Legislator Case Law & Legislation
1199/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, rejecting arguments on delay and document formalities.

Case Number 1199/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Ioannina's final judgment in a lease dispute. The appellant argued that the tenant's refusal to accept the property constituted unjustified delay and that the legal document lacked a lawyer's signature, but the court found these claims unmeritorious. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 to 657 of the Code of Civil Procedure; Article 118(5) of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on substantive legal errors; formal defects in documents that do not constitute statutory grounds for nullity cannot serve as a basis for overturning a final judgment.

Keywords

AI generated
lease dispute unjustified delay appeal bond forfeiture document formalities legal costs award substantive review nullity of document

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 to 657 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Articles 281 and 300 of the Civil Code
Article 118(5) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1199 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-3-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Σοφιαλίδη και Ι. Ηλιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-12-2011 και 23-3-2012 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 152/2014 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 21-8-2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου και οι ως άνω αρχικές αγωγές του συνεκδικάστηκαν με την από 27-12-2013 (νέα) αγωγή του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 90/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε μεταξύ άλλων και η ήδη αναιρεσείουσα με την από 6-9-2018 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 646/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 102/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 05-10-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 48/26-10-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής, ως διάδοχος του αρχικού εκμισθωτή, άσκησε κατά των εναγομένων, της πρώτης από αυτούς (ήδη αναιρεσίβλητης) ως μισθώτριας και του δεύτερου (μη διαδίκου στο παρόν στάδιο της δίκης) ως εγγυητή της από 18-07-2007 σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, τις από 06-12-2011, 23-03-2012 και 27-12-2013 αγωγές του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 603/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που συνεκδίκασε τις αγωγές και δέχθηκε αυτές εν μέρει κατ' ουσίαν.

Κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων εκδόθηκε η 90/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία: 1) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 15-07-2016 έφεση των εναγομένων αναφορικά με την α' (από 6-12-2011) αγωγή (ως προς την απόδοση των ενδίκων μισθίων ακινήτων, λόγω καταγγελίας, κατ' άρθρ. 597 ΑΚ, και ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων των μηνών Ιουλίου (μέρους αυτού) έως και Νοεμβρίου του έτους 2011, συνολικού ύψους 12.224,80 ευρώ), επικυρωθείσας, κατά τούτο, της πρωτόδικης 603/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως, β) έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η ίδια έφεση των εναγομένων ως προς τη β' (από 23-3-2012) αγωγή και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκαν αιτηθέντα μισθώματα μετά τη λήξη της μίσθωσης (από τις 7-1-2012 έως τις 31-3-2012), ενώ επιδικάστηκαν τα οφειλόμενα μισθώματα του από 1-12-2011 έως 06-01-2012 χρονικού διαστήματος ποσού 3.331,78 ευρώ (2.776,48 + 555,30), γ) έγιναν εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και οι δύο εφέσεις ως προς τη γ' (από 27-12-2013) αγωγή, εξαφανίστηκε κατά το οικείο μέρος η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως προς 2ο εναγόμενο (εγγυητή) και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για αποζημίωση χρήσης του από 1-4-2012 έως 31-12-2013 χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 56.280 ευρώ, νομιμοτόκως, ως προς την πρώτη εναγομένη.

Κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν την από 06-09-2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 646/2020 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα μισθώτρια, αναφορικά με την τρίτη (από 27-12-2013) αγωγή του αντιδίκου της για καταβολή αποζημίωσης χρήσης κατ' άρθρο 601 του ΑΚ, και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Κατόπιν κλήσης εκ μέρους του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 102/2021 απόφαση αυτού, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που αφορούν στην τρίτη αγωγή του ενάγοντος κατά της πρώτης εναγομένης, έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης μισθώτριας, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος εκμισθωτή, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στην τρίτη αγωγή του ενάγοντος κατά της πρώτης εναγομένης, διακρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2013 αγωγή και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση χρήσης το συνολικό ποσό των 56.280 ευρώ, νομιμοτόκως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η έλλειψη των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 970/2020, ΑΠ 860/2020, ΑΠ 1241/2019).

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 944/2013).

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1358/2018).

Ειδικότερα, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 907/2023, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1138/2020). Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 907/2023, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 353/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο (λόγο), κατά το 2ο σκέλος του, τρίτο (λόγο), κατά το 1ο σκέλος του, και πέμπτο λόγους αναίρεσης, τους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει στους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονείται για αοριστία των από 06-12-2011, 23-03-2012 και 27-12-2013 αγωγών του αντιδίκου της, επειδή δεν εκτίθεται σ' αυτές η καταχώρηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 αριθμ. 1 του ΑΚ και 12 του Ν. 2664/1998, στο Κτηματολογικό Γραφείο Ιωαννίνων του μεταβιβαστικού συμβολαίου γονικής παροχής των ενδίκων μισθίων ακινήτων από τον αρχικό εκμισθωτή Σ.

Β. στον ενάγοντα, προϋπόθεση απαραίτητη (κατά την άποψή της) για την υπεισέλευση του τελευταίου στη θέση του αρχικού εκμισθωτή και, συνακόλουθα, για την ενεργητική νομιμοποίησή του. Οι αιτιάσεις αυτές περί αοριστίας, κατά το μέρος που αφορούν στις πρώτη και δεύτερη (από 06-12-2011 και 23-03-2012) αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτες, καθόσον (οι αγωγές αυτές) έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως με την 646/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν είναι ένδικες στο παρόν στάδιο της δίκης.

Ακολούθως, απαράδεκτος είναι ο περί αοριστίας ισχυρισμός και της κρινόμενης τρίτης (από 27-12-2013) αγωγής, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε νομίμως από την αναιρεσείουσα τόσο πρωτοδίκως, όσο και με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, ενώ ομοίως απαράδεκτες είναι οι περαιτέρω επικουρικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας προσβαλλόμενες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, με τις οποίες υποστηρίζει, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 και 4 του ΚΠολΔ, καθόσον "δεν είναι άκυρος ούτε απαράδεκτος ο ιστορούμενος, θεμελιωμένος πλήρως και ορισμένως, λόγος αναιρέσεως (ενν.

περί αοριστίας των τριών αγωγών), εκ του λόγου ότι δεν ισχυρίσθηκαν τοιούτον οι δικηγόροι μου στο Πρωτοδικείο και Εφετείον". Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 422/2022).

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 791/2018).

Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 791/2018).

Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 580/2019).

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα περιστατικά:

"Με την με αριθμό 90/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, δηλαδή του παρόντος δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της εκκαλούμενης με αριθμό 603/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και κατά το μέρος που η κατ' αυτής ασκηθείσα από 06.09.2018 αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την με αριθμό 646/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, έχουν κριθεί αμετάκλητα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

Δυνάμει του από 18.07.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίστηκε στα Ιωάννινα, μεταξύ της πρώτης εναγόμενης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), ως μισθώτριας, εκπροσωπούμενης από το νόμιμο εκπρόσωπό της Χ. Χ. του Γ., που ενεργούσε παράλληλα και ατομικά, και του δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσειβλήτου-ενάγοντος, Σ.

Β. του Ι., ως εκμισθωτή, εκμισθώθηκαν από τον τελευταίο στην πρώτη εναγόμενη εταιρία τα υπό στοιχεία ΑΚ-7, επιφάνειας 77,35 τ.μ., ΑΚ-8, επιφάνειας 42,52 τ.μ., ΑΚ-9, επιφάνειας 42,52 τ.μ. και ΑΚ-10, επιφάνειας 44,41 τ.μ., καταστήματα του ισογείου, το υπό στοιχείο ΑΑ2 κατάστημα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 181,94 τ.μ., καθώς και οι υπό στοιχεία G1, επιφάνειας 10,12 τ.μ., G2, επιφάνειας 13,50 τ.μ., G3, επιφάνειας 13,50 τ.μ., G4, επιφάνειας 14,40 τ.μ., G5, επιφάνειας 12,82 τ.μ., G6, επιφάνειας 12,82 τ.μ., G7, επιφάνειας 13,27 τ.μ., G8, επιφάνειας 13,27 τ.μ., G9, επιφάνειας 10,35 τ.μ., G10, επιφάνειας 10,35 τ.μ., G11, επιφάνειας 11,25 τ.μ., G12, επιφάνειας 10,12 τ.μ., G13, επιφάνειας 10,12 τ.μ., και G14, επιφάνειας 10,12 τ.μ., θέσεις στάθμευσης οχημάτων της ευρισκόμενης στα Ιωάννινα, επί της οδού ..., οικοδομής, όπως οι αυτοτελείς αυτές οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται στην με αριθμό ....2006 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι.

Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο 1996 και με α/α 26 και 27. Σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού (α) τα μίσθια θα χρησιμοποιούνταν για κάθε εμπορική-επαγγελματική χρήση, ήτοι για στέγαση παντός είδους εμπορικής επιχείρησης και καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ή μη, επιτρεπόμενης ελεύθερα και απεριόριστα της μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, καθώς και της υπεκμίσθωσης των μισθίων σε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θα υποδείκνυε ο νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας, (β) η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, από 01.10.2007 έως τις 30.09.2019 (όρος 1), (γ) το μηνιαίο μίσθωμα, για όλες συνολικά τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορίστηκε στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου (3,6%), το οποίο θα καταβαλλόταν προκαταβολικά το πρώτο δεκαήμερο κάθε μισθωτικού μήνα στον εκμισθωτή ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, που θα υποδείκνυε ο τελευταίος (όρος 2), (δ) το μηνιαίο μίσθωμα θα παρέμενε σταθερό για τριάντα δύο (32) μήνες, από την έναρξη της μίσθωσης, ρητώς συνομολογηθέντος ως χρόνου έναρξης της μίσθωσης, του χρόνου έκδοσης της πρώτης άδειας λειτουργίας οποιουδήποτε καταστήματος της όλης οικοδομής (που έγινε στις 15.04.2008), μετά την πάροδο δε των κατά τα παραπάνω πρώτων 32 μηνών, το μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν κάθε έτος, κατά ποσοστό ίσο με την ετήσια μεταβολή του τιμαρίθμου, όπως ανακοινώνεται από την ΕΣΥΕ, πλέον δύο μονάδων (τιμάριθμος + 2% ετησίως), επί του εκάστοτε μισθώματος (όρος 3) και (ε) η μισθώτρια εναγόμενη εταιρεία και ο νόμιμος εκπρόσωπός της ατομικά θα ευθύνονταν έναντι του εκμισθωτή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, παραιτούμενοι της ένστασης διζήσεως, για την καταβολή του μισθώματος σε περίπτωση μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης και υπεκμίσθωσης (όρος 4), ενώ σε περίπτωση διάλυσης του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ή πτώχευσής της όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη μισθωτική σχέση θα μεταβιβάζονταν στον νόμιμο εκπρόσωπό της (όρος 11).

Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ....2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε. Π., που καταχωρίστηκε στο βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Ιωαννίνων στις 14.04.2009 και με αριθμό ..., ο εκμισθωτής, Σ. Β. του Ι., μεταβίβασε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής, τα υπό στοιχεία ΑΚ-9, εμβαδού 42,52 τ.μ., ΑΚ-10, εμβαδού 44,41 τ.μ.

καταστήματα ισογείου, το υπό στοιχείο ΑΑ-2, εμβαδού 107,44 τ.μ. κατάστημα πρώτου ορόφου, και τις υπό στοιχεία 01, εμβαδού 10,12 τ.μ., 02, εμβαδού 13,15 τ.μ., 03, εμβαδού 13,50 τ.μ., 04, εμβαδού 14,40 τ.μ., 05, εμβαδού 12,82 τ.μ., 06, εμβαδού 12,82 τ.μ. και 07, εμβαδού 13,27 τ.μ. θέσεις στάθμευσης. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιγράφονται στην προαναφερθείσα πράξη σύστασης του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Β.

Π., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ....2009 πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Συνεπεία της ως άνω μεταβίβασης, ο ενάγων υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του, σε σχέση με την παραπάνω μισθωτική σύμβαση και τα παραπάνω μίσθια-ακίνητα, γεγονός που γνωστοποίησε στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία και το νόμιμο εκπρόσωπό της με την από 09.04.2009 εξώδικη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε νόμιμα σε αυτούς, στις 15.04.2009, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Κ.

Ο. Στην παραπάνω εξώδικη δήλωση ο ενάγων ανέφερε ότι με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής του μεταβιβάστηκαν, κατά πλήρη κυριότητα, οι παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του, που απέρρεαν από την παραπάνω μισθωτική σύμβαση (σχετικά με τα μεταβιβασθέντα σε αυτόν μίσθια), και καλούσε την πρώτη εναγόμενη και το νόμιμο εκπρόσωπό της να του καταβάλουν το αναλογούν στις παραπάνω ιδιοκτησίες του μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 2.500,00 ευρώ, στο λογαριασμό με αριθμό ...

της Τράπεζας Πειραιώς, ισχυόντων, κατά τα λοιπά, των άλλων όρων της από 18.07.2007 σύμβασης. Μετά την παραπάνω εξώδικη δήλωση, η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε στον υποδειχθέντα από τον ενάγοντα λογαριασμό, μηνιαίως, το ποσό των 2.590,00 ευρώ (ήτοι 2.500,00 ευρώ το μίσθωμα, που καθόρισε ο ενάγων στην παραπάνω εξώδικη δήλωσή του + 90,00 ευρώ για χαρτόσημο 3,6%), αποδεχόμενη με τον τρόπο αυτό σιωπηρά, ως συμφωνηθέν μίσθωμα για τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, το ποσό των 2.500,00 ευρώ, καθώς και την κατά τα λοιπά ισχύ των όρων του από 18.07.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση των παραπάνω μισθίων (που ανήκαν πλέον κατά κυριότητα στον ενάγοντα), τα οποία είχε στο μεταξύ υπεκμισθώσει σε τρίτα φυσικά και νομικά πρόσωπα (Α. Κ., "Σ. Π. και Σία Ο.Ε."), εντούτοις δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, παρά τις οχλήσεις του, το μίσθωμα του μηνός Νοεμβρίου 2009, ύψους 2.590,00 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου.

Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 16.11.2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1518/19.11.2009 αγωγή του κατά της πρώτης εναγόμενης, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση, ζητώντας να υποχρεωθεί αυτή να του αποδώσει τα μίσθια και να του καταβάλει το ποσό των 2.590,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 11.11.2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση.

Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη, στις 27.11.2009, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Ε. Σ. Ωστόσο, η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα, στις 17.12.2009, το οφειλόμενο μίσθωμα, ύψους 2.590,00 ευρώ και, επομένως, εφόσον η μισθώτρια, πριν παρέλθει μήνας από την καταγγελία (που της επιδόθηκε στις 27.11.2009), κατέβαλε το καθυστερούμενο μίσθωμα, η καταγγελία της μίσθωσης, με την παραπάνω από 16.11.2009 αγωγή, έμεινε ανενεργής και χωρίς αποτέλεσμα και δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης (άρθρο 597 παρ. 2 του ΑΚ).

Περαιτέρω, το μίσθωμα για την επίδικη μίσθωση ανήλθε: α) από 01.05.2009 έως 14.01.2011, στο ποσό των 2.500,00, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), δηλαδή συνολικά το ποσό των 2.590,00 (2.500,00 Χ 3,6%) ευρώ και β) από 15.01.2011 και έως 15.01.2012, αναπροσαρμόστηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, κατά 7,2% (5,2 + 2), δηλαδή διαμορφώθηκε στο ποσό των 2.680,00 [2.500,00 + (2.500,00 χ 7,2%)] ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), δηλαδή συνολικά στο ποσό των 2.776,48 (2.680,00 Χ 3,6%) ευρώ.

Η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια εταιρία, μολονότι έκανε ακώλυτη χρήση των παραπάνω μισθίων, εντούτοις δεν κατέβαλε στον ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, τα μισθώματα δέκα μηνών, ήτοι από Φεβρουάριο του έτους 2011 έως Νοέμβριο του έτους 2011, ύψους 2.776,48 ευρώ, μετά του χαρτοσήμου, συνολικού ποσού 27.764,80 (10 Χ 2.776,48) ευρώ.

Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 06.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1598/06.12.2011 αγωγή κατά της πρώτης εναγόμενης και του νομίμου εκπροσώπου της, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση. Η παραπάνω αγωγή επιδόθηκε σ' αυτούς στις 06.12.2011, σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Κ.

Ο., επί του επιδοθέντος αντιγράφου της αγωγής. Εντούτοις, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα εντός ενός μηνός από την παραπάνω καταγγελία και, επομένως, η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της επίδικης μίσθωσης, κατά το άρθρο 597 παρ. 2 ΑΚ, στις 07.01.2012, υποχρεούμενης της μισθώτριας, μετά ταύτα, στην απόδοση της χρήσης των μισθίων κατ' άρθρο 599 του ΑΚ, αφού η μίσθωση έληξε.

Τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των νυν διαδίκων, ήτοι ενάγοντος και πρώτης εναγόμενης, που είχαν παραστεί υπό την αυτή ιδιότητα και στην προηγούμενη δίκη και δεν μπορούν να καταστούν και πάλι αντικείμενο αποδείξεως (άρθρα 332, 324, 331 του ΚΠολΔ), τα στοιχεία δε αυτά υποχρεούται το παρόν δικαστήριο να θέσει ως βάση της απόφασής του.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, παρά τη λύση της επίδικης μίσθωσης, που επήλθε κατά τα προεκτεθέντα στις 07.01.2012, η πρώτη εναγόμενη δεν απέδωσε τα μίσθια, αλλά συνέχισε να τα χρησιμοποιεί μέχρι τις 31.12.2013, όπως τα χρησιμοποιούσε μέχρι τότε, παρά τις αντιρρήσεις ως προς αυτό από την πλευρά του ενάγοντος, χωρίς να καταβάλει την, ισόποση με το συμφωνημένο κατά τη λύση της μίσθωσης μίσθωμα, αποζημίωση χρήσης.

Συνεπώς, εφόσον δεν απέδωσε τα ένδικα μίσθια κατά τη λήξη της μίσθωσης και εξακολούθησε να παρακρατεί αυτά μέχρι τις 31.12.2013, οφείλει αποζημίωση χρήσης με βάση το τελευταίο συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα (άρθρο 601 του ΑΚ), ανερχόμενο σε 2.680,00 ευρώ, χωρίς το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου και την προκύπτουσα κατά τη διάρκεια της παρακράτησης του μισθίου νόμιμη αναπροσαρμογή.

Η οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης για το ένδικο (με την παραπάνω αγωγή) χρονικό διάστημα, από την 01.04.2012 έως τις 31.12.2013, ανέρχεται στο ποσό των (21 μήνες χ 2.680,00 ευρώ =) 56.280,00 ευρώ συνολικά, το οποίο είναι υποχρεωμένη να καταβάλει η πρώτη εναγόμενη στον ενάγοντα. Επομένως, η προαναφερόμενη τρίτη αγωγή στρεφόμενη σε βάρος της πρώτης εναγόμενης έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 56.280,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι και την πλήρη εξόφληση.

Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία, όσον αφορά την αγωγή αυτή στρεφόμενη σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 52.500,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενόμενου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου της εφέσεως του ενάγοντος.

Η εναγόμενη μισθώτρια ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει αποζημίωση χρήσης, κατ' άρθρο 601 του ΑΚ, διότι ο ενάγων περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, καθόσον την 01.03.2012 αρνήθηκε να παραλάβει τα μίσθια, που η ίδια του πρόσφερε, ισχυρισμός που συνιστά νόμιμη ένσταση (άρθρα 349 και 351 του ΑΚ). Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι με την από 24.02.2012 εξώδικη πρόσκλησή της, που επιδόθηκε νόμιμα στις 24.02.2012 στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος Απόστολο Οικονόμου και συντάχθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. ....2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Μ.

Κ., η ίδια τον προσκάλεσε να παραλάβει στις 29.02.2012 τα επίδικα μίσθια και τα κλειδιά τους, πλην των υπό στοιχεία G5, G6 και G7 θέσεων στάθμευσης, τις οποίες στο μεταξύ είχε υπεκμισθώσει σε τρίτο πρόσωπο, προτείνοντάς του για τις θέσεις αυτές στάθμευσης να του καταβάλει από την 01.03.2012 το αναλογούν σ' αυτές μίσθωμα.

Ότι η μισθωτική αξία των παραπάνω θέσεων στάθμευσης ήταν ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με αυτή των λοιπών μισθίων, που του πρόσφερε προς παράδοση (η πρώτη εναγόμενη την υπολογίζει σε 102,00 ευρώ) και η μη παραλαβή των προσφερόμενων από αυτήν μισθίων από τον ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του.

Όπως προκύπτει από το κείμενο της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης της πρώτης εναγόμενης σ' αυτήν αναγράφονται, κατά λέξη, τα εξής: "....Αναφορικά με τους χώρους στάθμευσης με στοιχεία G1, G2, G3, G4, G5, G6 και G7, επιφάνειας αυτών...και οι οποίοι πράγματι μου μισθώθηκαν με το από 18-7-2009 (εννοεί 2007) ιδιωτικό συμφωνητικό ενιαία όμως με τους υπό στοιχεία G8, G9, G10, G11, G12, G13 και G14 χώρους στάθμευσης, σας δηλώνω ότι αδυνατώ να σας τους αποδώσω, δεδομένου ότι όλοι οι χώροι στάθμευσης, δηλαδή τόσο οι παραπάνω αναφερόμενες 14 θέσεις όσο και εκείνες που μου ανήκουν κατά κυριότητα (δηλαδή άλλες 15 θέσεις στάθμευσης) που όλες τους είναι συνεχόμενες και βρίσκονται στο υπόγειο του εδώ και επί της οδού ...

κτιρίου, έχουν εκμισθωθεί υπεκμισθωθεί από μένα στην Α. Κ. για ενιαία συνενωμένη χρήση από αυτή, και οποίος (εννοεί "η οποία") τους κατέχει και τους χρησιμοποιεί, με μηνιαίο μίσθωμα 850 ευρώ...Πάντως, σας δηλώνω ότι από 1-3-2012 και εξής από το μίσθωμα που εισπράττω για τους χώρους αυτούς προσφέρομαι να σας καταβάλλω το ποσοστό που αντιστοιχεί-αναλογεί στις θέσεις αυτές...".

Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι δεν μισθώθηκαν σ' αυτήν από τον αρχικό εκμισθωτή Σ. Β. του Ι. οι υπό στοιχεία G1 έως G4 θέσεις στάθμευσης, διότι στο προαναφερόμενο από 18.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ρητά συνομολογήθηκε (6ος όρος της σύμβασης) ότι "Ειδικά συμφωνείται ότι η μισθώτρια θα αφήνει πάντοτε ελεύθερους τους τέσσερις πρώτους χώρους στάθμευσης (G1, G2, G3, G4), για στάθμευση αυτοκινήτων του εκμισθωτή και της οικογένειάς του...", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι, μετά την έκδοση της με αριθμό 646/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, έχει καταστεί αμετάκλητη, πλέον, η διάταξη της με αριθμό 90/2018 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων), με την οποία κρίθηκε ότι εκμισθώθηκαν, τελικά, από τον αρχικό εκμισθωτή Σ.

Β. του Ι. στην πρώτη εναγόμενη μισθώτρια και οι πιο πάνω θέσεις στάθμευσης (G1 έως και G4), ήτοι συνολικά επτά θέσεις στάθμευσης οχημάτων. Στην παραπάνω εξώδικη πρόσκληση ο ενάγων απάντησε με την από 28.02.2012 εξώδικη δήλωσή του, όπου αναφέρει ότι η εν λόγω προσφερόμενη παράδοση είναι μερική και δεν την αποδέχεται.

Από την προσήκουσα εκτίμηση του άνω αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η άρνηση του ενάγοντος να παραλάβει, στις 29.02.2012, τα τρία προσφερόμενα μίσθια καταστήματα, δεν είχε ως αποτέλεσμα την περιέλευσή του σε θέση υπερήμερου δανειστή-εκμισθωτή. Στην εν λόγω κρίση του το δικαστήριο οδηγήθηκε από τη συνεκτίμηση των εξής στοιχείων: 1) η μερική προσφορά από τη μισθώτρια (των τριών μόνο καταστημάτων, χωρίς τις επτά θέσεις στάθμευσης οχημάτων) δεν ήταν η προσήκουσα, αφού για να είναι τέτοια η προσφορά των μισθίων και να καταστεί ο εκμισθωτής υπερήμερος, αν δεν την αποδέχεται, θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και προσφερθείσας παροχής σε τρόπο που ο εκμισθωτής να λαμβάνει από τον μισθωτή ό,τι δικαιούται να αξιώσει κατά το νόμο ή τη σύμβαση και δεν αρκεί τμηματική ή μερική προσφορά, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η προσφερόμενη παροχή μόνο των τριών μισθίων καταστημάτων ήταν ήσσονα της οφειλόμενης προς ενάγοντα, ήτοι μερική.

Το γεγονός ότι μισθώτρια, ενεργώντας ως εκμισθώτρια, παραχώρησε, βάσει συμβατικού δικαιώματός της, τη χρήση των επικαλούμενων μίσθιων χώρων στάθμευσης, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση, σε τρίτο πρόσωπο-υπομισθώτρια (Α. Κ.), με ορισμένο αντάλλαγμα και για ορισμένο χρόνο και ως εκ τούτου αδυνατούσε να τις παραδώσει στον ενάγοντα εκμισθωτή, είναι χωρίς έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά, δοθέντος ότι η κατάρτιση της υπομίσθωσης δεν επιφέρει μεταβολές στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του εκμισθωτή και μισθωτή από την κύρια μίσθωση και συνεπώς ο μισθωτής ευθύνεται έναντι του εκμισθωτή για την εφαρμογή της σύμβασης και, μεταξύ άλλων, για την απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης. 2) η μισθωτική αξία των παραπάνω επτά θέσεων στάθμευσης δεν ήταν ασήμαντη και επουσιώδης σε σχέση με τη μισθωτική αξία των λοιπών προσφερόμενων, κατά την εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, στον ενάγοντα μισθίων ακινήτων (δηλαδή των τριών καταστημάτων), το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα των οποίων, μαζί με εκείνο των επτά θέσεων στάθμευσης, είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 2.500,00 ευρώ και κατά τον χρόνο εκείνο ανερχόταν στο ποσό των 2.680,00 ευρώ, αλλά ύψους 238,00 ευρώ, αφού η ίδια η πρώτη εναγόμενη με τις προτάσεις της της παρούσας συζήτησης επικαλείται ότι το μηνιαίο μίσθωμα των μισθίων τριών θέσεων στάθμευσης (με στοιχεία G5, G6 και G7) ανερχόταν σε 34,00 ευρώ για καθεμία από αυτές και συνολικά σε 102,00 ευρώ. 3) σε κάθε περίπτωση, η επικαλούμενη από την πρώτη εναγόμενη μερική προσφορά παράδοσης των τριών μισθίων καταστημάτων διατυπώνεται μόνο στην παραπάνω από 24.02.2012 εξώδικη δήλωσή της, χωρίς να αποδεικνύεται ότι προέβη σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη έμπρακτη ενέργεια προς την κατεύθυνση της πραγματικής προσφοράς τους, δεδομένου μάλιστα ότι τα μίσθια, όπως ισχυρίζεται η ίδια, κατά τον χρόνο της προσφοράς τους ήταν κενά.

Είχε δε τη δυνατότητα, εφόσον επιθυμούσε όντως να παραδώσει τα μίσθια καταστήματα, ενόψει ότι ο ενάγων αρνήθηκε να τα παραλάβει ή αν θεωρούσε τη συμπεριφορά του παρελκυστική με σκόπιμη καθυστέρηση παραλαβής των μισθίων, είτε να ορίσει εξ αρχής μεσεγγυούχο στον οποίο θα παρέδιδε τα κλειδιά (άρθρο 359 του ΑΚ), είτε να τα καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επαναθέτοντας με τον τρόπο αυτό τα μίσθια στη διάθεση του ενάγοντος και έκτοτε θα αποσβενόταν η υποχρέωσή της να τα παραδώσει (...).

Τα κατατεθέντα από τον χωρίς όρκο εξεταζόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχονται στα οικεία με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, ότι ο ίδιος, μετά την άρνηση του ενάγοντος να προσέλθει και να παραλάβει τα κλειδιά των προσφερόμενων μισθίων καταστημάτων, τα παρέδωσε στον πατέρα του - που δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο -, είναι χωρίς έννομη επιρροή, καθόσον η πρώτη εναγόμενη, αντισυμβαλλόμενη στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης (μισθώτρια), ήταν υπόχρεη προς παράδοση των κλειδιών των μισθίων στον ενάγοντα πλέον εκμισθωτή και όχι στον δικαιοπάροχο πατέρα του. 4) η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ.

Π. και Σία Ο.Ε.", στην οποία η πρώτη εναγόμενη είχε υπεκμισθώσει το υπό στοιχείο ΑΑ-2 μίσθιο κατάστημα, εμβαδού 107,44 τ.μ. (το μεγαλύτερο σε επιφάνεια και οικονομικά σημαντικότερο από τα άλλα δύο καταστήματα εμβαδού 42,52 τ.μ. και 44,41 τ.μ.), για την άσκηση της επιχείρησής της με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΡΕΑ", παρέμεινε κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο στην κατοχή και χρήση του συγκεκριμένου μισθίου, όπως προκύπτει από τη λαμβανόμενη ως δικαστικό τεκμήριο ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος κατά πρόταση της πρώτης εναγόμενης μάρτυρος Ι.

Ρ. στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά τη δικάσιμο της 04.12.2013, που περιέχεται στα οικεία με την με αριθμό 152/2014 μη οριστική απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, κατά λέξη "...Η "Παρέα" ήταν το (εννοεί "στο") μαγαζί, το οποίο ήταν σε λειτουργία.

Ήταν εκεί με υπομίσθωση...", από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα από 27.06.2012 συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της άνω υπομισθώτριας εταιρείας, στο οποίο τέσσερις και πλέον μήνες μετά την προαναφερόμενη από 24.02.2012 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της πρώτης εναγόμενης προς τον ενάγοντα, αναφέρεται ως έδρα της επιχείρησής της το υπό στοιχείο ΑΑ-2 μίσθιο κατάστημα, αλλά και από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής ενάγων, ενόψει ότι είχε λήξει η σύμβαση μισθώσεως στις 07.01.2012 και κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 2 του ΑΚ είχε δικαίωμα να απαιτήσει το μίσθιο κατάστημα, όχι μόνον από τη μισθώτρια, αλλά και από τη μη συνδεόμενη μετ' αυτού με σύμβαση άνω υπομισθώτρια (...), απέβαλε αναγκαστικά αυτήν (όπως και τη μισθώτρια) από το συγκεκριμένο κατάστημα στις 08.07.2016 βάσει της υπ' αριθμ. ....2016 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Σ.

Β. Επομένως, κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο (29.02.2012) το συγκεκριμένο, υπό στοιχείο ΑΑ-2, κατάστημα του πρώτου ορόφου δεν ήταν κενό και έτοιμο προς παράδοση, όπως η πρώτη εναγόμενη δήλωσε, ώστε να μπορέσει ο ενάγων να το αξιοποιήσει με νέα μίσθωση, αλλά και ούτε μπορούσε να εισέλθει στο μίσθιο αυτό χωρίς να έχει προηγηθεί νομότυπη παράδοσή του από την πρώτη εναγόμενη.

Ενόψει όλων των παραπάνω, η άρνηση παραλαβής των προσφερόμενων τριών μισθίων καταστημάτων από τον ενάγοντα στις 29.02.2012, πέραν του ότι δεν είχε ως αποτέλεσμα την υπερημερία του, κρίνεται ότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, ούτε αντίκειται στην καλή πίστη, κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, και επομένως βάσιμα ο ενάγων επιδιώκει από την πρώτη εναγόμενη για τη μη απόδοση των μισθίων κατά τη λήξη της μίσθωσης την καταβολή αποζημίωσης κατ' άρθρο 601 του ΑΚ στα πλαίσια που καθορίζει ο νόμος.

Για τους λόγους αυτούς, απορριπτέες ως ουσίαν αβάσιμες είναι και οι ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρο 281 του ΑΚ) και συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας του (άρθρο 300 του ΑΚ), που πρότεινε η πρώτη εναγόμενη, για τους ίδιους λόγους, που προαναφέρθηκαν αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης υπερημερίας του ενάγοντος ως δανειστή-εκμισθωτή, δεδομένου ότι οι εν λόγω ενστάσεις (άρθρα 281 και 300 του ΑΚ) στηρίζονται στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά με αυτά, που η πρώτη εναγόμενη επικαλείται και για την ένσταση υπερημερίας δανειστή (άρθρο 351 του ΑΚ).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, έστω και με συνοπτικότερη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται αντίστοιχα με εκείνη της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις παραπάνω ενστάσεις, δεν έσφαλε και επομένως οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της πρώτης εναγόμενης, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-07-2016 έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 29-07-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, που αφορούν στην τρίτη (από 27-12-2013) αγωγή του ενάγοντος κατά της πρώτης εναγομένης, διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση χρήσης το συνολικό ποσό των 56.280 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το 1ο σκέλος του, και τον τρίτο λόγο, κατά το 2ο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-2-2012 εξώδικης δήλωσής της προς τον αναιρεσίβλητο, αναγιγνωσκομένης και γιγνομένης κατανοητής σε συνδυασμό με τον 6ο όρο του από 18-7-2007 μισθωτηρίου συμφωνητικού των ενδίκων μισθίων ακινήτων, το περιεχόμενο του οποίου ομοίως παραμορφώθηκε, καθόσον σύμφωνα με τον όρο αυτό δεν εκμισθώθηκαν στην αναιρεσείουσα επτά (7) θέσεις στάθμευσης, αλλά μόνο τρεις (3) θέσεις, ήτοι οι G5, G6 και G7 θέσεις στάθμευσης, ενώ δεν της εκμισθώθηκαν οι υπό στοιχ.

G1, G2, G3 και G4 θέσεις. Εντούτοις, όπως συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι στην ένδικη μίσθωση συμπεριλαμβάνονται και οι G1, G2, G3 και G4 θέσεις στάθμευσης, όχι μόνο από την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως κρίθηκε και με την υπ' αριθμ. 646/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης της από 06-09-2018 αίτησης αναίρεσης της και ήδη αναιρεσείουσας για παραμόρφωση του από 18-07-2007 μισθωτηρίου ως προς τον αριθμό των εκμισθωθεισών θέσεων στάθμευσης.

Άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση α) της από 24-02-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι η τελευταία αναφέρει: "...Αναφορικά με τους χώρους στάθμευσης με στοιχεία G1, G2, G3, G4, G5, G6 και G7, επιφάνειας αυτών...και οι οποίοι πράγματι μου μισθώθηκαν με το από 18-7-2009 (εννοεί 2007) ιδιωτικό συμφωνητικό ενιαία όμως με τους υπό στοιχεία G8, G9, G10, G11, G12, G13 και G14 χώρους στάθμευσης, σας δηλώνω ότι αδυνατώ να σας τους αποδώσω, δεδομένου ότι όλοι οι χώροι στάθμευσης, δηλαδή τόσο οι παραπάνω αναφερόμενες 14 θέσεις όσο και εκείνες που μου ανήκουν κατά κυριότητα (δηλαδή άλλες 15 θέσεις στάθμευσης) που όλες τους είναι συνεχόμενες και βρίσκονται στο υπόγειο του εδώ και επί της οδού ...

κτιρίου, έχουν εκμισθωθεί υπεκμισθωθεί από μένα στην Α. Κ. για ενιαία συνενωμένη χρήση από αυτή, και οποίος (εννοεί "η οποία") τους κατέχει και τους χρησιμοποιεί, με μηνιαίο μίσθωμα 850 ευρώ...", και (από την παραδεκτή επισκόπηση) β) του από 18-07-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης, πρώτη σελίδα, προκύπτει, ότι σαφώς συμφωνείται, ότι η ένδικη μίσθωση περιλαμβάνει και τις επτά (7) υπό στοιχ.

G1, G2, G3, G4, G5, G6 και G7 θέσεις στάθμευσης, η μίσθωση δε αυτή δεν αναιρείται από την ειδικότερη συμφωνία με τον 6ο όρο του ίδιου συμφωνητικού, σύμφωνα με τον οποίο η μισθώτρια θα άφηνε "πάντοτε ελεύθερους του τέσσερις πρώτους χώρους στάθμευσης (G1, G2, G3 και G4) για στάθμευση των αυτοκινήτων του εκμισθωτή και της οικογένειάς του".

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι η μισθωτική αξία των επτά θέσεων στάθμευσης ανερχόταν σε 238 ευρώ και όχι σε 850 ευρώ, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ότι έγινε δεκτό με τη δευτεροβάθμια απόφαση. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 11 γ και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη το από 11-10-2011 υπομισθωτήριο που συνήψε με την Α. Κ. για τις θέσεις στάθμευσης, αφετέρου δε παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δεχθέν ότι υπεκμίσθωσε και τις τέσσερις πρώτες θέσεις στάθμευσης, παρά το ρητό αντίθετο όρο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι είναι αντιφατικός, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, πέραν του ότι κρίσιμο ζήτημα στην ένδικη υπόθεση είναι, αν εκμσθώθηκαν και οι επτά θέσεις στάθμευσης στη μισθώτρια αναιρεσείουσα και όχι το περιεχόμενο της υπεκμίσθωσης εκ μέρους της τελευταίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο ο μισθωτής, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του τελευταίου, γιατί η ευθύνη είναι αντικειμενική.

Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 ΑΚ καθιερώνεται ιδιόμορφη αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή για την παραβίαση της προβλεπόμενης από τη ρύθμιση του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ υποχρέωσης αυτού να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.

Επίσης, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 199/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 ΑΚ, ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την παροχή, η οποία του προσφέρεται και η οποία είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή είναι κατά ποιότητα και ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο (ΑΠ 1123/2013, ΑΠ 314/2013, ΑΠ 214/2013, ΑΠ 105/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη λόγω παραβίασης του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 349 του ΑΚ, ισχυριζόμενη, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου κρίθηκε, ότι δεν κατέστη υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής, παρότι αυτός δεν αποδέχθηκε την προσήκουσα, πραγματική και κατ' ουσίαν ολική προσφερόμενη παροχή της, παραδίδοντας τα κλειδιά των τριών καταστημάτων της γονικής παροχής, ισογείου και πρώτου ορόφου, που αποτελούσαν κατά μισθωτική αξία τα είκοσι τέσσερα εικοστά πέμπτα (24/25) της παροχής προς τον εκ γονικής παροχής δικαιούχο, ενώ ανέλαβε να του καταβάλλει τη μισθωτική αξία, ποσού 102 ευρώ μηνιαίως, των τριών θέσεων στάθμευσης, που είχε υπεκμισθώσει στην Α.

Κ. Εντούτοις, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής δεν κατέστη υπερήμερος δανειστής για τους εξής λόγους: α) η μερική προσφορά της μισθώτριας (των τριών μόνο καταστημάτων, χωρίς τις επτά θέσεις στάθμευσης οχημάτων) δεν ήταν η προσήκουσα, β) η μισθωτική αξία των επτά (7) θέσεων στάθμευσης δεν ήταν επουσιώδης σε σχέση με τη μισθωτική αξία των λοιπών προσφερομένων, διότι το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα μαζί με τις επτά θέσεις στάθμευσης ανερχόταν σε 2.680 ευρώ, ενώ η μισθωτική αξία των επτά θέσεων ανερχόταν σε 238 ευρώ, γ) το υπό στοιχ.

ΑΑ-2 μίσθιο κατάστημα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 107,44 τ.μ. (το μεγαλύτερο σε επιφάνεια και οικονομικά σημαντικότερο από τα άλλα δύο μίσθια καταστήματα, εμβαδού 42,52 τ.μ. και 44,41 τ.μ.), παρέμεινε υπεκμισθωμένο (ως ενιαίο κατάστημα με το όμορο αυτού κατάστημα) από την αναιρεσείουσα μισθώτρια στην εταιρεία "Σ. Π.

και Σια ΟΕ" και σε λειτουργία καθ' όλη τη διάρκεια του ένδικου χρονικού διαστήματος (από 01-04-2012 έως 31-12-2013) και δ) η μισθώτρια δεν προέβη σε καμία έμπρακτη ενέργεια προς την κατεύθυνση της πραγματικής προσφοράς των μισθίων ακινήτων, όπως να ορίσει μεσεγγυούχο για την παράδοση των κλειδιών ή κατάθεση αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της μισθώτριας περί παράδοσης των κλειδιών των μισθίων στο δικαιοπάροχο πατέρα του εκμισθωτή, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν δικαιούχος για την παραλαβή τους.

Με την κρίση του αυτή, ότι δηλαδή η προσφερόμενη από τη μισθώτρια παράδοση των μισθίων ακινήτων στον εκμισθωτή δεν ήταν πραγματική και προσήκουσα και ότι ως εκ τούτου δεν κατέστη ο τελευταίος υπερήμερος δανειστής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 349 του ΑΚ και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα, όπως και οι σχετικοί λόγοι.

Ακολούθως, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά την απόρριψη των ενστάσεων των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ (και όχι και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ), τις οποίες είχε προτείνει τόσο πρωτοδίκως όσο και με λόγο της έφεσής της, εκθέτοντας α) ως προς την ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, ότι ενώ κάλεσε τον ενάγοντα να παραλάβει όλους τους μίσθιους χώρους και τα κλειδιά τους, πλην 3 θέσεων στάθμευσης, που ήταν υπομισθωμένες, αυτός αρνήθηκε να τους παραλάβει με την πρόφαση, ότι θα τους παραλάμβανε με την ταυτόχρονη εξόφληση των οφειλομένων κατ' αυτόν μισθωμάτων και την παράδοση των 3 θέσεων στάθμευσης, ότι με την πρόφαση αυτή ο ενάγων επιδιώκει την οικονομική της εξόντωση εν μέσω οικονομικής κρίσης και ενώ έχει απαξιωθεί η οικονομική και μισθωτική αξία των μισθίων και ενώ γνωρίζει, ότι ούτε η ίδια ούτε κανένας ενεργών για λογαριασμό της κατέχει ή χρησιμοποιεί τα μίσθια και ουδέν ωφελείται από αυτά και β) ως προς την ένσταση άρθρ. 300 ΑΚ, ότι ο ενάγων κατήγγειλε πλειστάκις τη μίσθωση, ότι όταν κλήθηκε με την από 24-2-2012 εξώδικη πρόσκληση να παραλάβει τα μίσθια, αρνήθηκε να τα παραλάβει με τους καταχρηστικούς και προσχηματικούς λόγους που προαναφέρει, ότι η μισθωτική αξία των 3 θέσεων στάθμευσης δεν υπερέβαινε τα 100 ευρώ και η μισθώτρια προσφέρθηκε να καλύψει τη ζημία αυτή, ότι μη παραλαμβάνοντας τα μίσθια, που του προσφέρθηκαν πραγματικά και προσηκόντως και παραλείποντας επί μακρόν να τα εκμεταλλευθεί συνέβαλε αιτιωδώς και υπαιτίως στη ζημία του και ότι επομένως πρέπει να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση αποζημίωσής του, άλλως να μειωθεί το ποσό της αποζημίωσης στο ποσό των 100 € μηνιαίως.

Εντούτοις, το Εφετείο κρίνοντας, αφενός μεν ότι οι ενστάσεις αυτές στηρίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει την ένσταση υπερημερίας δανειστή, ήτοι στην άρνηση του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή να δεχθεί την πραγματική και προσήκουσα, κατά τους ισχυρισμούς της μισθώτριας, προσφορά για την παράδοση των μισθίων ακινήτων, η οποία όμως (πραγματική και προσήκουσα προσφορά) με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδείχθηκε, αφετέρου δε (κρίνοντας) ότι η άρνηση του εκμισθωτή παραλαβής των μισθίων δεν αντίκειται στην καλή πίστη κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ κατά την απόρριψή τους και ο συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, χωρίς να έχει προτείνει σχετικό λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα απαραδέκτως επικαλείται, το πρώτον με τις παρούσες προτάσεις και την προσθήκη των προτάσεών της, ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης από 27-12-2013 αγωγής, επειδή φέρει μόνο τη σφραγίδα και όχι και την υπογραφή δικηγόρου, πέραν του ότι η τήρηση της σχετικής διάταξης του άρθρου 118 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ δεν τάσσεται από το νόμο με ποινή ακυρότητας, ενώ από την υπογραφή της δικηγόρου Ζωής Μιχαλοπούλου, κατά την κατάθεση του ανωτέρω εισαγωγικού δικογράφου στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, προκύπτουν με βεβαιότητα τα στοιχεία της συντάξασας το δικόγραφο δικηγόρου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-10-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 48/26-10-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ