Legislator Case Law & Legislation
119/2018 AI generated

119/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 119/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

119/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' και 3 ν. 3693/1957), πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191παρ.2 του ΚΠολΔ, 28παρ.5 του ν. 2579/1998), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά τα άρθρα 22 §§ 1, 3 του 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚ), 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης .

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 119 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1) Σ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Γ. Ζ. του Ν. 3) Ν. Ζ. του Ν. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Σαρρή, Του αναιρεσίβλητου-καθου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2009 αγωγή των ήδη 1ης έως και 3ου των αναιρεσίβλητων και την από 1-2-2010 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1507/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 78/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον, με την από 3-9-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 774/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 10-5-2017 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την από 3-9-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 10-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10/5/2017 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καθών η κύρια παρέμβαση νόμιμα επαναφέρεται για συζήτηση η από 3/9/2015 αίτηση για αναίρεση της 78/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση της 776/2016 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, εξαιτίας της μη κλήτευσης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου που δεν είχε παρασταθεί στη δίκη, κατά τη δικάσιμο της 19/10/2016.

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 1347/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 1/2/2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2010) κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος κατά των καθών και ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο ο Άρειος Πάγος εκτιμά ως διαδικαστικό έγγραφο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το κυρίως παρεμβαίνον "Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο" ανέφερε ότι οι τρεις πρώτοι των καθ'ων (ως ενάγοντες) άσκησαν κατά του τετάρτου των καθών Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου) την από 9/2/2009 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι έχουν αποκτήσει, τόσο με παράγωγο τρόπο (γονική παροχή και κληρονομική διαδοχή), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία με βάση το νόμο 3127/2003) τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή εμπράγματα δικαιώματα (ψιλή κυριότητα και επικαρπία, αντίστοιχα) στο περιγραφόμενο κατά θέση, όρια και έκταση ακίνητο με κωδικό αριθμό εθνικού κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., και συγκεκριμένα, στο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου … οικόπεδο, εμβαδού κατά νεότερη καταμέτρηση 301,72 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο προσαρτημένο στην αγωγή, από Απριλίου 2008, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου Β.

Μ.. Ότι, στη συνέχεια, οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής εσφαλμένως καταχωρίστηκε το παραπάνω ακίνητο ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησαν: α) να αναγνωριστούν τα δικαιώματα ψιλής κυριότητας και επικαρπίας τους, αντίστοιχα, στο επίδικο ακίνητο και β) να διαταχθεί η διόρθωση της σχετικής ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Περαιτέρω το αναιρεσείον εξέθετε ότι παρενέβη στην παραπάνω δίκη μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, ήδη αναιρεσιβλήτων, ασκώντας εναντίον τους την ένδικη κύρια παρέμβασή του, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα δικού του μεγαλύτερου ακινήτου, του οποίου απέκτησε την κυριότητα με τους ειδικότερα περιγραφόμενους στην κύρια παρέμβαση τρόπους, ζήτησε ν' απορριφθεί η πιο πάνω αγωγή, να αναγνωριστεί η κυριότητα του ιδίου στο επίδικο ακίνητο, να υποχρεωθούν οι καθών (διάδικοι της κύριας δίκης) να του αποδώσουν τη νομή αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση, υπέρ του, της επίμαχης ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Ειδικότερα, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου το αναιρεσείον ανέφερε στην κύρια παρέμβασή του ότι "αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 912.790,5 τ.μ., της οποίας κυρία, νομέας και κάτοχος υπήρξε η Ιερά Μονή …, τουλάχιστον από το έτος 1700 μέχρι τη διάλυσή της με το Β.Δ της 19.8/25.9.1833, οπότε η περιουσία της περιήλθε στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ...

Ότι, όπως προέκυψε μετά από έρευνα στα βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων που διενήργησε η Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά, σε συνδυασμό με την …/15.1.2010 έκθεση του τεχνικού τμήματος της ανωτέρω υπηρεσίας, το επίδικο εμπίπτει εντός του καταγεγραμμένου με Α.Β.Κ. …δημοσίου κτήματος, το οποίο βρίσκεται σε ευρύτερη έκταση (…) με τη γενική ονομασία …που αποτελείτο αρχικά εκ 10.000 στρεμμάτων...

Η όλη έκταση των 10.000 στρεμμάτων ορίζεται ανατολικά με λόφο …, δυτικά με γαίες της Μονής …, αρκτικά με …και μεσημβρινά με γαίες παραχωρηθείσες από το Δημόσιο στον Π. Κ., εν μέρει, και κατά το υπόλοιπο με εθνικές γαίες και τοιαύτες ανήκουσες στη διαλυθείσα Μονή του ... (δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος). Η επίδικη έκταση βρίσκεται μέσα στο ..., του οποίου μερική έκταση 912 στρεμμάτων αποτελεί το Α.Β.Κ.

… δημόσιο κτήμα... που εμφαίνεται στο από 3/12/1971 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ξ.". Από την ως άνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποτελεί "τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, με τα στοιχεία ...", δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, και συγκεκριμένα ως προς τη θέση και τα όριά του μέσα στην ευρύτερη έκταση του … δημόσιου κτήματος των 912.790,5 τ.μ., του οποίου επίσης δεν περιγράφονται η θέση και τα ακριβή όρια μέσα στην ακόμη μεγαλύτερη έκταση των 10.000 στρεμμάτων του ..., δεδομένου μάλιστα ότι δεν προσαρτάται στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης το πιο πάνω επικαλούμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Γ.

Ξ.. Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτεπαγγέλτως την ένδικη κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου που φέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου και, ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφερόμενες νομικές πλημμέλειες και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αόριστη με αντιφατική αιτιολογία είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον η αναιρετική αυτή αιτίαση συναρτάται με την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και όχι όταν η σχετική αγωγή ή η κύρια παρέμβαση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απορρίφθηκε λόγω αοριστίας (Ολ ΑΠ 3/1997).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και το αναιρεσείον, το οποίο είναι ΝΠΔΔ και απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 28 παρ.4 ν.2579/1998), ενώ παράλληλα η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' και 3 ν. 3693/1957), πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191παρ.2 του ΚΠολΔ, 28παρ.5 του ν. 2579/1998), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά τα άρθρα 22 §§ 1, 3 του 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚ), 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/9/2015 αίτηση του ΝΠΔΔ "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" για αναίρεση της 78/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ