνει η επαγωγή (1846 ΑΚ), με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198 ΑΚ, που προβλέπει την υποχρέωση της μεταγραφής για την επέλευση της μεταβίβασης της κυριότητος, ενώ, τέλος, κατ'άρθρ. 70 ΚΠολΔ, δίδεται η δυνατότητα στον έχοντα έννομο συμφέρον να εγείρει αναγνωριστική αγωγή για την ύπαρξη (ή μη ύπαρξη) κάποιας έννομης σχέσης.
ΙΙ. Κατ'άρθρ.560 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
ΙΙΙ. Οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, 567/2018, αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως ακολούθως: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο (εδαφοτεμάχιο) εμβαδού 577,95 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση του οικισμού "...) της πρώην κοινότητας ... και ήδη της τοπικής κοινότητας ...
του δήμου Πάτρας, που φαίνεται με τα ... στο από Απριλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ.μηχανικού Ε. Π., που είναι προσαρτημένο στην κατωτέρω .../2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πατρών Ν. Σ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Β., Ι. και Α. Μ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία εναγόμενου Β. Γ., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Β.
Ι. και Α. Μ., νότια με δημοτικό δρόμο πλάτους δύο μέτρων, μετά τον οποίο βρίσκεται εν μέρει η ιδιοκτησία Χ. Α. και εν μέρει η ιδιοκτησία Σ. Μ., νοτιοανατολικά με δημοτικό δρόμο πλάτους δύο μέτρων, πέραν από τον οποίο βρίσκεται η ιδιοκτησία Χ. Α. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Β. και Κ. Γ. Το ακίνητο αυτό, που εμφανίζει μεγάλη κλίση, ανήκε κατά συγκυριότητα 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (άρθ. 1113 ΑΚ), ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, στους αδελφούς: 1)Χ.
χήρα Κ. Μ., το γένος Β. Γ., μητέρα των εναγόντων, που πέθανε στην Πάτρα το 1994, κάτοικος εν ζωή ... Πατρών, και 2)του Κ. Γ. του Β., πατέρα του πρώτου εναγομένου και παππού του δεύτερου, ο οποίος πέθανε στις 16.05.1953, περιήλθε δε σε αυτούς δυνάμει του υπ' αριθ. .../1942 συμβολαίου διανομής πατρικής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Σ.
Μ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο …και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών. Το ακίνητο αυτό το νέμονταν από κοινού (άρθ. 974, 994 ΑΚ), τόσο οι ανωτέρω αρχικοί συγκύριοι όσο και μεταγενέστερα οι διάδοχοί τους, εδώ διάδικοι και δη φρόντιζαν τις περίπου εννέα αμυγδαλιές που βρισκόταν εντός του και μάζευαν τα αμύγδαλα, εναπόθεταν πράγματα από τις παρακείμενες οικίες τους, το καθάριζαν, το χρησιμοποιούσαν για πρόχειρη εξυπηρέτηση των οικιακών τους αναγκών, προέβαιναν σε μικροκαλλιέργειες, το επέβλεπαν, κλπ., ενώ άπαντες οι διάδικοι και η δικαιοπάροχος των εναγόντων κατά τη διαδρομή του χρόνου, έθεταν το επίδικο, σαφώς, εκτός των παρακείμενων ιδιοκτησιών τους, στις οποίες έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας και επί των οποίων έχουν οικοδομήσει τις κατοικίες τους.
Τούτο, επιβεβαιώνεται αφενός, από το ότι οι ενάγοντες: α)στο υπό θεώρηση από 06.10.1994 τοπογραφικό του μηχανικού Π. Μ., με εντολέα τον πρώτο ενάγοντα, οριοθετούν το παρακείμενο και εφαπτόμενο με το επίδικο οικόπεδό τους (έκτασης 800,80 τ.μ.), εκτός του επιδίκου αναφέροντας στην πλευρά αυτού που συνορεύει με το επίδικο ως συνορεύουσα ιδιοκτησία, ακίνητο του πρώτου εναγομένου, β)στο από Αύγουστο του 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β.
Θ., με εντολέα την ως άνω Χ. Μ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων), οριοθετούν το παρακείμενο και εφαπτόμενο με το επίδικο οικόπεδό τους (ίδιο ως άνω έκτασης 800,80 τ.μ.), εκτός του επιδίκου, αναφέροντας στην πλευρά αυτού που συνορεύει με το επίδικο, ως συνορεύουσα ιδιοκτησία, ακίνητο του πρώτου εναγομένου, γ) στο συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με αριθ….1983 της συμβολαιογράφου Πατρών Β.
Ρ. νόμιμα μεταγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Πατρών, οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων μετά των λοιπών αδελφών και της μητέρας τους Χ. Μ., προέβησαν σε σύσταση οροφοκτησίας επί του ίδιου ως άνω οικοπέδου των 800,80 τ.μ. οριοθετώντας αυτό εκτός του επιδίκου, αναφέροντας στην πλευρά αυτού που συνορεύει με το επίδικο, ως συνορεύουσα ιδιοκτησία, ακίνητο του πρώτου εναγομένου, δ) ομοίως, όπως παραπάνω, εμφαίνεται και στο από Νοέμβριο του 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β.
Θ. συνταγέν με εντολέα τον πρώτο ενάγοντα καθώς και στο σκαρίφημα της …1977 οικοδομικής άδειας που χορηγήθηκε στους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες, για το ίδιο παρακείμενο και εφαπτόμενο με το επίδικο, οικόπεδο (όπου οριοθετείται επίσης εκτός του επιδίκου, με αναφορά ως συνορεύουσα ιδιοκτησία, ακίνητο του πρώτου εναγομένου).
Αφετέρου, από το ότι οι εναγόμενοι: α)οριοθέτησαν τη γειτονική και εφαπτόμενη με το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησία τους, ως οικόπεδο με έκταση 765,02 τ.μ. στο το από Ιούλιο του 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Β. Κ., θέτοντας το επίδικο εκτός της ιδιοκτησίας τους αυτής και αναφέροντας ως ιδιοκτήτρια του παρακείμενου ακινήτου στην συνορεύουσα πλευρά με το επίδικο, την ως άνω Χ.
Μ.), β)εξέδωσε ο πρώτος εξ αυτών (εναγόμενος) βάσει του τοπογραφικού αυτού και της ως άνω έκτασης (των 765,02 τ.μ.) την υπ'αριθ. ...1979 οικοδομική άδεια, γ) προέβη ο ίδιος βάσει της έκτασης αυτής, σε σύσταση οροφοκτησίας δυνάμει του υπ'αριθ. ...1/1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Σ. νόμιμα μεταγραμμένου στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, όπου περιγράφει ως συνορεύουσα ιδιοκτησία επί της πλευράς που συνορεύει με το επίδικο, ακίνητο της ως άνω Χ.
Μ. Εν όψει αυτών, παρανόμως, χωρίς πραγματικό δικαίωμα, οι εναγόμενοι προέβησαν στη σύνταξη το έτος 2008 του υπ'αριθ. .../30.10.2008 συμβολαίου γονικής παροχής οριζόντιας ιδιοκτησίας (του πρώτου εναγομένου προς τον δεύτερο εναγόμενο γιο του) ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Τ. νόμιμα μεταγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Πατρών, με το οποίο το ανωτέρω οικόπεδο των 765,02 τ.μ.
ιδιοκτησίας πλέον του πρώτου ενάγοντος, εμφανίζεται να έχει έκταση 1.413,35 τ.μ., περιλαμβάνοντας δηλαδή και το επίδικο ακίνητο και ενσωματώνοντάς το, προσκομίζοντας δε προς τούτο για το άνω συμβόλαιο, νεότερο τοπογραφικό διάγραμμα προσδιορισμού της έκτασης και συγκεκριμένα το από Απρίλιο του 2007 τοπογραφικό του μηχανικού Χ.
Π., χωρίς βέβαια να μπορούν να εξηγήσουν την μεγάλη αυτή απόκλιση μεταξύ των δύο αυτών τοπογραφικών (του από Ιούλιο του 1979 και το ανωτέρω) τα οποία δεν αποτελούν πρόχειρα σχεδιαγράμματα, αλλά τοπογραφικά, συνταχθέντα κατόπιν ακριβών μετρήσεων των ορίων. Παρομοίως, παρανόμως, χωρίς πραγματικό δικαίωμα, οι ενάγοντες προέβησαν στην υπ'αριθ. .../2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.
Σ. νόμιμα μεταγραμμένου στο υποθηκοφυλακείο Πατρών με την οποία αποδέχθηκαν κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/6 έκαστος το επίδικο ακίνητο ως ανήκον κατά πλήρη κυριότητα (με ποσοστό 100%) στην άνω κληρονομουμένη Χ. Μ. περιερχόμενο σ'αυτήν με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν υπερεικοσαετούς αποκλειστικής νομής (άρθ. 1045 ΑΚ).
Κατόπιν αυτών άπαντες οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου (577,95 τ.μ.), καθολικοί διάδοχοι άπαντες, πλην του δεύτερου εναγομένου, των αρχικών συγκυρίων γονέων τους (με ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος από αυτούς) αποβιωσάντων αδελφών Χ. χήρας Κ. Μ., το γένος Β. Γ. και Κ. Γ. του Β. Εν όψει αυτών, αβασίμως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου με ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος, εξ αποκλειστικού δικαιώματος κυριότητας της δικαιοπαρόχου μητέρας τους ως άνω Χ.
Μ. και ζητούν να αναγνωριστεί το εν λόγω δικαίωμά τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το επίδικο ακίνητο κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό στον καθένα. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. χήρα Κ. Μ., το γένος Β. Γ. ήταν αποκλειστική κυρία στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της με αποδοχή της επαχθείσας σ'αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομιάς κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ότι οι εναγόμενοι τους απέβαλαν από το επίδικο ακίνητο κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους, υποχρεώνοντάς τους να τους το αποδώσουν, δεχόμενο την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γινομένου του σχετικού λόγου έφεσης ως ουσία βάσιμου.
Συνεπώς η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Ακολούθως η πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της και αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ'ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη." Μετά ταύτα δέχθηκε από ουσιαστικής απόψεως την έφεση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) κατά της 464/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών που είχε δεχθεί την διεκδικητική για το άνω επίδικο ακίνητο αγωγή των αναιρεσειόντων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτήν απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ουσίας την προαναφερόμενη ένδικη αγωγή και απέρριψε αυτήν.
IV. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται (προεχόντως), ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην υπ'αρ.1α του άρθρου (κατ'εκτίμηση) 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, ενώ κατά τα ανελέγκτως υπ'αυτού δεκτά γενόμενα, αποδείχθηκαν, κατά τα ως άνω, τα εξ αδιαιρέτου (ελάσσονα των διεκδικηθέντων με την αγωγή τους) ποσοστά της επί του επιδίκου ακινήτου συγκυριότητάς τους, δεν κατέληξε σε παραδοχή, αντιστοίχως, εν μέρει της αγωγής τους, αλλ' απέρριψε αυτήν στο σύνολό της.
Έτσι, όμως, (όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες) το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε (κατ' εκτίμηση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός, (κατά τα ειδικότερα στο περιεχόμενό του εκτιθέμενα), είναι βάσιμος, (παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, καθώς και του δεύτερου, κατά το επικουρικό μέρος αυτού), διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, επί τη βάσει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προμνησθείσες ουσιαστικές διατάξεις και εσφαλμένα υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με συνέπεια να απορρίψει, όπως προειπώθηκε, την ένδικη αγωγή στο σύνολό της, ενώ έπρεπε, με προσήκουσα ερμηνεία και εφαρμογή των παραβιασθεισών ουσιαστικών ανωτέρω διατάξεων, να δεχθεί την αγωγή εν μέρει, και δη, κατά τα (αποδειχθέντα ανελέγκτως) ελάσσονα των αρχικώς αιτηθέντων, ιδανικά ποσοστά συγκυριότητος των εναγόντων-αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο.
V. Κατά συνέπεια, η εν λόγω προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη (εν όλω) αναιρετέα και πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, πλην του πρότερου δικάσαντος (άρθρ.580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, συμφώνως προς το διατακτικό, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των νικώντων αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στους ηττωμένους αναιρεσιβλήτους και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό πρώτον των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 567/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό πρώτον των αναιρεσειόντων, Β. Μ. του Κ..
Και Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ποσό της οποίας ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ