Legislator Case Law & Legislation
1199/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on creditor's insolvency grounds, remanding case for further trial.

Case Number 1199/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the first ground alleging the debtors' insolvency and fraud, while dismissing the second ground on jurisdictional grounds. The appellant successfully demonstrated the debtors' inability to repay due to reduced income and excessive borrowing, whereas the second ground concerning the primary residence was deemed unnecessary to examine. Consequently, the single-instance judgment was revoked, and the case was remanded to the same court for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal based on the debtor's insolvency and fraud, remanding the case for retrial when the admitted ground renders further examination of other grounds superfluous.

Keywords

AI generated
insolvency appeal creditor's insolvency fraudulent debt remand for retrial Code of Civil Procedure jurisdictional objection supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 9(2) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1199 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1199/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ….με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Κ. του Κ., 2) Κ. συζ. Η. Κ., το γένος Δ. Μ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποιήσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Γερμανία, διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις από 8-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του, την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2015 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6355/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10404/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς 7518Β' και 7519Β'/6-3-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Όλγας Ευγενειάδου, 7253/4-3-2020, 7263/5-3-2020, 7338/13-7-2020 και 7255/5-3-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον - πιστωτής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "...", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 23-11-2019 (αριθμ. εκθ. Καταθ. 2557/2-12-2019) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-3-2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος, στους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, όμως, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων, κατά την περίοδο από 15-2-2021 έως την 10-5-2021 με τις διαδοχικά εκδοθείσες ΚΥΑ, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, εξαιτίας της πανδημίας covid-19 (άρθρο 14 της ΚΥΑ υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/03-4-2021), στη συνέχεια δε νομίμως αυτή φέρεται, αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προς εκδίκαση, στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (5-11-2021), η εγγραφή δε της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021).

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (που είχαν κληθεί νόμιμα για την αρχική δικάσιμο της 19-3-2021, όπως αναφέρθηκε), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚπολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον και η πέμπτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "....".

Κατά συνέπειαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ.2 του ΚΠολΔ). Η κρινόμενη από 23-11-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 10404/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) που αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:

α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 515/2018 οπ.π).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως εκ της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚπολΔ (που προτείνεται μόνο κατ' αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά την 1-1-2016), η οποία (διάταξη) ταυτίζεται σχεδόν με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔ, δεν ιδρύεται όταν η αγωγή ή ένσταση κλπ., απορρίφθηκε λόγω αοριστίας, νομικής ποσοτικής ή ποιοτικής και δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας της διαφοράς (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 1809/2007).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ή 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτές ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτές, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτές των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός τους, τις έκρινε ορισμένες, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών τις απέρριψε ως αόριστες (ΑΠ 860/2014).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. και κατ' ανάλογη εφαρμογή από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1072/2005), ή κατ' άλλη διατύπωση "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013).

Εξάλλου, οι αναφερόμενοι στη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, στις υποθέσεις ειρηνοδικείου, είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", περιοριστικοί "numerus clausus". Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, στον οποίο ορίζεται ότι "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", ο οποίος, επίσης, προτείνεται μόνο κατ' αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά την 1-1-2016, ταυτίζεται σχεδόν με αυτόν του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, η απαρίθμηση των λόγων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, είναι περιοριστική και δεν περιλαμβάνεται σε αυτούς λόγος ταυτιζόμενος με αυτόν του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1130/2009).

Συνεπώς, προκειμένου περί αοριστίας της αγωγής ή ένστασης κλπ, η νομική αοριστία αυτής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ένστασης κλπ, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή ενστάσεως κλπ, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ (ΑΠ 635/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην κρινόμενη υπόθεση το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, αληθώς, την αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε, ως αόριστη την ως άνω ένστασή του, επειδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιείχοντο σ' αυτήν όλα τα απαιτούμενα, για το ορισμένο της (ενστάσεως), στοιχεία, αν και αυτό (αναιρεσείον) παρέθετε όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής, κατά το άρθρο 262 ΚπολΔ, στοιχεία.

Ας σημειωθεί εδώ, ότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, δεν μπορούν να στηρίξουν λόγο αναιρέσεως από: α) τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού η ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των πρώτου και δεύτερης των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, απορρίφθηκε λόγω αοριστίας και δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας της διαφοράς, β) το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού δεν αφορούν τη νομική αοριστία της ενστάσεως, αλλά την ποσοτική αοριστία αυτής και τέλος γ) τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσης.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, με την υπ' αριθμ. 6335/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους της δεύτερης και τρίτης των καθών η αίτηση (και ήδη αναιρεσιβλήτων, αναγκαίων ομοδίκων του καθ' ου η αίτηση - ήδη αναιρεσείοντος) πιστωτριών περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε αδυναμία πληρωμής και απορρίφθηκε η αίτηση αυτών.

Όσον αφορά την ίδια όμως ένσταση (δόλου) που πρότεινε το καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η έκτη των καθ' ων (ήτοι το …... με την επωνυμία "...") προέβαλε την παραπάνω ένσταση δόλιας υπερχρέωσης με τις προτάσεις της, χωρίς ωστόσο να την προτείνει και προφορικά στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση για να καταγραφεί στα πρακτικά και κατά συνέπεια κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη" (βλ. 9ο φύλλο πρωτόδικης).

Ακολούθως, οι αιτούντες άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διακρατουμένης και δικαζομένης της υποθέσεως από το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την ήδη προσβαλλομένη 10404/2019 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση. Το καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ..., παραδεκτά επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 765 ΚΠολΔ, με τις, από 10-1-2019, προτάσεις του, την -απορριφθείσα, πρωτοδίκως ως απαράδεκτη-, κατά τα προαναφερθέντα, ένσταση περί δόλου των αιτούντων.

Η ένσταση είχε, το κάτωθι περιεχόμενο, κατ' ακριβή αντιγραφή των προτάσεων του καθ' ου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος: "Εν σχέσει δε με την επίδικη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες έλαβαν πιστωτικά προϊόντα από τα αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα (καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες και στεγαστικά δάνεια κλπ), δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση, αφού προέβησαν στη λήψη συνολικά εννέα δανειακών προϊόντων, στα τρία εκ των οποίων είναι συνοφειλέτες, με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος της τελευταίας ενήμερης οφειλής για αμφότερους να ανέρχεται στο ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως! Η δολιότητα καταδεικνύεται περίτρανα άλλωστε και από το γεγονός ότι η δεύτερη αιτούσα και νυν εκκαλούσα δύο μόλις μήνες μετά την απόλυσή της, και ενώ εμφανές ήταν πως δεν επρόκειτο να επαναπροσληφθεί, προέβη στη λήψη νέου - υπέρογκου για τα οικονομικά δεδομένα του ήδη υπέρμετρα επιβαρυμένου εκ των λοιπών δανείων νοικοκυριού της-δανείου ύψους 21.500 ευρώ, για τη δήθεν κάλυψη προσωπικών αναγκών, κι ενώ ήδη ήταν υπερχρεωμένοι από κοινού με τον σύζυγό της, χωρίς να διαφαίνεται για αυτούς, οιαδήποτε προοπτική οικονομικής ανάκαμψης στο εγγύς μέλλον, γνωρίζοντας λοιπόν θετικά και αυτή και ο σύζυγός της πως δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις οφειλές τους! Πασιφανές είναι λοιπόν - γεγονός που ορθά διέγνωσε η εκκαλουμένη - πως ο ισχυρισμός των αιτούντων και νυν εκκαλούντων ότι η οικονομική τους δυσπραγία οφείλεται τάχα στη μείωση των εισοδημάτων τους είναι ουσία αβάσιμος και σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί, αφού ακόμη και μετά την απόλυση της δεύτερης αιτούσας και νυν εκκαλούσας και τη συνταξιοδότηση του πρώτου αιτούντος και νυν εκκαλούντος, οπότε και μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό το εισόδημά τους, εξακολούθησαν να προβαίνουν σε δανεισμό! Παράλληλα η δολιότητα ενισχύεται και από το γεγονός πως ο υπέρμετρος δανεισμός των αιτούντων και νυν εκκαλούντων, έλαβε χώρα χωρίς να υφίσταται οιαδήποτε ανάγκη - πλην βεβαίως του στεγαστικού δανείου-αφού, όπως άλλωστε και οι ίδιοι ισχυρίζονται, το εισόδημα από την εργασία τους ήταν ιδιαίτερα αυξημένο! Επιπλέον, διαπιστώνεται υπερδανεισμός δυσανάλογα μεγάλος των οικονομικών δεδομένων των αντιδίκων, εάν παραθέσουμε σε πραγματική βάση: (1) τα δάνεια που έλαβαν οι αιτούντες, με επισήμανση ιδίως των καταναλωτικών δανείων ή δανείου εκ πιστωτικών καρτών, συνολικού ποσού 361.139,16 ευρώ και πλέον, διότι στην κατάσταση οφειλών στην υπό κρίση αίτησή τους δεν αναφέρονται τα ποσά ενός εκάστου δανεισμού, αλλά τα οφειλόμενα ποσά από τις βεβαιώσεις οφειλών εκάστου πιστωτή κατά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης π.χ.

ως προς το δάνειο 21/8532 που έλαβε ο αντίδικος από εμένα, συνολικού ποσού 20.000,00 ευρώ, αναφέρει ως συνολική οφειλή το ποσό των 5.515,19 ευρώ και όχι το ως άνω ποσό δανεισμού (2) τα εισοδήματά τους (ως ταύτα προκύπτουν από την ίδια την αίτηση και την εκκαλουμένη), ήτοι κατά το έτος 2007 και για τους δύο ποσό 39.683,21 ευρώ 916.646,45 συν 3.954,09 ο αιτών συν 19.082,67 ευρώ η αιτούσα) και κατά το έτος 2008 και για τους δύο ποσό 38.123,15 ευρώ (17.186,17 ο αιτών συν 20.936,98 ευρώ η αιτούσα) και γίνει (3) ΑΝΑΓΩΓΗ με μαθηματικές πράξεις του δυσανάλογα μεγάλου δανεισμού τους, είναι 10 φορές τουλάχιστον επάνω των οικονομικών δυνατοτήτων τους.

Εξάλλου, και εάν ακόμα γίνει δεκτό ότι το εισόδημα των αντιδίκων κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανειακών συμβάσεων, τον οποίο προσδιορίζουν μεταξύ των ετών 2007 και 2008 ήταν ικανό για την εξυπηρέτηση αυτού του υπέρογκου δανεισμού με ενήμερη δόση μηνιαίως ποσού πάνω από 2.000 ευρώ (εφόσον μετά τις ρυθμίσεις που έκαναν το έτος 2011 και σε εμένα το έτος 2012, η τελευταία μηνιαία ενήμερη δόση τους ανήρχετο στο ποσό των 1.800,00 ευρώ) και μηνιαίες απολαβές ποσού 2.700 ευρώ (π.χ.

έτος 2008 εισοδήματα 17.186,17 + 20.936,98=38.123,15: 14 μήνες = 2.723,08 ευρώ/μήνα), εύλογα αναρωτιέται κανείς πως ανταπεξέρχονταν στην κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών με δεδομένο μάλιστα ότι τα τέκνα τους κατά τον χρόνο δανεισμού τους το 2007-2008 ήταν αν όχι ανήλικα σίγουρα προστατευόμενα με πλείστες ανάγκες!!! Επιπλέον, συνακόλουθα με τον ανωτέρω προβληματισμό, εφόσον γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο Σας η εκ μέρους των αιτούντων παραβίαση του καθήκοντος αληθείας του άρθρου 10 του ν. 3869/2010, εφόσον διαπιστώνεται - χωρίς καμία αμφισβήτηση - ανακολουθία μεταξύ των δηλωμένων (1) ετησίων εισοδημάτων των αιτούντων, ήτοι 38.123,15 ευρώ κατά το έτος 2008, (2) των εικαζομένων μηνιαίων βιοτικών τους αναγκών, ήτοι πάνω από 1.600, ευρώ, όπως επικαλούνται στην κρινόμενη αίτησή τους και (3) των καταβαλλομένων δόσεων εκ δανείων ήτοι ποσού άνω των 2.000,00 ευρώ...Ο πρώτος αιτών και νυν εκκαλών δανειολήπτης μου, ..έλαβε δύο δάνεια μικροεπισκευαστικά από εμένα 10ετούς διάρκειας ποσού 10.000,00 ευρώ έκαστο, την 17-9-2003 το πρώτο με μηνιαία δόση 112,03 ευρώ και την 24-4-2007 το δεύτερο με μηνιαία δόση 113,28 ευρώ...

Σύμφωνα με την ως άνω (από 11-1-2019)κατάσταση οφειλών υπάρχει ληξιπρόθεσμο χρέος στα ανωτέρω δάνεια, κατά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης ποσού 452,12 ευρώ, που προέκυψε από μη καταβαλλόμενες δόσεις στο διάστημα από 3/2015 έως και 4/2016 και, συνολικού ληξιπροθέσμου χρέους 1.068,12 ευρώ μέχρι και 6/2016 993,56 ευρώ συν 74,56 ευρώ για οφειλή χαρτοσήμου στο πρώτο δάνειο για το οποίο έχει παρέλθει ο χρόνος αποπληρωμής του (31-12-2018) σύνολο 1068,12 ευρώ (βλ.

σελ. 3η, 4η και 5η των προτάσεών του)". Το δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10404/2019 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση περί δολιότητας των αιτούντων και ήδη δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη η ένσταση υπαίτιας περιέλευσής τους στην ανωτέρω αδυναμία, που πρόβαλαν, με τις προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι εφεσίβλητες δανείστριες τράπεζες, κατά το σκέλος αυτής ότι οι εκκαλούντες συνήψαν συνολικά εννέα (9) δανειακές συμβάσεις, με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος της τελευταίας ενήμερης οφειλής να ανέρχεται και για τους δύο στο ποσό των 1.800 ευρώ περίπου μηνιαίως, ώστε και χωρίς την προαναφερόμενη μείωση των εισοδημάτων τους, αυτοί τελούσαν εξαρχής σε γνώση ότι ήταν ενδεχόμενο να αδυνατούν να αποπληρώσουν τις οφειλές που αναλάμβαναν και αποδέχθηκαν αυτό, καθώς για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει ν' αναφέρει:

α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (.......), στη συγκεκριμένη δε περίπτωση καμία εκ των εφεσιβλήτων δεν ανέφερε το σύνολο των ως άνω στοιχείων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ούτε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δικάζοντος ως Εφετείου)".

Έτσι όμως που έκρινε, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, αφού, σύμφωνα και με όσα αναγράφονται στην εν αρχή νομική σκέψη, περιέχονται όλα τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, στοιχεία, για το ορισμένο της εν λόγω ενστάσεως.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα έχουν παραπάνω παρατεθεί, η εν λόγω ένσταση, κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, είναι ορισμένη, διότι το αναιρεσείον, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του δόλου του οφειλέτη, αναφέρει κατά την νόμιμη επαναφορά με τις προτάσεις του της ένστασής του, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω:

α) το αρχικό και τελικό ποσό δανεισμού που οι οφειλέτες και ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι συμφώνησαν να λάβουν από αυτό (αναιρεσείον), αλλά και από τους λοιπούς πιστωτές τους και ήδη λοιπούς αναιρεσίβλητους, β) τον χρόνο που τα συμφώνησαν, γ) τα εισοδήματά τους κατά το χρόνο λήψεως των δανείων, δ) το στοιχείο πρόβλεψης και αποδοχής της περιέλευσής τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού αναφέρει την οικογενειακή τους κατάσταση σε συνδυασμό με τις βιοτικές τους ανάγκες, καθώς και το γεγονός της εξακολούθησης υπέρογκου δανεισμού, τους ακόμη και μετά την μείωση των εισοδημάτων τους (λόγω συνταξιοδότησης του πρώτου και απόλυσης από την εργασία της δεύτερης) και την μη ευλόγως αναμενόμενη προοπτική μελλοντικής οικονομικής τους ανάκαμψης, γνωρίζοντας ότι αδυνατούν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους.

Επομένως ο ως άνω, πρώτος λόγος της αναίρεσης (αληθώς) από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, που αφορά το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης για τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεων των πιστωτών από τις καταβολές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων - οφειλετών για την διάσωση της πρώτης κατοικίας τους( άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού.

Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου.

Επίσης δεν περιλαμβάνεται διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10404/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ