119/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.11.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5254/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6495/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 24.03.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 22.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated119/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 352/28-3-2005 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6495/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση ων διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 119 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 119/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος:..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ..........., την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Μιλτιάδης Καϊλας και Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.11.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5254/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6495/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 24.03.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 22.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 352/28-3-2005 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6495/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση ων διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 154147/9599/2001 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή της από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα άδικη και υπαίτια πράξη, συνισταμένη στην υπεξαίρεση των μισθωμάτων τα οποία κατ' εντολή της εισέπραξε κατά το από 1-5-1995 έως 28-2-2001 χρονικό διάστημα. Επί της εν λόγω αγωγής επιδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 5254/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 9046/20-10-2003 έφεση του εναγομένου και κατ' αποδοχή της εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, η 6495/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα :
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενη με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλούμενων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά, όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό.
Ομοίως το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος, ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως.
Για να είναι όμως ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για αοριστία της αγωγής, νομική, ποιοτική ή ποσοτική, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία, χωρίς να είναι δικονομικώς επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, και παράλληλα, για τον έλεγχο της βασιμότητάς τους, να προσκομίζεται αντίγραφο αυτής.
Εξάλλου, για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παράλληλα δε αποκλείεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Τέλος, για το ορισμένο του κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αυτών και ειδικότερα ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένως υπήγαγε τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά στις περί εντολής και αδικοπραξιών διατάξεις αντί εκείνων περί ανταποδοτικής δωρεάς, άλλως περί διαχειρίσεως λογοδοσίας, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.
Η αναιρετική αυτή αιτίαση αξιολογείται σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, εκτός, όπως προαναφέρθηκε, αν αρκείται σε λιγότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, πλημμέλειες κατά τις οποίες και μόνο ελέγχεται αναιρετικώς.
Με την έννοια αυτή η αναιρετική αυτή αιτίαση συνδέεται με τον υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικό λόγο και τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, αλλά αποσπάσματα αυτής, χωρίς παράλληλα να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αοριστία της. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται ο υπό την αυτή αρίθμηση λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς του (α) ότι κατ' εντολή και για λογαριασμό της ήδη αναιρεσίβλητης κατέβαλε, για την εξόφληση χρεών της, το συνολικό ποσό των 136.542.698 δρχ.
και (β) ότι κατά το υπερβάλλον των δαπανών αυτών και των προς εκείνη υπηρεσιών του τα εισπραχθέντα μισθώματα αποτελούν ανταποδοτική προς αυτόν δωρεά, οι οποίοι απορρίφθηκαν αντίστοιχα (α) με την στηρίζουσα αυτοτελώς την απορριπτική της κρίση επάλληλη αιτιολογία ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνδέεται με ορισμένο αίτημα, δηλώνοντας αντιθέτως ο ήδη αναιρεσείων ότι επιφυλάσσεται να αξιώσει την καταβολή του χρηματικού αυτού ποσού σε περίπτωση απορρίψεως της εφέσεώς του, και με την έννοια αυτή δεν πρόκειται περί ουσιώδους ισχυρισμούς και (β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Υπό την αυτή αρίθμηση διαλαμβάνεται λόγος αναιρέσεως με τυπική αριθμητική αναφορά και μόνο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, χωρίς να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίστανται, με άμεση δικονομική συνέπεια η αναιρετική αυτή αιτίαση να αξιολογείται ως αόριστη και άρα απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από την δίκη. Για να μη ληφθεί όμως υπόψη η κατάθεση εξαιρετέου μάρτυρα θα πρέπει να έχει προταθεί εγκαίρως η ένσταση εξαιρέσεως πριν από την όρκισή του (ΚΠολΔ 403 παρ. 2) και να γίνει δεκτή κατά πιθανολόγηση από το δικαστήριο ή τον δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται η μαρτυρική απόδειξη (ΚΠολΔ 403 παρ. 4).
Με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης ........., εν διαστάσει συζύγου του αναιρεσείοντος, με την οποία βρίσκεται σε διαρκή αντιδικία και με την έννοια αυτή είχε προφανώς συμφέρον να αποβεί η δίκη εις βάρος του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται παράλληλα στο αναιρετήριο ότι εγκαίρως προέβαλε τον λόγο αυτό εξαιρέσεως της εν λόγω μάρτυρος και έγινε δεκτός από το δικαστήριο. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το λοιπό περιεχόμενό του, με τον οποίο υποστηρίζεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, πλήττοντας απαραδέκτως επίσης παράλληλα την ανέλεγκτη κρίση του περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 352/28-3-2005 αίτηση για αναίρεση της 6495/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ