119/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1050/2007 μη οριστική και 622/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/10/2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated119/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τον λόγο αυτό και προκειμένου ο οδηγός του λεωφορείου να συνεχίσει την πορεία του επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς όμως να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω ή πλάι του (άρθρ. 21 §1 ν. 2696/1999).
Full text
Απόφαση 119 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Ζιούβα και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΕΛ Α.Ε.", που εδρεύει στον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατσαρό και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ζιούβα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαϊλάζη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1050/2007 μη οριστική και 622/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/10/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 13/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 10/10/2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 622/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 593 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη, συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμια αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα παραπάνω περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 622/2008 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 24.4.2004 και περί ώρα 15.20 ο πρώτος των εναγομένων Χ, οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητα, νομή και κατοχή της δεύτερης εξ αυτών, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων Α.Ε." (ΕΘΕΛ Α.Ε.), υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης αστικό λεωφορείο, στην οδήγηση του οποίου είχε προστηθεί από αυτήν και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης της εκ της κυκλοφορίας του στην τρίτη τούτων ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΕΓΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ", εκινείτο με αυτό επί της διπλής κατεύθυνσης Λεωφόρου ...
και ειδικότερα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής που φέρει από ... προς ... Κατ' εκείνο τον χρόνο ο ΑΑ, υιός του πρώτου των εναγόντων Ψ1, αδελφός του δεύτερου τούτων Ψ2 και εγγονός του τρίτου εξ αυτών Ψ3, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κατασκευής εργοστασίου ΚΑWASΑΚΙ, 1200 cc, στην οδήγηση της οποίας είχε προστηθεί από τον προαναφερόμενο πατέρα του Ψ1, στον οποίο και ανήκε κατά κυριότητα αυτή, (εκινείτο) επί της ιδίας ως άνω λεωφόρου, ομορρόπως προς το λεωφορείο και όπισθεν αυτού και με ταχύτητα 50 περίπου χλμ.
ανά ώρα, ακολουθώντας όμως την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος κατεύθυνσης της λεωφόρου αυτής. Όταν το προαναφερόμενο αστικό λεωφορείο έφθασε στο ύψος του αριθμού 68 της εν λόγω λεωφόρου, ο οδηγός του αντελήφθη ότι στην πορεία του υπήρχε προσωρινά σταματημένο ένα δημόσιας χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί), το οποίο παρεμπόδιζε την εξακολούθηση της πορείας του στη λωρίδα κυκλοφορίας επί της οποίας εκινείτο.
Για τον λόγο αυτό και προκειμένου ο οδηγός του λεωφορείου να συνεχίσει την πορεία του επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς όμως να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω ή πλάι του (άρθρ. 21 §1 ν. 2696/1999).
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του οδηγού του αστικού λεωφορείου ήταν να εισέλθει αυτό στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του τη στιγμή ακριβώς που ο προαναφερόμενος ΑΑ, οδηγώντας την παραπάνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα και επιχειρώντας υπέρβαση του λεωφορείου από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και κατά λογική ακολουθία από τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου (αρθρ. 17 § 2 εδάφ.
α' ν. 2696/1999), βρισκόταν στο πλάι αυτού και ειδικότερα αριστερά από τον πίσω αριστερό τροχό του λεωφορείου, ενώ ακόμη πιο αριστερά και σε ελάχιστη απόσταση από την μοτοσυκλέτα, μη υπερβαίνουσα το ένα μέτρο, υπήρχε η διαχωριστική νησίδα της, ως άνω, Λεωφόρου ..., η οποία εμπόδιζε τον προς τα αριστερά ελιγμό της μοτοσυκλέτας (βλ.
τις από 2.11.2004 και 26.11.2004 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., αντίστοιχα, στις οποίες γίνεται λόγος ότι η πίσω αριστερή γωνία του λεωφορείου απείχε από την διαχωριστική νησίδα της Λεωφόρου Θηβών, μετά την επίμαχη σύγκρουση, 80 έως 100 εκατοστά). Έτσι λοιπόν το ευρισκόμενο στο ύψος του πίσω πλάγιου αριστερού τροχού του λεωφορείου πίσω πλάγιο αριστερό τμήμα αυτού ήλθε σε επαφή με την πλάγια δεξιά μεριά της μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτή και λόγω της πίεσης που δέχθηκε από το λεωφορείο και της αντίθετης δύναμης που ασκήθηκε επ' αυτής από την τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα σφηνώθηκε στο οπίσθιο τμήμα του, αυτό δηλαδή που βρίσκεται πίσω από τον οπίσθιο αριστερό τροχό και κάτω από τον οπίσθιο προφυλακτήρα.
Λόγω δε της σύγκρουσης αυτής, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν έφερε το απαιτούμενο από το νόμο προστατευτικό κράνος (αρθρ. 12 § 6 ν. 2696/1999), έπεσε στο οδόστρωμα, κτύπησε το κεφάλι του στο υπερυψωμένο κράσπεδο της διαχωριστικής νησίδας και στο οδόστρωμα και υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατος του (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. .../15.6.2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή ...). Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά φανερό καθίσταται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ζημιογόνου λεωφορείου και πρώτος των εναγομένων Χ και ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην επέλευση τούτου τον παθόντα οδηγό της προαναφερόμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας ΑΑ.
Ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου των πρωτοδικών προτάσεων των εναγομένων προβληθείς από αυτούς και συνιστών άρνηση της αγωγής ισχυρισμός αυτών περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του, ως άνω, παθόντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος (βλ. 23η σελίδα πρωτοδικών προτάσεων τους, λέξεις "Με όσα όμως ισχυριστήκαμε για την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος ..."), διότι βαίνων αυτός με υπερβολική ταχύτητα προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του προπορευόμενου και ευρισκόμενου στην πορεία του ως άνω λεωφορείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τούτο, δε διότι α) το λεωφορείο φέρει ίχνη σύγκρουσης, ήτοι μαύρα σημάδια από ξύσιμο, στο πίσω αριστερό τμήμα του, χαμηλά και ακριβώς μπροστά από τον πίσω αριστερό τροχό, τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προέρχονται από την επαφή του με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα και ειδικότερα με την πλάγια δεξιά της πλευρά, όπου υπάρχει αα) ο δεξιός καθρέπτης, στον οποίο παρατηρούνται σημάδια από επαφή του με ανοιχτόχρωμη και γαλάζια επιφάνεια, όπως είναι εκείνη του λεωφορείου, και αβ) το δεξιό τμήμα του "φέριγκ" της μοτοσυκλέτας στο οποίο επίσης παρατηρούνται μαύρα σημάδια (βλ.
περί τούτου ιδίως την από 26.11.2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ... και τις υπ' αριθμ. 17 έως και 23 και 31, 32 προσαγόμενες από τους-ενάγοντες έγχρωμες φωτογραφίες, που απεικονίζουν το λεωφορείο και την μοτοσυκλέτα μετά την σύγκρουση), β))το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας δεν εμφανίζει ώθηση προς τα πίσω, πράγμα που λογικά θα έπρεπε να είχε συμβεί αν αυτή είχε προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στο πίσω μέρος του λεωφορείου (οπίσθιος προφυλακτήρας, πινακίδα), γ) υπάρχουν σπασμένα πλαστικά εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας τόσο παραπλεύρως της υπερυψωμένης διαχωριστικής νησίδας της Λεωφόρου ...
όσο και επ' αυτής (νησίδας), γεγονός (ύπαρξη εξαρτημάτων επί της νησίδας) που κρίνεται ως προερχόμενο από την εκτίναξη λόγω της θραύση αυτών, η οποία προήλθε από την πίεση της μοτοσυκλέτας με το πλάγιο αριστερό τμήμα του λεωφορείου στο κράσπεδο της νησίδας και της αντίθετης πίεσης που ασκήθηκε από αυτή (νησίδα) και η οποία πίεση ώθησε, αναπόφευκτα πλέον, την μοτοσυκλέτα κάτω από το πίσω τμήμα του λεωφορείου, δ) επί της υπερυψωμένης διαχωριστικής νησίδας υπάρχουν εμφανή ίχνη από την επ' αυτής πρόσκρουση, συνεπεία της σύγκρουσης, της μοτοσυκλέτας, τα οποία και δεν θα υπήρχαν αν η μοτοσυκλέτα είχε προσκρούσει στο προαναφερόμενο πίσω μέρος του λεωφορείου Το γεγονός δε της κατ' αυτό τον τρόπο ώθησης της μοτοσυκλέτας κάτω από το λεωφορείο είναι εκείνο το οποίο εξηγεί και την ύπαρξη χρώματος της μοτοσυκλέτας κάτω από το λεωφορείο είναι εκείνο το οποίο εξηγεί και την ύπαρξη χρώματος της μοτοσυκλέτας κάτω από το πίσω τμήμα του λεωφορείου και ε) δεν υπάρχουν στοιχεία συνηγορούντα για ύπαρξη αυξημένης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, δεδομένου ότι στις μεν προσαγόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες με αριθμούς 36 και 37, στις οποίες απεικονίζεται το όργανο μέτρησης της ταχύτητας της (κοντέρ), εμφανίζεται ο δείκτης ταχύτητας να δεικνύει ταχύτητα 40 χλμ/ώρα κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, στη δε από 24.4.2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο Ανθυπαστυνόμος ..., ουδέν περί αυξημένης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας αναφέρεται, ήτοι δεν προκύπτει υπέρβαση ούτε του εντός κατοικημένης περιοχής επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ωρα (βλ.
αριθμ. 11 ως άνω έκθεσης αυτοψίας και άρθρ. 20 § 1 ν. 2696/1 999). Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το λεωφορείο ήλθε σε επαφή με την μοτοσυκλέτα με το πλάγιο αριστερό τμήμα του δεν μεταβάλλεται από το ότι στον αριθμό 13 της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας αναφέρεται ότι βλάβη έχει υποστεί το οπίσθιο μέρος του λεωφορείου και τούτο διότι η βλάβη αυτή προκλήθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ώθηση της μοτοσυκλέτας κάτω από το πίσω τμήμα του λεωφορείου, αλλά και διότι η ύπαρξη βλάβης στο οπίσθιο μέρος του λεωφορείου δεν αναιρεί την ύπαρξη των ιχνών πρόσκρουσης που υπάρχουν στην πλάγια οπίσθια αριστερή πλευρά αυτού.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και με αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα δέχθηκε τα ίδια ως προς τις συνθήκες και τα αίτια επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσαχθήκανε και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τα πλείονα σκέλη του εκτενούς πρώτου λόγου της έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, το αποτέλεσμα του θανάτου του οδηγού της μοτοσυκλέτας οφείλεται κατά ένα μέρος σε συνυπαιτιότητα και αυτού του ιδίου, συνισταμένη στο ότι μολονότι υπεχρεούτο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 § 6 του ν. 2696/1999, να φορά κατά την οδήγηση αυτής προστατευτικό κράνος, εν τούτοις δεν έφερε αυτό.
Η έλλειψη δε του κράνους σχετίζεται και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις τις οποίες υπέστη αυτός λόγω του ενδίκου ατυχήματος και από τις οποίες και μόνον επήλθε ο θάνατος του, όπως ρητώς τούτο αναφέρεται στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 948/15.6.2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή ..., μη προκύπτοντος από αυτήν, ούτε και από άλλο στοιχείο της δικογραφίας, ότι ο θάνατος θα ηδύνατο να επέλθει και αν ο παθών φορούσε το κράνος.
Εξαιτίας δε αυτής της παράλειψής του συνετέλεσε κατά 30% στο αποτέλεσμα του θανάτου του, ενώ κατά 70% συνετέλεσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του λεωφορείου. Επομένως, η πρωτοδίκως προβληθείσα σχετική ένσταση των εναγομένων, η οποία είναι νόμιμη (αρθρ. 300 ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχα λόγος αναίρεσης. Αλλά ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας, του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντας σε αντίθεση:
α) με το ότι το λεωφορείο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, β) με το ότι δεν διευκρινίζει η απόφαση την ταχύτητα του λεωφορείου πριν το ατύχημα και ειδικότερα κατά τη στιγμή του δήθεν ελιγμού του προς τα αριστερά, γ) με το ότι δεν διευκρινίζει η απόφαση αν η κίνηση της μοτοσυκλέτας ήταν ή όχι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 12§1 και 17§6 του ΚΟΚ, δ) με το ότι δεν διευκρινίζει με ποιά ταχύτητα εκινείτο το λεωφορείο όταν επιχειρούσε ελιγμό προς τ' αριστερά για να κριθεί εάν ο οδηγός της μοτ/τας μπορούσε να προβεί σε αποφευκτική ενέργεια, ή αν πράγματι προέβη, ε) με το ότι το Εφετείο με την απόφασή του δέχεται άλλοτε μεν ότι η μοτ/τα σφηνώθηκε στο οπίσθιο τμήμα του λεωφορείου, άλλοτε δε ότι το λεωφορείο φέρνει ίχνη σύγκρουσης στο πίσω αριστερό τμήμα του, χαμηλά και ακριβώς μπροστά από τον πίσω αριστερό τροχό, τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προερχόντουσαν από την επαφή του με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα ...", στ) με το ότι δεν διευκρινίζει η απόφαση πως η λίμνη αίματος, τα λάδια-υγρά, τα πλαστικά εξαρτήματα βρίσκονται με βάση το σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας της αστυνομίας επί του οδοστρώματος ακριβώς πίσω από την οπίσθια πλευρά του λεωφορείου κατά την ώρα της αυτοψίας και ότι το λεωφορείο βρέθηκε ευθυγραμμισμένο κατά την αυτοψία στο μέσον της αριστερής λωρίδας και παράλληλα με την υπερυψωμένη τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας και αντίθετα δέχεται, ότι τα σπασμένα πλαστικά και εξαρτήματα βρέθηκαν στο διάκενο μεταξύ του άκρου της υπερυψωμένης νησίδας ασφαλείας και της οπίσθιας αριστερής γωνίας του λεωφορείου, όπως, επίσης, και της νησίδας ασφαλείας, είναι απορριπτέος, πλην, όμως, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τις προεκτεθείσες αναλυτικά αντίθετες παραδοχές της, με τις οποίες τα προαναφερθέντα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται, πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων με στοιχεία α έως ε η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτιμάται ως αιτιολογία το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος της τροχαίας στο σημείο που εμφανίζουν τα ευρήματα στο τόπο της συγκρούσεως κατά την ώρα της αυτοψίας. Η έλλειψη, όμως, αυτή της συνεκτίμησης δεν ιδρύει τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ώστε ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχείο στ' μέρος του που προαναφέρθηκε κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή κατ' άρθρ. 591§1 Κ.Πολ.Δ. και στις ειδικές διαδικασίες.
Με το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, με δήλωσή του στα πρακτικά ως την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει το όλο περιεχόμενο της αγωγής.
Εξ άλλου, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, όταν ο ισχυρισμός με την έννοια του "πράγματος", που φέρεται να μην ερευνήθηκε από το ουσιαστικό δικαστήριο ήταν απαράδεκτος ή μη νόμιμος (ΑΠ 1933/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561§2 επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι μ' αυτήν ιστορούσαν οι αναιρεσίβλητοι τα ακόλουθα: "Είμαστε οι πλησιέστεροι συγγενείς του ΑΑ, ο οποίος απεβίωσε στις 24/4/2004 σε ηλικία 24 (μόνο) ετών συνεπεία Τροχαίου ατυχήματος για το οποίο αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο α' εναγόμενος.
Συγκεκριμένα, την παραπάνω ημερομηνία και ώρα περίπου 15.20 ο συγγενής μας οδηγούσε με κανονική ταχύτητα την με αριθμό ... μοτοσικλέτα στην αριστερή (από τις δύο υπάρχουσες) λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ... με κατεύθυνση από ... προς ... Μπροστά του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σε αρκετή απόσταση εκινείτο με αριθμό ...
Δ.Χ. Αστικό Λεωφορείο, το οποίο εκτελούσε την "γραμμή" Πειραιάς-Ελευσίνα και οδηγούσε ο α' εναγόμενος. Όταν το Λεωφορείο βρέθηκε στο ύψος του αριθμού 68 της Λεωφόρου ... ένα ΤΑΞΙ , το οποίο στάθμευσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πλησίον του πεζοδρομίου, του απέκοψε την πορεία. Ο οδηγός του Λεωφορείου για να αποφύγει το ΤΑΞΙ άλλαξε αιφνιδιαστικά και απότομα λωρίδα κυκλοφορίας και χωρίς να ανάψει αριστερό φλας κινήθηκε, από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς την αριστερή .
Κατά την ενεργεία του αυτή δεν φρόντισε προηγούμενα να ελέγξει ώστε να βεβαιωθεί εάν είχε την δυνατότητα να. προβεί σε αλλαγή κατεύθυνσης (της λωρίδας κυκλοφορίας) χωρίς να δημιουργήσει πρόβλημα στα οχήματα τα οποία χρησιμοποιούσαν την ίδια οδό και ιδίως σε εκείνα τα οποία εκινούντο πίσω του και στην αριστερή λωρίδα, όπου εισήλθε.
Έτσι ο συγγενής μας ΑΑ βρέθηκε εντελώς αιφνιδιαστικά προ εμποδίου (του λεωφορείου) το οποίο δεν περίμενε να βρεθεί στην πορεία του την οποία και απέκοψε. Δεν είχε την δυνατότητα να προβεί σε δεξιό ελιγμό, αφού το δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας ήταν κατελειμένο από το ταξί και ιδίως από το λεωφορείο το οποίο λόγω του μήκους του κάλυπτε και αυτή την λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι να ευθυγραμμισθεί, άλλωστε η κίνηση του λεωφορείου ήταν τόσο αιφνιδιαστική ώστε δεν πρόλαβε να αντιδράσει.
Η μοτοσικλέτα σφηνώθηκε μεταξύ του τσιμεντένιου υπερυψωμένου κράσπεδου (το οποίο διαχωρίζει τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας) και της δεξιά πίσω πλευράς του λεωφορείου και στην συνέχεια, λόγω της πίεσης που δέχθηκε, ΕΚΤΙΝΑΧΘΗΚΕ προς τα δεξιά και βρέθηκε κάτω από το πίσω μέρος του λεωφορείου. Οι βλάβες της μοτ/τας στον σκελετό της ταιριάζουν απόλυτα με τις βλάβες του λεωφορείου στην αριστερή πίσω πλευρά του".
Με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα, αρχικά στην αγωγή, και κατά λογική ακολουθία της κίνησης του λεωφορείου πριν το ατύχημα επί του οδοστρώματος εξ αριστερών προς τα δεξιά και της πορείας της μοτ/τας, όταν επιχειρούσε την υπέρβαση του λεωφορείου στην αριστερή λωρίδα πορείας, η επαφή του λεωφορείου με την μοτ/τα δεν μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο παρά με την αριστερή πλευρά του λεωφορείου, από προφανή δε παραδρομή του συντάκτη της αγωγής η επαφή αυτή τοποθετήθηκε στην πίσω δεξιά πλευρά του λεωφορείου, που δεν βρίσκεται σε καμμία λογική ακολουθία με το όλο ιστορικό της ένδικης αγωγής.
Εν όψει αυτών, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτ/θμιο δικαστήριο παραδεκτά οι ενάγοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθ. 44/2007 πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου του δικαστηρίου, δήλωσαν ότι διορθώνουν και διευκρινίζουν ότι " η μοτ/τα ήρθε σε επαφή με το αριστερό πλαϊνό του λεωφορείου και όχι με το δεξί πλαϊνό".
Η δήλωση αυτή δεν αποτελούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αλλά παραδεκτή συμπλήρωση-διόρθωσή της, και επομένως ο αντίστοιχος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και επαναφέρθηκε προσηκόντως και στο Εφετείο, στηριζόμενος στην αντίθετη προς τ' αναφερθέντα, εσφαλμένη όμως κατά νόμο, εκδοχή, δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ώστε ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο διατυπώνεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει τον ίδιο ισχυρισμό, ως λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και που μπορεί να είναι και αρνητικοί ισχυρισμοί αναιρετικοί αγωγικών ισχυρισμών κατ' ανταπόδειξης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη και ανταπόδειξη χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Ο ίδιος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν ακόμα μνημονεύεται στην απόφαση συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην όμως, η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπ' όψη και για την απόδειξη άλλου ισχυρισμού.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την έλλειψη συνυπαιτιότητας (όχι ως προς την έκταση της ζημιάς) του οδηγού της μοτ/τας, αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο για να αποδείξουν ανταποδεικτικά ότι "αποκλειστικά υπαίτιος της θανάτωσής του ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ΑΑ, γιατί βαίνοντας με υπερβολική ταχύτητα προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του προπορευόμενου και ευρισκόμενου στην πορεία του λεωφορείου" άλλως για τη θεμελίωση της προβληθείσας ενστάσεως συνυπαιτιότητας.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο: 1) την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, στην οποία αναφέρεται ότι η μοτ/τα έφερε βλάβη στο εμπρόσθιο μέρος και το λεωφορείο στο οπισθιομέρος, όπως και ότι προπορευόταν το λεωφορείο και ακολουθούσε η μοτοσυκλέτα, 2) το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζεται α) το λεωφορείο ευθύγραμμα, κατά την ώρα της αυτοψίας, στην αριστερή λωρίδα, παράλληλα με την υπερυψωμένη τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας, β) σε απόσταση 2,5 περίπου μέτρων η μοτοσυκλέτα του θανατωθέντος πίσω από την οπίσθια πλευρά του λεω/είου μεταξύ της μοτοσυκλέτας και της οπίσθιας πλευράς του λεωφορείου, γ) λίμνη αίματος, λάδια, υγρά και σπασμένα πλαστικά και εξαρτήματα πλησίον του κρασπέδου της υπερυψωμένης νησίδας ασφαλείας και της οπίσθιας πλευράς του λεωφορείου, 3) το από 12-5-2008 υπηρεσιακό σημείωμα του ..., υπαλλήλου της δεύτερης αναιρεσείουσας, από το οποίο, προκύπτει ότι μετά το ατύχημα στράβωσε ο πίσω προφυλακτήρας και η εσωτερική τραβέρσα, ώστε η κίνησή του ήταν αδύνατη και χρησιμοποίησε λοστό για ν' απελευθερώσει τους τροχαλίες και να κινηθεί το λεωφορείο.
Κατέτειναν δε τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία στην απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι μετά το ατύχημα, το λεωφορείο παρέμεινε ακίνητο στον τόπο της συγκρούσεως στην κατάσταση δε αυτή το βρήκε και η τροχαία όταν διενέργησε την αυτοψία. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο πιο πάνω κατ' ανταπόδειξη προβληθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου απ' αυτούς άλλως ο αυτοτελής ισχυρισμός τους για συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο πιο πάνω απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τέλος οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας των (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση αναίρεσης: 1) του Χ, 2) της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΕΛ Α.Ε." και 3) της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 622/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ