Legislator Case Law & Legislation
119/2009 AI generated

119/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 119/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

119/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, κατά τα υπό του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ προκύπτοντα, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.

Keywords

AI generated
termination of benefits resignation of the government withdrawal of debt enforcement withdrawal leading to termination monetary policy abandonment of expropriation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 119 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Λιάπας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Λένης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.11.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 773/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3893/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 08.06.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 08.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ Ολομ. 33/2005, ΑΠ Ολομ. 34/1995).

Ειδικότερα, κατά τα υπό του ως άνω άρθρου 281 ΑΚ προκύπτοντα, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής:

Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την 20-10-1964 και εντάχθηκε στο Λογιστικό Κλάδο, με το βαθμό του Δόκιμου. Προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' με απόλυτη εκλογή και τον κατέλαβε στις 1.1.1999. Με την από 28-5-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ θεσπίστηκαν κίνητρα αποχώρησης από την υπηρεσία για όσους υπαλλήλους θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι τις 14.8.2002.

Ο αναιρεσείων είχε τις προϋποθέσεις αυτές. Ειδικότερα, για τους υπαλλήλους με το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' συμφωνήθηκε ότι εκείνοι, εάν επιθυμούσαν, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναγνώριζαν ως δίκαιη και δικαιολογημένη την μέχρι τότε εξέλιξή τους στην Τράπεζα, θα αποχωρούσαν στις 14-8-2002, λαμβάνοντας τη διαφορά μεταξύ του ποσού, που θα ελάμβαναν αποχωρώντας ως εφάπαξ αποζημίωση από το Ταμείο Αυτασφάλειας του προσωπικού τους και εκείνου, που θα ελάμβαναν, εάν δεν ίσχυαν οι διατάξεις του Ν. 2084/1982 για τον περιορισμό της αποζημίωσης.

Ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 28-6-2002, στη Διεύθυνση Προσωπικού της αναιρεσίβλητης δήλωση περί υπαγωγής του στις διατάξεις της εν λόγω ΕΣΣΕ, στην οποία αναγράφει: "Έχοντας υπόψη τα όσα συμφωνήθηκαν με την από 24-5-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ και όσα αναφέρονται στη σχετική από Β 106/4-6-2002 Εγκύκλιο - Ανακοίνωση, δηλώνω ότι επιθυμώ να υπαχθώ στις προβλεπόμενες από την ως άνω ΕΣΣΕ ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, δηλώνω ότι, αναγνωρίζοντας ότι η μέχρι σήμερα εξέλιξή μου υπήρξε δίκαιη και δικαιολογημένη και ότι δεν υπάρχει εκκρεμότητα ή άλλη αξίωσή μου ως προς αυτήν επιθυμών να λάβω το προβλεπόμενο από την ανωτέρω ΕΣΣΕ χρηματικό ποσό αποζημίωσης. Επίσης, δηλώνω ότι, υπό τις οριζόμενες στην ως άνω ΕΣΣΕ προϋποθέσεις, δια της παρούσας παραιτούμαι από την υπηρεσία της Τράπεζας, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας, λυομένης της σχέσεως εργασίας μου την 14/8/2002".

Σε εφαρμογή των ως άνω ο αναιρεσείων έλαβε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα το συνολικό ποσό των 74.854,18 €, το κύριο μέρος του οποίου 50.962,76 €, μετά από αφαίρεση των φόρων, πιστώθηκε στον λογαριασμό μισθοδοσίας του. Μετά δε την είσπραξη της δεύτερης δόσης της αποζημίωσης ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, με τη οποία παραπονείται για την μέχρι την αποχώρησή του εξέλιξη και ζητεί να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1997 ή 1-7-1997 ή 1/1/1998 ή από 1-7-1998 και στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-2001, ζητεί, δε, και μισθολογικές διαφορές καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη λόγω των παραλείψεών του.

Με την κρινόμενη αγωγή του επιδιώκει την λήψη πρόσθετου οικονομικού οφέλους, πλέον εκείνου που ο αναιρεσείων πέτυχε και έλαβε συμμετέχοντας στο αναφερθέν πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία. Εάν αυτός επιθυμούσε να επιδιώξει να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να προαχθεί στους ως άνω βαθμούς από τις ημερομηνίες, που αναφέρθηκαν και να λάβει τις ζητούμενες μισθολογικές διαφορές, δεν έπρεπε να υποβάλει την αναφερθείσα δήλωση, με την οποία ρητά δήλωσε ότι αναγνωρίζει πως η μέχρι τότε εξέλιξή του υπήρξε δίκαιη και δικαιολογημένη και δεν υπάρχει εκκρεμότητα ή άλλη αξίωση ως προς αυτήν και να υπαχθεί στις ρυθμίσεις της ανωτέρω ΕΣΣΕ, αφού, άλλωστε, η υπαγωγή του σ' αυτήν ήταν προαιρετική.

Αυτός όμως δια της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής του επέδειξε αντιφατική συμπεριφορά, που συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους. Η συμπεριφορά του αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, όπως προβάλλεται βασίμως με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κατά παραδοχή της ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ προβληθείσας ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει εν μέρει δεκτή. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε και τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 8 του ν.2112/1920, 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959 και 3. 174, 180 και 679 ΑΚ, και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2007 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 3893/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ