Legislator Case Law & Legislation
119/2014 AI generated

119/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 119/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

119/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 119 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταθόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Energotech ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως και την από 31 Οκτωβρίου 2006 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 49/2012 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. …/27.12.2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 49/2012 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που δίκασε στη μεταβατική έδρα της Χίου, επισπεύσθηκε με δική της φροντίδα, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 39 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 16.9.2013, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1δ, 230§2, 498§2, 568 ΚΠολΔ).

Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. 2.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 49/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία στην μεταβατική έδρα αυτού στη Χίο και με την απόφασή του, αφού δέχθηκε τις από 3.12.2007 και 4.12.2007 αντίθετες εφέσεις της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας αντίστοιχα και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 57/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 27.4.2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ είχε απορρίψει εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 31.10.2006 ανταγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε ακολούθως και το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της την ανταγωγή αυτή, με την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 84.982,98 ευρώ, αλλιώς των 40.783,30 ευρώ, ως αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη από την πλημμελή εκτέλεση του έργου, που όφειλε κατά τη συμφωνία τους να εκτελέσει και να παραδώσει σ' αυτή η αντίδικός της, ενώ κατά τα λοιπά δέχθηκε το Εφετείο εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει, ως υπόλοιπο της οφειλόμενης σ' αυτή αμοιβής στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης έργου, το ποσό των 92.484,23 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από 22.4.2004 και όχι από την επίδοση της αγωγής της, που είχε ορίσει η πρωτόδικη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

3. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371-373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010? 883/2011).

Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής (πρβλ. ΑΠ 1336/2008? 1480/2010). Συνακόλουθα η αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, είναι ορισμένη κατά τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, όταν σ' αυτή περιγράφεται το έργο που συμφωνήθηκε, προσδιορίζεται το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής και αναφέρεται ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010), ο οποίος, αρνούμενος την αγωγή, μπορεί, εξ άλλου, να ισχυριστεί, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας του με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής.

Δηλαδή η ύπαρξη τυχόν τέτοιας συμφωνίας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ορισμένη την ένδικη κατ' αυτής αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την αξίωση ειδικότερα της αντιδίκου της για καταβολή σ' εκείνη του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής της από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, ποσού 94.484,23 ευρώ, μολονότι στην αγωγή αυτή δεν εκτίθεται, όπως θα έπρεπε, ότι κατά τη σύμβασή τους, που αφορούσε την εγκατάσταση από την αναιρεσίβλητη σε ακίνητο της αναιρεσείουσας μιας ανεμογεννήτριας, που η αναιρεσίβλητη θα προμηθευόταν από η Δανία και θα πουλούσε στη αναιρεσείουσα, δεν αρκεί η παράδοση απλώς του έργου, που ανέλαβε και εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη, για να είναι απαιτητή απ' αυτή η όλη αμοιβή της, αφού ρητά ορίστηκε στη σύμβασή τους ότι το υπόλοιπο της αμοιβής της θα καταβαλλόταν σ' εκείνη μόνο μετά την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και τη χορήγηση στην αναιρεσείουσα της προβλεπόμενης για το έργο αυτό κρατικής επιδότησης ύστερα από έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας.

Ωστόσο, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι πρόσθετες αυτές προϋποθέσεις για την εξόφληση της αμοιβής της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, που έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρ. 694§1α ΑΚ, αλλά περιεχόμενο ιδιαίτερης συμφωνίας των διαδίκων που προτείνεται κατ' ένσταση από την αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της εναντίον της αγωγής.

Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την αξίωσή της για καταβολή σ' αυτή του ανεξόφλητου υπόλοιπου της αμοιβής της και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 361 και 694§1α ΑΚ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 4.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και κατά τη συμφωνία των διαδίκων τόκοι επί του ανεξόφλητου υπόλοιπου της αμοιβής της αναιρεσίβλητης, ποσού 92.484,23 ευρώ, που επιδικάστηκε σ' αυτή, οφείλονται το πρώτον από την ημέρα υποβολής των δικαιολογητικών για τη χορήγηση στην αναιρεσείουσα της προβλεπόμενης κρατικής επιδότησης για την εγκατάσταση και λειτουργία απ' αυτή ανεμογεννήτριας, εσφαλμένα η απόφαση, που δέχθηκε ότι η επιδότηση στην αναιρεσείουσα δόθηκε τελικά το έτος 2005, εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 341 και 694§1β ΑΚ, ορίζοντας ως αφετηρία για την καταβολή τόκων επί του ως άνω ποσού την 22.4.2004, οπότε και οχλήθηκε σχετικά η αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού η ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας των διαδίκων ως προς την αφετηρία των τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου της αμοιβής της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και ούτε εξ άλλου η αναιρεσείουσα μέμφεται την απόφαση αυτή για το ότι παρέλειψε ενδεχομένως να λάβει υπόψη σχετικό ισχυρισμό της.

5. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη το ανεξόφλητο υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της, δέχθηκε ότι το έργο, που εκτέλεσε και παρέδωσε αυτή στην αναιρεσείουσα, λειτούργησε από τον Απρίλιο του 2002 κανονικά και κατά τρόπο σύμφωνο με τη σύμβαση των διαδίκων, η δε αρμόδια κρατική υπηρεσία, αφού έλεγξε την κανονικότητα της λειτουργίας του, χορήγησε στην αναιρεσείουσα την προβλεπόμενη για το έργο αυτό επιδότηση.

Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφής και έχει την έννοια ότι εκπληρώθηκαν από την αναιρεσίβλητη όλες οι συμβατικές υποχρεώσεις της, κύριες ή δευτερεύουσες, που δικαιολογούν την πλήρη εξόφληση της αμοιβής της και ήταν κατά τη συμφωνία των διαδίκων αναγκαίες για την εγκατάσταση και την απρόσκοπτη λειτουργία της ανεμογεννήτριας, που αυτή προμηθεύτηκε προηγουμένως από τη Δανία και πώλησε στην αναιρεσείουσα.

Εξ άλλου η αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αντιφάσκει προς την περαιτέρω παραδοχή της, ότι "δεν ασκεί έννομη επιρροή στο ότι η συγκεκριμένη ανεμογεννήτρια λειτούργησε εν τέλει κανονικά τον Απρίλιο του 2002, χωρίς ουσιώδη ελαττώματα που να αναιρούν τη χρήση και την ομαλή παραγωγική δραστηριότητά της..." το γεγονός ότι "κατά το χρόνο λήψης της επιδότησης, το έτος 2005, δεν βρισκόταν σε λειτουργία η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου λόγω της πρότερης διακοπής της συμβατικής τους συνεργασίας, με αιτία τα πραγματικά ελαττώματα που εμφανίστηκαν κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης (αναιρεσείουσας) μετά την εγκατάσταση της ανεμογεννήτριας και κατά τη λειτουργία της", αφού κατά την πρόσθετη αυτή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν βρισκόταν σε λειτουργία κατά τον ως άνω χρόνο όχι η ανεμογεννήτρια, αλλά η σύμβαση των διαδίκων εξ αιτίας ελαττωμάτων, τα οποία επικαλέστηκε μεν η αναιρεσείουσα, ρητά όμως απέκλεισε το Εφετείο με την απόφασή του.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 1021000, 1747567, 2316982, 2316983, 2316984, 2316985, 2316986, 2316987 και 4747566/2012 παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 3/21.9.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Εξ άλλου ο αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, δεν θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, αφού η τελευταία ερημοδικάστηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.9.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "…." για αναίρεση της υπ' αριθ. 49/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 1021000, 1747567, 2316982, 2316983, 2316984, 2316985, 2316986, 2316987 και 4747566/2012 παράβολα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 3/21.9.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ