Legislator Case Law & Legislation
119/2006 AI generated

119/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 119/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Σ. Μ. και την από 9 Οκτωβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2002 μη οριστική και 4022/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4000/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

119/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται, αν η εμφάνιση του καρκίνου του πνεύμονα, από τον οποίο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και αποβίωσε ο δικαιοπάροχός τους, ήταν κατά οποιονδήποτε τρόπο απότοκος του ελαφρού, όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δέχονται, τραυματισμού του, ούτε και αν η εφαρμογή φαρμακευτικής αγωγής θα απέτρεπε το θάνατο από την εν λόγω ασθένεια.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 119 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. συζ. Σ. Μ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., 2. Α. συζ. Β. Χ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., 3. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 4. Μ. συζ. Δ. Α., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., εκάστου ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Μ. του Α.. Οι 1η και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αθανσιάδη και οι 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Σ. Μ. και την από 9 Οκτωβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2002 μη οριστική και 4022/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4000/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την 16685β/29.10.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Τ., που προσκομίζoυν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης , επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσίβλητων Χ. Α. ο οποίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσίβλητου.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημιά, που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ.) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (αρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 394/2002, ΑΠ 1653/01).Eξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.

β ΚΠολΔ, θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, που ως ορισμοί και αφηρημένες υποθετικές κρίσεις αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των νομικών εννοιών, με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών, και όχι όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους ( ΑΠ 249/2001) .Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ) με το να δεχθεί το δικαστήριο, ότι ο θάνατος του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα των αναιρεσειόντων, στις 6.11.2001, δηλαδή, 20 μήνες μετά τον τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα της 25.4.2000, ήταν απότοκος του καρκίνου του πνεύμονα, ο οποίος εμφανίστηκε ή τουλάχιστον διαπιστώθηκε ένα χρόνο μετά τον ελαφρύ τραυματισμό του, ενώ έπρεπε να δεχθεί , ότι και ο ελαφρός ,ακόμη, τραυματισμός ατόμου με επιβαρυμένη υγεία, μπορεί να επιφέρει το θάνατο, όταν διαταράσσει την υπάρχουσα ισορροπία του οργανισμού και παρεμποδίζει την εφαρμογή της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής αγωγής προς αποτροπή της επιβάρυνσης της υγείας.

Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται, αν η εμφάνιση του καρκίνου του πνεύμονα, από τον οποίο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και αποβίωσε ο δικαιοπάροχός τους, ήταν κατά οποιονδήποτε τρόπο απότοκος του ελαφρού, όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δέχονται, τραυματισμού του, ούτε και αν η εφαρμογή φαρμακευτικής αγωγής θα απέτρεπε το θάνατο από την εν λόγω ασθένεια.

Είναι επίσης απαράδεκτος, κατά το μέρος που η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια, δεν αναφέρεται σε παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά σε αξιολόγηση - εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, για τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε , όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν στήριζαν την αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, επειδή ελλείπει για τους παρατιθέμενους σ'αυτήν λόγους, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ελαφρού τραυματισμού και του επελθόντος από άλλη αιτία θανάτου.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας , κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε ( ΟλΑΠ 26/ 2004).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εξ αιτίας του ατυχήματος της 25ης Απριλίου 2000, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Σ. Μ., υπέστη θλαστικό τραύμα μετωπιαίας χώρας, στο οποίο έγινε συρραφή, κάκωση της οσφυϊκής μοίρας και θλάση του θώρακα, νοσηλεύτηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο" και παρέμεινε νοσηλευόμενος για χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών , μετά την πάροδο των οποίων εξήλθε με τη βεβαίωση του θεράποντος ιατρού, ότι ο ασθενής "εξήλθε έχων καλώς " (υπ'αρίθ.

πρωτ. 83/00 πιστοποιητικό του παραπάνω νοσοκομείου). 'Ότι μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο ο ασθενής παρέμεινε νοσηλευόμενος στο σπίτι του για χρονικό διάστημα εξήντα περίπου ημερών, για το λόγο ότι, ναι μεν ο τραυματισμός του ήταν ελαφρύς, όμως ήταν άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας (75 ετών) και κυρίως καρδιοπαθής, είχε υποβληθεί κατά τα έτη 1987 και 1997 σε επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (by pass ), τα δε προβλήματα ζαχάρου ρυθμίζονταν με δισκία daonil. 'Ότι ο ασθενής υποβλήθηκε σε ιατρική παρακολούθηση από τον καρδιολόγο Π.

Κ., ο οποίος διέγνωσε "μυϊκές θλάσεις" και την 19-5-2000 ο αρμόδιος γιατρός του ΙΚΑ (υποκατάστημα Αγ. Αναργύρων), διέγνωσε ότι οι παραπάνω διαταραχές οφείλονται σε διατάραξη ηλεκτρολυτών και στη συνέχεια λόγω της ύπαρξης προϋπαρξάντων του επιδίκου ατυχήματος, προβλημάτων, ο παθών ήταν σε συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή, μέχρι δε και τις αρχές Δεκεμβρίου 2000 είχε υποστεί δύο επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής. 'Ότι στις 13-10-2000 και 13-11-2000 υποβλήθηκε σε ορθοπεδικό έλεγχο, όπου διαπιστώθηκαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις, στένωση του σπονδυλικού σωλήνα, οστεοφυτικές αλλοιώσεις, παθήσεις συνήθεις σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, χωρίς να αποδίδονται, από τους γιατρούς που επελήφθησαν της κατάστασης του ασθενούς, στο επίμαχο ατύχημα, την δε 25-4-2001 ο ασθενής είχε χάσει σε διάστημα ενός έτους 8 κιλά, παρουσίαζε δύσπνοια και ανορεξία και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο "Σωτηρία", όπου διαπιστώθηκε κακοήθεια του πνεύμονα.

Η πάθηση αυτή σε συνδυασμό με τα καρδιολογικά προβλήματα του ασθενούς, δέχθηκε το εφετείο, επέβαλαν τη νοσηλεία του κατά τα χρονικά διαστήματα από 12-6-2001 μέχρι 26-6-2001, 17-7-2001 έως 31-7-2001, 25-8-2001 έως 18-9-2001 και τη διακομιδή του, ως χρονίως πάσχοντος στην κλινική "Ευαγγελίστρια" την 18-9-2001 και στη συνέχεια την 6-11 -2001, όπου και αποβίωσε από "καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια - καρκίνο πνεύμονα, βαριά στεφανιαία νόσο και σακχαρώδη διαβήτη" (υπ' υπ'αρίθ. 760/2001 ληξιαρχική πράξη θανάτου).

Δέχθηκε επίσης το εφετείο, ότι η κακοήθεια του πνεύμονα, η οποία λόγω της ηλικίας του ασθενούς δεν αντιμετωπίστηκε με οποιαδήποτε από τις σύγχρονες εφαρμοζόμενες θεραπείες (ακτινοβολίες - χημειοθεραπεία) με βεβαιότητα δημιούργησε την καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, από την οποία και πέθανε ο ασθενής, καθώς και ότι είναι αληθινό το υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες πραγματικό περιστατικό, το οποίο και επιβεβαιώνει ο πραγματογνώμονας ορθοπεδικός Μ.

Γ., ότι ,δηλαδή, παρά την ηλικία και τα προβλήματα υγείας του ο Σ. Μ. ήταν σε καλή φυσική κατάσταση, ότι, όμως, ο θάνατος του, μετά πάροδο είκοσι περίπου μηνών από την ημέρα του ατυχήματος, ήταν απότοκος του καρκίνου του πνεύμονα, ο οποίος εμφανίσθηκε ή τουλάχιστον διαπιστώθηκε ένα χρόνο μετά από τον επίδικο τραυματισμό του, ο οποίος (τραυματισμός ) λόγω του είδους του και της μικρής έκτασής του δεν ήταν ,στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόσφορος, να επιφέρει το αποτέλεσμα του θανάτου του.

Δέχθηκε , περαιτέρω το εφετείο, ότι η θλάση θώρακα, από μόνη της, έστω και με την ύπαρξη καρδιακών προβλημάτων, δεν ήταν ικανή και δεν έχει την τάση, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να οδηγήσει στο θάνατο , είναι δε εντελώς ανεξάρτητη από την εμφάνιση της κακοήθειας στον πνεύμονα, ο οποίος έχει την τάση να δημιουργεί καρδιοαναπνευστικά προβλήματα, από τα οποία και μόνο απεβίωσε ο Σ.

Μ.. Διαλαμβάνει, επίσης , το εφετείο, ότι και ο πιο πάνω πραγματογνώμονας στην από 1-8-2002 έκθεσή του, αποφεύγει επιμελώς, να διατυπώσει, αν ο θάνατος του ασθενή οφείλεται στο επίδικο ατύχημα και εντελώς αόριστα αναφέρεται σε "καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία είναι απότοκος του ατυχήματος" καταλήγει δε στο συμπέρασμα, ότι "μετά το ατύχημα ανατράπηκε ολοκληρωτικά η πορεία του ασθενούς", χωρίς να αιτιολογεί και να συνδέει την εμφάνιση του καρκίνου του πνεύμονα με το αποτέλεσμα του θανάτου του Σ.

Μ. και ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο τραυματισμός του τελευταίου κατά το επίμαχο αυτοκινητικό ατύχημα, ο οποίος ήταν ελαφρύς, και περιοριζόταν σε θλάση και κάκωση, δεν ήταν επαρκώς πρόσφορος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενός ατόμου ,έστω υπερήλικου, και με προϋπάρχον ιστορικό καρδιόπαθειας και διαβήτη να επιφέρει, μετά από πάροδο 17 μηνών το θάνατο του, και ότι εντεύθεν λείπει η προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος που καθιδρύει την ευθύνη προς αποζημίωση για τη ζημιά που προήλθε από την παράνομη και υπαίτια πράξη του υπόχρεου που αποζημίωση πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και απέρριψε την από 9-10-2002 αγωγή, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 19, ότι δεν αιτιολογείται με ποια λογική ακολουθία συμπτωμάτων επήλθε ο θάνατος από την εν λόγω αιτία και αποδόθηκε η καρδιοαναπνευστική ανακοπή στον καρκίνο, ενώ από τα ιατρικά πιστοποιητικά προέκυπτε το αντίθετο, είναι απορριπτέα , προεχόντως ως απαράδεκτα, διότι πράγματι βάλλουν κατά της ανέλεγκτης περί πραγμάτων κρίσης του δικαστηρίου.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την οποία θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης , προκύπτει ότι : α) ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το Δικαστήριο ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα αποδεικτικά έγγραφα, κατά τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, στα οποία, όμως, δεν συμπεριλαμβάνεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και β) ότι την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα που φέρονται ότι έχουν παραμορφωθεί.

Εξ άλλου για το ορισμένο αυτού του λόγου αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν από διαγνωστικό σφάλμα του Δικαστηρίου κατά το προσδιορισμό του κειμένου του εγγράφου αποδόθηκε σ' αυτό ,περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι το κείμενο αυτό έχει και όχι όταν το σφάλμα του Δικαστηρίου αφορά στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, μετ' ορθή από εκείνο (Δικαστήριο) ανάγνωση του, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το κείμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το αποδοθέν από το Δικαστήριο στο κείμενο του εγγράφου αυτού περιεχόμενο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ,ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της υπό ημερομηνία 26-7-2002 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος δυνάμει της υπ'αριθμ. 744/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πραγματογνώμονα Μ.

Γ. Γ., χειρούργου ορθοπεδικού, με το να δεχθεί, ότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας αποφεύγει επιμελώς να διαπιστώσει ότι ο θάνατος οφείλεται στο επίδικο ατύχημα, ενώ στην πραγματικότητα, από μία προσεκτική ανάγνωση ιδίως των συμπερασμάτων της ως άνω έκθεσης προκύπτει το αντίθετο, αφού εκτίθεται με σαφήνεια πως ο θάνατος του συγγενούς τους οφείλεται στην επιδείνωση αμέσως μετά τον ένδικο τραυματισμό των δύο προϋπαρχουσών ασθενειών του, ήτοι του σακχαρώδους διαβήτη και της καρδιακής πάθησης, β) της από 26-4-2000 βεβαίωσης του ιατρού του Περιφ.

Γεν. Νοσοκ. "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο ΕΕΣ" Λ. Ι., με το να δεχθεί ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει, πως, ήταν όλως ελαφρός ο τραυματισμός του συγγενούς τους και ότι, δήθεν, αποθεραπεύθηκε όταν εξήλθε του νοσοκομείου, ενώ στο έγγραφο αυτό βεβαιώνεται, ότι ο συγγενής τους ήταν πολυτραυματίας από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και λόγω του τραυματισμού είχε ανάγκη από αποκλειστική νοσοκόμα όλο το διάστημα της εκεί παραμονής του ήτοι από 25-4-2000 έως 29-4-2000, γ) της από 1-10-2001 βεβαίωσης του ιατρού ειδικού καρδιολόγου Π.

Κ., ο οποίος πιστοποιεί ότι ο θανών Σ. Μ., 75 ετών, εξεδήλωσε στεφανιαία νόσο προ 15ετίας και το 1987 υποβλήθηκε σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (by pass) και μετά από Ι0ετή ικανοποιητική πορεία εκδήλωσε στηθάγχη,το δε έτος 1997 υποβλήθηκε εκ νέου σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, ενώ έκτοτε και μέχρι τον Απρίλιο του 2000 είχε πολύ καλή πορεία, πάντοτε υπό φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση, η δραστηριότητα του ήταν πλήρης, υποκείμενη ουσιαστικά μόνο τους περιορισμούς της ηλικίας του και ότι στις 25-4-2000, μετά τον τραυματισμό του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, αναγκάσθηκε να παραμείνει κλινήρης για μακρύ χρονικό διάστημα, λόγω των πόνων από τις εκτεταμένες, για την ηλικία και την κατάσταση του, κακώσεις στον θώρακα, κατάσταση που επέδρασε τόσο στο ζάχαρο του, προκαλώντας απορρύθμιση, όσο και στο καρδιαγγειακό του και σε διάστημα μικρότερο των έξι μηνών παρουσίασε δύο επεισόδια κολπικής μαρμαρυγής εκ των οποίων το μεν πρώτο ανετάχθη φαρμακευτικά, το δε δεύτερο μετέπεσε σε χρόνια κολπική μαρμαρυγή, η οποία επιβάρυνε την κατάστασή του, λόγω απώλειας της κολπικής συστολής και έτσι σε σχετικά σύντομο, σε σύγκριση με την προηγούμενη πορεία του διάστημα, παρουσίασε καρδιακή ανεπάρκεια διαρκώς επιδεινούμενη καθώς και ότι μετά την εκδήλωση και πλακώδους Ca πνεύμονος, η καρδιακή του ανεπάρκεια έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο και ήδη βρίσκεται σε στάδιο IV κατά ΝΥΗΑ.

Παρ' όλα ταύτα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι από την εν λόγω γνωμάτευση προκύπτει πως όλα τα προβλήματα υγείας, όπως εκτίθενται ανωτέρω, προκλήθηκαν από μια μεταγενέστερη ασθένεια, ήτοι τον καρκίνο του πνεύμονα, δ) από 4-10-2001 βεβαίωσης της τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ Αγ. Αναργύρων από την οποία προέκυπτε, ότι ο θανών έπασχε από πλακώδη Ca αριστερού πνεύμονα και ότι λόγω των καρδιολογικών του προβλημάτων, που επιδεινώθηκαν από το τροχαίο ατύχημα δεν δύναται να κάνει καγλιοθεραπεία για την Ca του πνεύμονα, ενώ αντίθετα η προσβαλλόμενη, όχι μόνο αγνόησε τα εν λόγω βεβαιούμενα αλλά επιπλέον έκρινε ότι τα προγενέστερα καρδιολογικά προβλήματα προκλήθηκαν από τον καρκίνο κι έτσι ο θανών οδηγήθηκε στο θάνατο και ε) της από 6-11-2001 ιατρικής γνωμάτευσης του ΙΚΑ Αγ Αναργύρων, της από 7-11-2001 ληξιαρχικής πράξης θανάτου και από 22-11-2001 ιατρικών γνωματεύσεων των Ε.

Γ. και Δ. Α., από τις οποίες προκύπτει ότι ο θανών έπασχε από Ca πνεύμονος, βαρειά στεφανιαία νόσο, σακχαρώδη διαβήτη και ότι απεβίωσε την 6-12-2001, λόγω καρδιοαναπνευστικής ανακοπής. V. Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης γιατί αυτή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των δεκτικών παραμορφώσεως αποδεικτικών εγγράφων, όπως προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, Ενώ καθόσον αφορά τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα λοιπά έγγραφα, ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρονται τα σφάλματα του εφετείου κατά την ανάγνωσή τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη, της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ

Απορρίπτει την από 4.10.2004 αίτηση των Σ. σύζ. Σ. Μ. κ.λ.π για αναίρεση, της υπ'αρίθ. 4000/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Kαταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας δεύτερης των αναιρεσίβλητων , τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ