119/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 119 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated119/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 119 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 119 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναγκαστική εκτέλεση. Ακυρότητα πλειστηριασμού λόγω μη επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (απορρίπτει αναίρεση κατά της 7260/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 119/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτη Λιακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων- καθ'ων η κλήση: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. συζ. Α. Π. αγνώστου διαμονής και 3.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Β. ΑΤΒΕΕΤ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι 2η δεν παραστάθηκε και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-1999 ανακοπή της ήδη α'αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3470/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7260/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-10-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1103/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 5-11-2009 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-2-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου- καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... έως .../ 22-6-2010 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ., ακριβές αντίγραφο α ) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, β ) της 1103/2008 απόφασης του δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 14-4-2008 και γ ) της από 5-11-2009 κλήσης για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αγνώστου διαμονής δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Κ. Π., ενώ συγχρόνως περίληψη των επιδοθέντων ανωτέρω δικογράφων δημοσιεύτηκε με υπόδειξη του Εισαγγελέα στις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ, στα φύλλα αυτών της 29-6-2010. Επομένως, εφόσον η άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε παρέστη κατά τη συζήτηση με κάποιο νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 999 παρ.3 α' και 4 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 41 Εισ.ΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η μη εμπρόθεσμη ( δηλ. εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως) επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης του ακινήτου - πλην άλλων - και στους προσημειούχους δανειστές προκαλεί ακυρότητα του πλειστηριασμού, ανεξαρτήτως από την επίκληση δικονομικής βλάβης (άρθρο 159 αριθ.1 ΚΠολΔ ), η ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προταθεί με λόγο ανακοπής εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1 εδ. γ' ΚΠολΔ ( Α.Π. 1403/2005, 692/2003 ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η από 9-1-1999 ανακοπή της για την ακύρωση του αναφερομένου σ' αυτή πλειστηριασμού, δέχθηκε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, προς εξασφάλιση της πληρωμής της εκ δραχμών 10.000.000 απαιτήσεως που είχε κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και για την οποία είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής, ενέγραψε για το ποσό αυτό στις 13-3-1998 προσημείωση υποθήκης, τραπείσα σε υποθήκη για το ποσό των 6.000.000 δρχ. στις 29-7-1998, επί ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας της άνω οφειλέτριας, το οποίο κατασχέθηκε με βάση την .../20-5-1998 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Δ. Κ. και στις 16-9-1998 εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " Δ. Β. ΑΤΒΕΕΤ", η οποία απορροφήθηκε ήδη δια συγχωνεύσεως από την παρισταμένη εταιρία με την επωνυμια " ΛΕ ΓΚΡΑΝΤ ΤΡΑΒΕΛ ΜΠΙΡΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΆ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, και κατακυρώθηκε με πλειστηρίασμα 7.153.000 δρχ. στον αναιρεσείοντα (υπερθεματιστή ), καθώς και ότι στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων προσημειούχο δανείστρια δεν επιδόθηκε περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο εν λόγω πλειστηριασμός είναι άκυρος, ανεξάρτητα από την πρόκληση ή μη δικονομικής βλάβης στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ( ανακόπτουσα ), και ότι εντεύθεν δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός της επισπεύδουσας, δεύτερης εφεσίβλητης, ότι η ανακόπτουσα στερείται εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης ανακοπής, επειδή της δικής της προσημείωσης προηγούνταν χρονικά άλλες προσημειώσεις, η ικανοποίηση των οποίων θα εξαντλούσε το πλειστηρίασμα, δέχθηκε την έφεση και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και κήρυξε άκυρο τον πλειστηριασμό. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο κηρύξεως ακυρότητας, και ως εκ τούτου όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι του αναιρετηρίου, οι οποίοι κατ' εκτίμηση εμπίπτουν στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 59 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν χωριστή υπεράσπιση ( άρθρα 176, 183ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2003 αίτηση του Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7260/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε αναιρεσίβλητη στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ