Supreme Court dismisses appeal on co-ownership damages, ruling lower court correctly rejected abuse of right claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to award damages for exclusive use of a shared property. The appellant argued the claim constituted an abuse of right, citing the defendant's use of funds from her father and the delay in litigation. The court held that these facts did not meet the legal threshold for abuse of right under Article 281 of the Civil Code, as the claim remained within the bounds of good faith and social utility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962, 1113 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure: A claim for a share of profits from exclusive use of common property is not an abuse of right merely because the user is a parent, covers family needs, or the claim is filed after a delay, provided it does not contradict good faith or social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1199/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Σ. του Θ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Σπυροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μώκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συμπροσβαλλομένης και της 100/2013 του Ειρηνοδικείου Λαμίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου ανέγνωσε την από 18-5-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι από τον αναιρεσίβλητο ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας (συγκοινωνού του) αγωγή αποζημίωσης από την αποκλειστική εκ μέρους της χρήση του κοινού ακινήτου. Το Ειρηνοδικείο Λαμίας δέχθηκε κατ' ουσίαν την άνω αγωγή με την 100/2013 απόφασή του ερήμην της εναγόμενης. Κατά της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε έφεση. Το Μον/λές Πρωτοδικείο Λαμίας δικάζοντας ως Εφετείο, με την 225/2014 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση στα πλαίσια του άρθρου 528 ΚΠολΔ εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και αφού δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά ένα μέρος. Με την από 12-12-2014 αίτηση και τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους αναιρέσεως η εναγόμενη- εκκαλούσα πλήττει την ως άνω απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).
Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015).
Ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημιώσεως, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ` αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία (επί αστικού ακινήτου) ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν το ν. 4335/2015, καθόσον κατά το άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού οι θεσπισθείσες τροποποιήσεις στις διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται στα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 δικόγραφα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας στις 12-12-2014), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων (ΑΠ 288/2020). Έτσι, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αντίστοιχος με αυτόν από τον αριθμ. 14, άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 894/2018).
Ειδικότερα, η από τον αρ. 1 του άνω λόγου αναίρεσης πλημμέλεια δημιουργείται μόνο προκειμένου για ευθεία παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 117, 118, και 216 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ που ορίζουν τα απαιτούμενα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα της αγωγής ως προς την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 514/2002).
Προκειμένου συνεπώς περί αοριστίας της αγωγής, στο πλαίσιο του ανωτέρω λόγου ελέγχεται μόνο η "νομική αοριστία" (ΟλΑΠ 18/1998), δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του δικαιώματος και όχι η "ποσοτική ή ποιοτική" (πραγματική) αοριστία της, η οποία συντρέχει όταν το ουσιώδες γεγονός εξειδικεύεται ανεπαρκώς ή ασαφώς και ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγο (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1357/2011, ΑΠ 1330/2007), ο οποίος όμως, όπως εκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, o ενάγων (αναιρεσίβλητος) με την από 10-5-2012 αγωγή του, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ισχυριζόμενος ότι με την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) σύζυγό του είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας, του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου και ότι η εναγόμενη έκανε αποκλειστική χρήση του εν λόγω ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 10-5-2012, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του αποδώσει το όφελος που αποκόμισε από την εν λόγω χρήση κατά τον ως άνω χρόνο, το οποίο προσδιορίζει στη μισθωτική αξία του δικού του μεριδίου επί του ως άνω ακινήτου, κατά τα ειδικότερα μνημονευόμενα στην αγωγή.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην κατ' άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της, τον οποίο είχε προβάλλει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, καθόσον στην αγωγή αυτή ο αναιρεσίβλητος ουδόλως προσδιορίζει τα ωφελήματα που η ίδια αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του επίδικου διαμερίσματος, ούτε προσδιορίζει πως προκύπτει η επικαλούμενη στην αγωγή μισθωτική αξία του διαμερίσματος και ουδόλως επικαλείται τα στοιχεία κυριότητας αυτού, επί πλέον δε από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτή (αναιρεσείουσα) αποκόμισε μισθώματα από το ένδικο ακίνητο.
Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται για αοριστία συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση συγκεκριμένου εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (νομική αοριστία, ελεγχόμενη από το άρθρ. 560 αρ 1 ΚΠολΔ), αλλά για εσφαλμένη εκτίμηση που ανάγεται στα στοιχεία που περιείχε η αγωγή (πραγματική αοριστία), η οποία ωστόσο δεν ιδρύεται στις υποθέσεις αρμοδιότητας ειρηνοδικείου, όπως η προκείμενη.
Κατά τα λοιπά, ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008) και αντιστοίχως εκείνον του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ επί των υποθέσεων του Ειρηνοδικείου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.
Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.
Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1718/2012).
Εξάλλου, ως πράγματα των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε τον ισχυρισμό της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτής, ενόψει του ότι με το υπ' αριθμ. …/…-9-2012 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Λαμίας Ελένης Νάκη - Ζαλίκη έχει μεταβιβάσει το ανήκον σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ενδίκου κοινού ακινήτου στην κόρη της Θ.
Μ.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας διαλαμβάνοντας, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "... η εν λόγω μεταβίβαση έλαβε χώρα μετά την κατάθεση της αγωγής, ...η αξιούμενη από τον ενάγοντα αποζημίωση αφορά χρονικό διάστημα προγενέστερο αυτού της μεταβίβασης και συνεπώς ορθώς η αγωγή στρέφεται κατά της συγκυρίας- συγκοινωνού εναγόμενης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία κάνει αποκλειστική χρήση του επίκοινου ακινήτου....
δεν ασκεί δε έννομη επιρροή, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, το γεγονός ότι αυτή.... μεταβίβασε κατά κυριότητα το ποσοστό του δικαιώματος συγκυριότητας της επί του επιδίκου διαμερίσματος... Και τούτο γιατί, η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος κατά τη διάρκεια της δίκης δεν επιφέρει καμία μεταβολή σ' αυτήν, μη δυνάμενου του μεταβιβάσαντος....
να προτείνει την ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και ότι συνεπώς αυτή νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Kατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.
ΑΠ 5/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 1740/2012). Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 91/2011). Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 191/2013).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ 1126/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτής, ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, να ζητήσει το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος από την εκ μέρους της αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, με την εξής αιτιολογία: "Το γεγονός ότι το επίδικο διαμέρισμα αγοράστηκε με χρήματα του πατέρα της εναγομένης, όπως και το γεγονός ότι η εναγομένη καλύπτει αποκλειστικά τις ανάγκες διατροφής της μίας εκ των δύο θυγατέρων των διαδίκων εκ των εισοδημάτων που αποκομίζει εκ της χρήσεως του επίδικου ακινήτου ως επαγγελματικής της στέγης ή ότι ο ενάγων επιδίωξε δικαστικώς την είσπραξη της ανωτέρω αποζημίωσης μετά την παρέλευση τεσσάρων και πλέον ετών, δεν καθιστά άνευ ετέρου καταχρηστική την άσκηση του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντα, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή μόνον τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέστηκε η εναγομένη αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής της, δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της κατάχρησης δικαιώματος και γι' αυτό απέρριψε αυτήν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα εν λόγω περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2014 αίτηση της Γ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 225/2014 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Λαμίας .
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ