119/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 119 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2012
Legislator headnote
AI generated119/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 119 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 119 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την ονομασία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Σ., 2) Π. Β. του Σ., 3) Χ. Γ. του Ν., 4) Ο. Ι. του Μ., 5) Μ. Ι. του Θ., 6) Σ. Μ. του Β., 7) Κ. Χ. του Ι., 8) Ε. Ι. του Μ., 9) Κ. Π. του Δ., 10) Μ. Σ. - Β. του Ξ., 11) Μ. Α. του Δ., 12) Τ. Κ. του Ν., 13) Σ. Σ. του Δ., 14) Π. Ν. του Α., 15) Κ. Σ. του Δ., 16) Π. Α. του Α., 17) Α. Α. του Π., 18) Β. Δ. του Γ., 19) Σ. Π. του Χ., 20) Σ. Α. του Ε., 21) Δ. Β. του Θ., κατοίκων όλων ... και 22) πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη είκοσι ενός πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς υπέρ αυτών ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 22ου των αναιρεσιβλήτων, του ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ και της ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1422/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 21-11-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, ογδόου και ενάτου λόγων της αίτησης για αναίρεση της 1130/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α.) εκθέσεις επιδόσεως : 1) 11528/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 2) 9690/2-10-2008 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 3) 11531/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 4) 8370Γ'/2-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 5) 11526/1-10-2008, 6) 11617/2-10-2008, 7) 11523/1-10-2008, 8) 11521/1-10-2008, 9) 11522/1-10-2008, 10) 11525/1-10-2008, 11) 11524/1-10-2008, 12) 11530/1-10-2008, 13) 11629/2-10-2008, 14) 11527/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 15) 8372Γ'/2-10-2008, 16) 8373Γ'/2-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 17) 11519/1-10-2008, 18) 11520/1-10-2008, 19) 11529/1-10-2008, 20) 11630/2-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 21) 8368 Γ'/2-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 22) 11512/1-10-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις κάτω από κάθε μία από τις ως άνω 9690/2-10-2008, 8372Γ'/2-10-2008 και 8373Γ'/2-10-2008 εκθέσεις επιδόσεως από 2-10-2008 αποδείξεις παραλαβής του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου, του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Ηλιούπολης και του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Νέας Σμύρνης Αττικής, αντίστοιχα, καθώς και τις από 2-10-2008 αποδείξεις παραλαβής συστημένης επιστολής της αρμοδίας υπαλλήλου του Κεντρικού Ταχυδρομείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση, στον κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους, για την δικάσιμο στις 2-12-2008, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο στις 7-4-2009, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο στις 2-2-2010. Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο στις 2-11-2010, οπότε, παρόντων και των αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο (4-10-2011). Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, όμως, με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο (2-12-2008), δεν χρειαζόταν νέα κλήση αυτών, ενόψει του ότι η καθιερούμενη από το προδιαληφθέν άρθρο 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 1296/2006, ΑΠ 566/1994) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Το Πρωτοβάθμιο Συνδικαλιστικό Σωματείο, με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ" (Π.Μ.Σ.), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται και κατ' αυτού, ως αναιρεσιβλήτου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83, 558 και 577 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004 (που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα), η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των αρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠΟλ 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του αρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των αρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ ολ. 7/2011, ΑΠ 1109/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων", προκειμένου να εργαστούν ως μουσικοί - χορωδοί στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων και συγκεκριμένα ο πρώτος (Π. Κ.) προσλήφθηκε την 1-4-1999 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο κόρνο, ο δεύτερος (Π. Β.) την 1-11-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο φαγκότο, ο τρίτος (Χ. Γ.) την 1-11-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο κλαρινέτο, ο τέταρτος (Ο. Γ.) την 1-3-1999 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο όμποε, ο πέμπτος (Μ. Γ.) την 1-11-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο τρομπέτα, η έκτη (Σ. Μ.) στις 10-7-1999 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti- βιολί, ο έβδομος (Κ. Χ.) την 1-5-1997 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο βιολί, ο όγδοος (Ε. Γ.) την 1-11-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο φαγκότο, ο ένατος (Κ. Π.) την 1-3-2001 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο τούμπα, ο δέκατος (Μ. Σ. - Β.) την 1-2-1998 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti- τσέλλο, ο ενδέκατος (Μ. Α.ς) την 1-9-2002 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο κόρνο, η δωδέκατη (Τ. Κ.) την 1-11-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο φλάουτο, ο δέκατος τρίτος (Σ. Σ.) την 1-11-1996 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιόλα, ο δέκατος τέταρτος (Π. Ν.) την 1-4-1997 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιολί, ο δέκατος πέμπτος (Κ. Σ.) την 1-7-2000 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο κόρνο, η δέκατη έκτη (Π. Α.) στις 14-11-1999 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιολί, ο δέκατος έβδομος (Α. Α.) την 1-1-2001 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο τρομπόνι, η δέκατη όγδοη (Β. Δ.) την 1-4-1997 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti -βιολί, η δέκατη ένατη (Σ. Π. στις 15-4-1997 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιολί, η εικοστή (Σ. Α.) στις 15-1-1998 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιόλα και ο εικοστός πρώτος (Δ. Β.) στις 20-12-1996 με ειδίκευση στο μουσικό όργανο tutti - βιολί, με προφορικές αρχικά συμβάσεις ως εξωτερικοί δήθεν συνεργάτες και μετά το 2002 με έγγραφες (τυπικές) συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου διάρκειας, έως τις 3-6-2003, οπότε το εναγόμενο ανακοίνωσε στους ενάγοντες την απόφασή του να αναστείλει την λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας του Δήμου Αθηναίων και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς να καταγγείλει τις συμβάσεις τους και χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση απολύσεως. Όπως, όμως, αποδείχθηκε - δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - οι συμβάσεις των εναγόντων υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και δη αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου εργοδότη τους. Ειδικότερα - συνεχίζει το Εφετείο - όλοι οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους, απασχολούμενοι συνεχώς και αδιαλείπτως στις πραγματοποιούμενες τακτικές και έκτακτες συναυλίες, που προγραμμάτιζε το εναγόμενο, αλλά και στην προετοιμασία αυτών, είτε ως μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας, η οποία δημιουργήθηκε το 1996 και από το έτος 1999 διευρύνθηκε, με τον σχηματισμό πέντε συνολικά μουσικών σχημάτων, ήτοι της Αθηναϊκής Φιλαρμονίας (Φιλαρμονική), της Συμφωνικής Ορχήστρας, της Big Band (σχήμα jazz μουσικής), του σχήματος του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής και της Χορωδίας, είτε ως μέλη του τελευταίου αυτού μουσικού σχήματος (Χορωδίας). Στόχος της δημιουργίας των παραπάνω μουσικών συνόλων ήταν να παράσχουν, κατά τρόπο σταθερό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό έργο, συμβάλλοντας στην βελτίωση του πολιτιστικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής των δημοτών του Δήμου Αθηναίων. Τα μουσικά αυτά σύνολα είχαν σταθερή παρουσία στα μουσικά δρώμενα του Δήμου της Αθήνας, αφού πραγματοποιούσαν περισσότερες από δύο συναυλίες κάθε μήνα (τακτικές ή έκτακτες). Ο τακτικός προγραμματισμός των συναυλιών αυτών αποφασιζόταν από τον Πρόεδρο του εναγομένου και από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή αυτού, οι οποίοι καθόριζαν τα προς εκτέλεση έργα, τον τόπο και τον χρόνο των συναυλιών όλων των μουσικών συνόλων. Προκειμένου δε οι ενάγοντες να ανταπεξέρχονται στις συναυλίες, στις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν, πραγματοποιούσαν καθημερινές δοκιμές - πρόβες, σε καθορισμένο από την Διοίκηση του εναγομένου ωράριο, και η καθημερινή τους απασχόληση ελεγχόταν, μέσω τηρήσεως από το εναγόμενο σχετικού παρουσιολογίου. Οι τακτικές αυτές πρόβες ήταν απόρροια της επαγγελματικής ετοιμότητας, την οποία είχαν υποχρέωση να επιδεικνύουν οι ενάγοντες προς το εναγόμενο, εφόσον αυτό καθόριζε το πρόγραμμα των μουσικών εκδηλώσεων. Καθίσταται, επομένως, σαφές - όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - ότι το εναγόμενο έχει πάγιες και διαρκείς ανάγκες παρουσίασης μουσικών προγραμμάτων, τις οποίες δεν θα μπορούσε, αλλά και δεν μπορεί να καλύψει ευπροσώπως με την περιστασιακή απασχόληση μουσικών. Γι' αυτό το εναγόμενο απαιτούσε από τους ενάγοντες, τους οποίους επόπτευε με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, να διατηρούν την ετοιμότητά τους προς εκτέλεση των έργων. Το ότι αυτό καθόριζε τα προς εκτέλεση έργα, μέσω της Προέδρου του και του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, δεν αποτελεί στοιχείο ανάθεσης συγκεκριμένου έργου, αλλά στοιχείο εντασσόμενο στα πλαίσια των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας που οι ενάγοντες παρείχαν, ούτε επίσης το γεγονός ότι για την μισθοδοσία των εναγόντων εξέδιδε το εναγόμενο δελτία παροχής υπηρεσιών, στα οποία πολλές φορές αναγράφονταν συγκεντρωτικά οι αποδοχές, που αντιστοιχούσαν σε μισθούς δύο, τριών ή και περισσοτέρων μηνών, ανάλογα με τις σχετικές πιστώσεις, που κάθε φορά ενέκρινε με αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι, υπό τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα συνάγεται ότι: α) οι επίδικες συμβάσεις δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (η αμοιβή των εναγόντων με δελτία παροχής υπηρεσιών, ως μη κύριο στοιχείο της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας) και β) οι υποχρεώσεις της Συμφωνικής Ορχήστρας και των άλλων μουσικών σχημάτων είναι διαρκείς και δεν μπορούν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση των μουσικών, ώστε αναντίρρητα οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο εξυπηρετούν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του τελευταίου (εργαζόμενοι υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τους λοιπούς μουσικούς), συνακόλουθα δε οι σχέσεις εργασίας των εναγόντων με το εναγόμενο είχαν εξυπαρχής τα χαρακτηριστικά ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι οι διαδοχικές μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις έργου, με διάρκεια το ένα έτος ή και με μικρότερη διάρκεια, δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικώς, προκειμένου να καταστρατηγηθεί η προστασία των εναγόντων από τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, δοθέντος ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ούτε επιβαλλόταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας της Συμφωνικής Ορχήστρας και των λοιπών ως άνω μουσικών σχημάτων. Εξάλλου, για το κρίσιμο ζήτημα, αν οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες ανάγκες του εναγομένου και για το καθεστώς της εργασίας τους, ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. αυτού, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 444α /16-11-2004 απόφασή τους, βεβαιώνουν και αποφασίζουν ότι οι εργαζόμενοι στα εν λόγω μουσικά σύνολα (Συμφωνική Ορχήστρα κ.λπ.) καλύπτουν πάγιες ανάγκες και εργάζονται υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Επίσης, με την υπ' αριθμ. 224/3-11-2004 απόφασή τους, ο Πρόεδρος και το Δ.Σ. του "Δήμου Αθηναίων Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.) - διαδόχου του εναγομένου, στον οποίο ανήκουν πλέον τα μουσικά σύνολα - βεβαιώνουν και αποφασίζουν ομόφωνα, ότι από την πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Δ.Α.Μ.Σ., στις 16-10-2003, μέχρι και σήμερα (3-11-2004), το σύνολο των μουσικών, που έχουν υποβάλλει αιτήσεις για να ενταχθούν στα μουσικά σύνολα, παρέχουν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους προς τον "Δήμο Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα" και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφού εργάζονται επί πενθημέρου βάσεως, με καθορισμένο τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας τους και υπό την εποπτεία, τον έλεγχο, τις εντολές και τις οδηγίες των παραπάνω υπηρεσιών τους. Σημειώνεται δε - είπε το Εφετείο - ότι όλοι οι ενάγοντες είχαν υποβάλλει σχετικές αιτήσεις από τον Δεκέμβριο του 2002 και ότι το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, με το υπ' αριθμ. 9 Πρακτικό αυτού, σε απάντηση του υπ' αριθμ. 235/288/2004 εγγράφου του Δ.Α.Μ.Σ., αποφασίζει ομόφωνα ότι οι ονομαζόμενοι 160 υπάλληλοι (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 για την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), με την υπ' αριθμ. 1326/18-11-2005 απόφασή του, αποφάνθηκε ότι ορθώς έκρινε το παραπάνω Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, με το υπ' αριθμ. 9 Πρακτικό του, ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 των αναφερομένων σ' αυτό 160 εργαζομένων στο Ν.Π.Δ.Δ. "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα". Κατόπιν το Εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (και ειδικότερα την ρήτρα 5 αυτής), καθώς και την διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δέχθηκε ότι και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας που παρέχει η ως άνω Οδηγία και ότι, σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία της διατάξεως της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, απαγορευμένη είναι η μονιμοποίηση ή η από το νόμο μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου, μέσω των οποίων καλύπτονται πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και όχι εκείνων, μέσω των οποίων καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι οποίες, κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος, θα έπρεπε να έχουν συναφθεί ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή δημόσιου δικαίου, κατέληξε δε (το Εφετείο) ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, συνδέεται με αυτό ο καθένας με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι επομένως δεν υφίσταται ούτε αντίθεση με την παραπάνω συνταγματική διάταξη, ούτε χρήζει εξετάσεως το ζήτημα της ιεραρχήσεως των κανόνων της κοινοτικής έννομης τάξης με τον παραπάνω κανόνα του Συντάγματος. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η παρ. 2 του άρθρου 5 του Π.Δ. 81/2003, που εισάγει τεκμήριο υπάρξεως αντικειμενικού λόγου για την διαδοχική ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε τομείς δραστηριοτήτων, που δικαιολογείται λόγω της φύσεώς τους και του χαρακτήρα της απασχόλησης σ' αυτούς, ιδίως, μεταξύ άλλων, αν πρόκειται για καλλιτέχνες θεάτρου, μαέστρους, σολίστες ορχήστρας και μουσικούς οργανικών ή φωνητικών συνόλων, αντίκειται στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.
Έτσι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον, που αποτελεί ίδιο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου του Δήμου Αθηναίων (δηλαδή Ο.Τ.Α., με την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1188/1981), οι οποίες συμβάσεις όλες πλην εκείνης του ενδέκατου αναιρεσίβλητου (Μ. Α.), καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, του Π.Δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος, δηλαδή πριν από τις 17-4-2001, και συνεχίστηκαν, όντας ενεργές και μετά ταύτα, δεν συνιστούν συμβάσεις έργου, αλλά κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε χαρακτηρισμός αυτών ως διαδοχικών συμβάσεων έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, και έκρινε (το Εφετείο) ότι οι επίδικες συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση και σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, κατέληξε συμπέρασμα. Τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε το Εφετείο ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και ανεξάρτητα από την ορθότητα της ερμηνείας που προσέδωσε στη μη εφαρμοζόμενη, για τις πριν από την 17-4-2001 καταρτισθείσες συμβάσεις, διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις της εν λόγω Οδηγίας (έναρξη ισχύος αυτής από 10-7-2001) και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και η ισχύς των οποίων αρχίζει από 17-4-2001), όπως και οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, που αφορούν τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, καθώς και οι διατάξεις του Π.Δ. 81/2003, για τον επί πλέον λόγο ότι αφορούν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους, συνακόλουθα δε και στις επίδικες συμβάσεις, πλην εκείνης του ενδέκατου αναιρεσίβλητου Μ. Α., παρά το ότι η σχέση εργασίας των αναιρεσιβλήτων συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη της ισχύος των άνω ρυθμίσεων, εφόσον η σχέση αυτή είχε ήδη προσλάβει, πριν δηλαδή την ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Επομένως, μετά από αυτά, οι πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, του άρθρου 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1β του Π.Δ. 81/2003 (τις οποίες αρχικά δέχθηκε ως εφαρμοστέες, αν και αφορούν τον ιδιωτικό και όχι τον δημόσιο τομέα, τελικά όμως δεν εφάρμοσε ως αντίθετες στο κοινοτικό δίκαιο), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, έστω και αν διέλαβε (το Εφετείο) τις παραπάνω εσφαλμένες αιτιολογίες (θεωρώντας ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε.), αφού σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Μ. Α., ο οποίος, κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, προσλήφθηκε την 1-9-2002, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001), που απαγορεύουν την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου. Επομένως, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, έβδομος, όγδοος και ένατος) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπό τις αυτές αιτιάσεις, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως προς τον αναιρεσίβλητο Μ. Α. .
Ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 265 επ., 200 και 203 του Π.Δ. 410/1995 ("Δημοτικός και Κοινωτικός Κώδικας") δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ αυτοί απασχολήθηκαν με αναθέσεις εργασιών κατ' αποκοπή και με συμβάσεις έργου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, επρόκειτο περί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του το αναιρεσείον, ήτοι τις αναφερόμενες (έγγραφες) αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού (αναιρεσείοντος), που αφορούν αναθέσεις εργασιών κατ' αποκοπή στους αναιρεσίβλητους και τις αναφερόμενες έγγραφες συμβάσεις έργου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου από αυτά. Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο (επικουρικώς) η πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, αφού δέχθηκε ότι οι καταρτισθείσες με τα έγγραφα αυτά συμβάσεις (ανάθεσης εργασιών κατ' αποκοπή και μισθώσεως έργου) έχουν χαρακτήρα καταδήλως διαφορετικό (συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας) από τον αληθινό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν από το Εφετείο όπως έχουν, πλην όμως το Δικαστήριο της ουσίας, με βάση τους επικαλούμενους στην απόφασή του λόγους και επιχειρήματα, οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση και επομένως δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων από το Εφετείο (οπότε και μόνο ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως), αλλά για διαφορετική ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως δηλαδή ή όχι συμβάσεως εργασίας μεταξύ του αναιρεσειόντος και των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το από τις αποδείξεις πόρισμα, ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ενώ με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά τα λοιπά, πλήττεται πλέον η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως, κατά το έτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 1422/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία επιδικάσθηκαν στους αναιρεσίβλητους μισθοί υπερημερίας για το από 4-6-2003 έως 30-9-2003 χρονικό διάστημα, αφού αυτοί (αναιρεσίβλητοι), με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, παραιτήθηκαν από την αξίωσή τους για επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι βασίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των υπ' αριθμ. 1422/5-12-2003 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτών, παραιτήθηκαν από την αξίωσή τους για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και όχι από αυτήν για καταβολή μισθών υπερημερίας, το δε Εφετείο, με την ίδια αιτιολογία, απέρριψε την σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Με τον δέκατο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, από τα οποία προκύπτει, αφενός μεν ότι οι ενάγοντες έχουν εξοφληθεί πλήρως για την εκτέλεση και ολοκλήρωση των εργασιών που τους ανέθετε το αναιρεσείον, αφετέρου δε ότι αυτοί λειτουργούσαν ως εργολάβοι - ανάδοχοι και όχι ως εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι για την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την συνεκτίμηση από το Εφετείο και των παραπάνω εγγράφων.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νομική μορφή, και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, για την οποία (αίτηση) το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ενδέκατος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση συμψηφισμού των ποσών που επιδικάσθηκαν στους αναιρεσίβλητους με τα ποσά που είχε λάβει ο καθένας από αυτούς (την απέρριψε σιγή), πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμων, ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Μ. Α., να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς αυτόν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Μ. Α., ενώ ως προς όλους τους άλλους αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως πρέπει, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο ενδέκατος αναιρεσίβλητος Μ. Α.ς, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό (οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας τους, ούτε άλλωστε, ως ερημοδικασθέντες, υπέβαλαν σχετικό αίτημα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2008 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1130/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην του ενδέκατου Μ. Α..
Δέχεται την ως άνω αίτηση ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Μ. Α..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1130/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς τον αναιρεσίβλητο Μ. Α..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Μ. Α. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ