Legislator Case Law & Legislation
1199/2020 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal rejecting claim that court ignored defendant's admission regarding debt repayment.

Case Number 1199/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Crete's appeal against a lower court judgment regarding a debt dispute. The bank argued the court failed to consider the defendants' admission that a debt had been repaid and transferred to the plaintiff. The court found no evidence of such an admission in the procedural records and rejected the bank's other grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18, 22 of the Companies Law; Article 352 of the Code of Civil Procedure: A defendant's admission constitutes full proof only if made formally before the court or an authorized judge, and the appellate court must verify the existence of such formal admissions before ruling on their relevance.

Keywords

AI generated
admission evidence appellate review bank debt dispute formal admission code of civil procedure companies law judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 18 of the Companies Law
Article 22 of the Companies Law
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1199 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε."), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστριά της εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Μπόμπο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. - Μ. Λ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Σ. Λ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Στεφανάκη και Γεωργία Δραμπέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-1992 αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2921/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5725/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ' αυτή αλλά όργανο της.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρεία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.

και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο.

Περαιτέρω, κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές και του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ' αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1694/2009).

Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρείας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ' υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρείας εκφράζεται πρωτογενώς (ΑΠ 1541/2017, ΑΠ 1542/2017, ΑΠ 1363/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ74/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Η αρχικά πρώτη εναγομένη Ε. Β., της οποίας οι ήδη εφεσίβλητοι - εναγόμενοι είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, θετά τέκνα της, τον Μάρτιο του έτους 1987 ήλθε σε συμφωνία με τον Γ.

Κ., ο οποίος εκπροσωπούσε την ανώνυμη εταιρεία "Γραμμή ΑΕ Παραγωγή και Εκμετάλλευση Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας", προκειμένου να πωλήσει στην εν λόγω εταιρεία, την επιχείρηση της εφημερίδας "Καθημερινή", της οποίας ήταν ιδιοκτήτρια. Η συμφωνία αφορούσε το σύνολο της επιχείρησης ήτοι τόσο το σήμα της εφημερίδας όσο και τα ακίνητα στα οποία στεγαζόταν.

Το τίμημα συμφωνήθηκε στο χρηματικό ποσό των 400.000.000 δραχμών, 872.000 δολαρίων ΗΠΑ και 80.000 λιρών Αγγλίας, το οποίο και αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία της επιχείρησης μετά των ακινήτων της. Ωστόσο, συμφώνησαν ότι το εμφανές τίμημα που θα αναγραφόταν στα συμβόλαια θα ανερχόταν στο ποσό των 270.000.000 δραχμών συνολικά, από το οποίο ποσό 80.000.000 δραχμών για την επιχείρηση και 190.000.000 δραχμών για τις κτηριακές εγκαταστάσεις (ακίνητα), ενώ το υπόλοιπο θα ήταν κρυφό.

Ήτοι το κρυφό τίμημα θα ανερχόταν σε 130.000.000 δραχμές, 872.000 δολάρια ΗΠΑ και 80.000 λίρες Αγγλίας. Κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας, στις 17 Μαρτίου 1987 α) δυνάμει του …/1987 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ματθαίου Ασημακόπουλου, η Ε. Β. πώλησε και μεταβίβασε προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε νόμιμα ο Γ.

Κ., την ατομική επιχείρηση έκδοσης εφημερίδων και γενικότερα εντύπων που διατηρούσε στην Αθήνα, στην οδό ... αρ. …, στην οποία περιλαμβανόταν και η ημερήσια καθημερινή εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ". Ως τίμημα στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφηκε, κατά τη συμφωνία τους, το ποσό των 80.000.000 δραχμών, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτό, καταβλήθηκε με την …/…-03-1987 επιταγή της Τράπεζας Κρήτης που είχε εκδοθεί σε διαταγή της πωλήτριας Ε.

Β. και β) καταρτίσθηκε και το …/1987 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Ασημακοπούλου, με το οποίο η Ε. Β. και ο Γ. Κ. προσυμφώνησαν την πώληση και των αναφερόμενων σε αυτό ακινήτων, που περιγράφονται στη συνέχεια. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 20-03-1987, στον … τρεχούμενο λογαριασμό που η Ε. Β. τηρούσε στην Τράπεζα Κρήτης, στο κατάστημα …, έγινε πίστωση ποσού 130.000.000 δραχμών από τα διαθέσιμα της εν λόγω τράπεζας και την 28-7-1987 ο Γ.

Κ. εξέδωσε σε διαταγή της Ε. Β. την … επιταγή, ποσού 872.000 δολαρίων ΗΠΑ, συρόμενη από την αλλοδαπή τράπεζα Bank one of Columbus, Ohio, των ΗΠΑ.

Η Ε. Β. μεταβίβασε με οπισθογράφηση την επιταγή αυτή στην τράπεζα Κρήτης (κατάστημα …) και άνοιξε στο ως άνω κατάστημα της ... τον … λογαριασμό σε συνάλλαγμα στο όνομα της ιδίας και του συζύγου της Κ. Λ.. Ο άνω λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ, την ίδια ημέρα (28-7-1987). Μετά την καταβολή των κρυφών τιμημάτων των 130.000.000 δραχμών και των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ και σε εκτέλεση του προσυμφώνου η Ε.

Β., στις 30 Ιουλίου 1987 με το … συμβόλαιο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, πώλησε και μεταβίβασε προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία και τα ακίνητα στα οποία στεγαζόταν η επιχείρηση, ήτοι α) ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται στην …, επί της οδού ... αριθμός …, επιφάνειας 406 τ.μ και β) δύο συνεχόμενα οικόπεδα που βρίσκονται παρά την ..., μέσα στο σχέδιο της πόλης του ..., το ένα από τα οποία έχει επιφάνεια 2.475,94 τ.μ και το άλλο 608,25 τ.μ.

Στο οικόπεδο επί της οδού ... αριθμός … υπήρχε οικοδομή, η οποία είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 346,211 τ.μ, ισόγειο εμβαδού 275,75 τ.μ πρώτο όροφο, εμβαδού 298,84 τ.μ, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ορόφους, εμβαδού ο καθένας 269,41 τ.μ. Στα δύο οικόπεδα στο … υπήρχαν ισόγειες αποθήκες, συνολικής επιφάνειας 1321,54 τ.μ.

Ως τίμημα για τα πωληθέντα ακίνητα, δηλαδή ολόκληρο το κτήριο στην οδό ... αριθμός … και τα ακίνητα στο …, ορίσθηκε, κατά το παραπάνω συμβόλαιο και κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα το ποσό των 190.000.000 δραχμών, το οποίο ποσό, κατ' εντολή της πωλήτριας παρακρατήθηκε από την αγοράστρια εταιρεία για να εξοφληθούν τα δάνεια που η πωλήτρια είχε λάβει κατά καιρούς από την Εθνική Τράπεζα.

Κατά τα προεκτεθέντα το ποσό των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ που πιστώθηκε στο λογαριασμό της Ε. Β., αφορούσε μέρος του κρυφού τιμήματος που είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και του Γ. Κ. ως εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρείας "Γραμμή ΑΕ" και καταβλήθηκε σ' αυτή μέσω της εντολοδόχου ενάγουσας, η οποία ενήργησε με εντολή του Γ. "Κ., που ήταν αφενός πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου (ενάγουσας) αφετέρου ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της αγοράστριας εταιρείας "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε".

Η πίστωση του χρηματικού ποσού των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ στον λογαριασμό … της Ε. Β., πραγματοποιήθηκε κατόπιν εντολής του Γ. Κ. και ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα μεταβίβαση της τραπεζικής επιταγής από την Ε. Β.. Η κρίση του Δικαστηρίου για το πραγματικό αυτό περιστατικό ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι α) η τραπεζική επιταγή δεν βρέθηκε στα αρχεία της ενάγουσας, αλλά αναλήφθηκε από τον ίδιο τον Γ.

Κ. και β) η ενάγουσα έως την άσκηση της από 8-12-1992 αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα πέντε έτη, δεν είχε ελέγξει αν είχε επαρκές υπόλοιπο η τραπεζική επιταγή ή αν εισπράχθηκε. Επομένως, η τραπεζική αυτή επιταγή είχε μεταβιβαστεί από τον Γ. Κ. στην Ε. Β., χάριν καταβολής του χρηματικού ποσού των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ και μετά την πίστωση του λογαριασμού της Ε.

Β., κατ' εντολή του Γ. Κ., με το χρηματικό αυτό ποσό, αναλήφθηκε από τον Γ. Κ.. Ειδικότερα ο Γ. Κ., με την εντολή του περί πίστωσης του … λογαριασμού της Ε. Β. με το χρηματικό ποσό των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ ενήργησε αφενός για λογαριασμό της εντολέως εταιρείας "Γραμμή ΑΕ", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, αφετέρου δε για λογαριασμό της εντολοδόχου τράπεζας αποδεχόμενος για λογαριασμό αυτής την εντολή πίστωσης του ποσού των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ στο λογαριασμό της Ε.

Β., ως άμεσος αντιπρόσωπος της (Τράπεζας Κρήτης) και συγκεκριμένα, με την ισχυρή θέση που κατείχε και στις δύο εταιρείες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, έδωσε εντολή στους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, να προβούν στην πίστωση του παραπάνω ποσού που όφειλε η εταιρεία "Γραμμή ΑΕ" προς την Ε.

Β., ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του και με την ανοχή του διοικητικού συμβουλίου, εντολή που οι αρμόδιοι υπάλληλοι, ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους, αποδέχθηκαν και εκτέλεσαν. Η πίστωση του χρηματικού ποσού των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ έγινε χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της Ε.

Β., αλλά κατόπιν εντολής του Γ. Κ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρείας "Γραμμή ΑΕ", την οποία εκπροσωπούσε και αφορούσε η καταβολή αυτή μέρος του οφειλόμενου από την "Γραμμή ΑΕ" τιμήματος την αγορά της επιχείρησης και των ακινήτων.

Συνεπώς η Ε. Β. δεν κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της ενάγουσας χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία, δεδομένου ότι εισέπραξε το παραπάνω ποσό ως μέρος του τιμήματος που ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, των περιουσιακών στοιχείων που πώλησε και μεταβίβασε, ώστε να μην υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός αυτής ούτε έναντι της αγοράστριας εταιρείας παρά το γεγονός ότι το τίμημα δεν αναφερόταν στα συμβόλαια, η δε ενάγουσα ενήργησε ως εντολοδόχος του Γ.

Κ. και σε εκτέλεση της εντολής που έλαβε απ' αυτόν, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του. Το ότι υπήρξε ελαττωματικότητα στη σχέση κάλυψης μεταξύ της ενάγουσας εντολοδόχου και του εντολέα Γ. Κ., διότι ο τελευταίος (και η εταιρεία "Γραμμή ΑΕ" δεν κάλυψαν την ενάγουσα με κατάθεση στο ταμείο της του αντίστοιχου με την ανωτέρω πίστωση χρηματικού ποσού δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της πίστωσης, αφού το χρηματικό αυτό ποσό έλαβε η Ε.

Β. ως τίμημα με βάση έγκυρη σχέση με τον εντολέα (σχέση αξίας). Την 2-10-1987 καταβλήθηκε στην Ε. Β. και το χρηματικό ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας, με χρέωση των διαθεσίμων της ενάγουσας σε συνάλλαγμα, κατόπιν εντολής του Γ. Κ.. Να σημειωθεί ότι με τις τελεσίδικες αποφάσεις 3666/2012 και 3667/2012 του Εφετείου Αθηνών, έχει κριθεί ως προς τις προαναφερθείσες καταβολές των 130.000.000 δραχμών και των 80.000 λιρών Αγγλία, που αποτελούσαν μέρος του κρυφού τιμήματος και πραγματοποιήθηκαν, επίσης, κατόπιν εντολών του Γ.

Κ. προς την ενάγουσα σε λογαριασμούς της Ε. Β., δεν επήλθε πλουτισμός της Ε. Β. σε βάρος της ενάγουσας. Την 10-9-1987, η Ε. Β. έδωσε εντολή στο κατάστημα ... της ενάγουσας να εκταμιευθεί από τον προαναφερθέντα … λογαριασμού το εκεί κατατεθειμένο χρηματικό ποσό, που μαζί με τους τόκους είχε πλέον ανέλθει σε 875.000 δολάρια ΗΠΑ και να μεταφερθεί στην Northern Trust International Bank Corp Νέας Υόρκης και να πιστωθεί με αυτό ο … λογαριασμός της Merrill Lynch Int Corp και στη συνέχεια ο … υπολογαριασμός της Ε.

Β.. Επομένως, με το χρηματικό ποσό των 875.000 δολαρίων ΗΠΑ που εμβάσθηκε από την ενάγουσα, για λογαριασμό της Ε. Β., αφενός δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η Ε. Β. και αφετέρου δεν έχει αξίωση η ενάγουσα σε βάρος της Ε. Β. για καταβολή δαπανών, αφού νομίμως είχε πιστωθεί το προαναφερθέν χρηματικό ποσό στον λογαριασμό της Ε.

Β.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η, στηριζομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (διάδοχοι της αρχικά εναγομένης Ε. Β., η οποία έχει αποβιώσει και έχει κληρονομηθεί απ' αυτούς), να της καταβάλουν, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας (50%) το ισόποσο σε ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής των 872.000 δολαρίων ΗΠΑ είναι κατ' ουσία αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα, ότι ο Γ. Κ. ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας σε σχέση με τη σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε με την εταιρεία " ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε.", οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 18παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών". 211,216 και 716 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια ότι ο ανωτέρω, ενεργώντας με την ισχυρή θέση (του Προέδρου του ΔΣ) που κατείχε και στις δύο πιο πάνω εταιρίες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, έδωσε εντολή (με την ως άνω ιδιότητα του) και με την ανοχή του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής να προβούν στην αποστολή του παραπάνω εμβάσματος με κλειδαριθμημένο τηλετυπικό μήνυμα προς την αλλοδαπή τράπεζα του ποσού των 872.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που όφειλε η εταιρία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε." προς την Ε.

Β.. Δεν απαιτείτο δε για την νομική πληρότητα της απόφασης και άλλες, εκτός των ανωτέρω, αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αίτησης, με τους οποίους η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμοι. Αβάσιμη επίσης τυγχάνει και η παραλλήλως προβαλλομένη αναιρετική αιτίαση (κατ' ορθή εκτίμηση) από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., καθόσον το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων κρίση του σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικτικά μέσα.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την κρίση ότι η πίστωση του ποσού των 872.000,00 στο λογαριασμό συναλλάγματος της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ε.

Β., πραγματοποιήθηκε κατόπιν εντολής του Γ. Κ. και ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα μεταβίβαση της τραπεζικής επιταγής από την Ε. Β.. Με βάση όμως τις προεκτεθείσες παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει σαφείς πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, για το ότι η πίστωση πραγματοποιήθηκε αυθημερόν κατ' εντολή του Γ.

Κ. και χωρίς να συνδέεται η πίστωση με τη μεταβίβαση της επιταγής και μετά την πίστωση του λογαριασμού κατ' εντολή του Γ. Κ., αναλήφθηκε η επιταγή από τον ίδιο, με αποτέλεσμα όταν αργότερα διενεργήθηκε το έμβασμα του ποσού στο λογαριασμό που τηρούσε η Ε. Β. στις ΗΠΑ, να μην υπάρχει κάλυψη. Το ότι υπήρξε ελαττωματικότητα στη σχέση κάλυψης μεταξύ της ενάγουσας- αναιρεσείουσας εντολοδόχου και του εντολέα Γ.

Κ., διότι ο τελευταίος και η εταιρεία "ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ" δεν κάλυψαν την ενάγουσα με κατάθεση στο ταμείο της του αντίστοιχου με την ανωτέρω πίστωση χρηματικού ποσού, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της πίστωσης, αφού το χρηματικό αυτό ποσό έλαβε η Ε. Β. ως τίμημα; με βάση έγκυρη σχέση με τον εντολέα (σχέση αξίας). Η κρίση του δικαστηρίου, ότι η πίστωση πραγματοποιήθηκε κατόπιν εντολής του Γ.

Κ. και ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιταγής ενισχύεται από το ότι α) η τραπεζική επιταγή δεν βρέθηκε στα αρχεία της ενάγουσας, αλλά αναλήφθηκε από τον ίδιο το Γ. Κ. και β) η ενάγουσα έως την άσκηση της από 8.12.1992 αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα πέντε έτη, δεν είχε ελέγξει αν είχε επαρκές υπόλοιπο η τραπεζική επιταγή ή αν εισπράχθηκε.

Επομένως, η τραπεζική αυτή επιταγή είχε μεταβιβαστεί από το Γ. Κ. στην Ε. Β., χάριν καταβολής του χρηματικού ποσού των $ 872.000,00 και μετά την πίστωση του λογαριασμού της Ε. Β., κατ' εντολή του Γ. Κ. με το χρηματικό αυτό ποσό, αναλήφθηκε από το Γ. Κ.. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με το οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υπό την επίκλησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, αφού η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου είναι νομικά ανέλεγκτη (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Επομένως, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμών που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων ή διευκρινιστικών της αγωγής ή της ένστασης περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση αυτών (αγωγής ή ένστασης).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η πίστωση του ποσού των $ 872.000,00 στο λογαριασμό συναλλάγματος της Ε. Β. έγινε "ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα μεταβίβαση της τραπεζικής επιταγής από την Ε.

Β." ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την έφεση και τις προτάσεις τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και δη της από 5-9-2008 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, των από 9-11-2011 προτάσεων αυτών που υπέβαλαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και των από 22-1-1990 προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αρχικώς εναγομένη Ε.

Β., (όπως το όλο περιεχόμενο των προτάσεων αυτών εκτιμάται), προτάθηκε παραδεκτά ο ισχυρισμός ότι ο Γ. Κ. ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας- αναιρεσείουσας σε σχέση με τη σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας " ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ ", η δε λήψη υπόψη διευκρινιστικών του εν λόγω ισχυρισμού περιστατικών, όπως ότι η όλη διαδικασία έγινε με την εντολή, αποφασιστική παρουσία και κυρίαρχη θέση του Γ.

Κ. τόσο στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα όσο και στην εταιρεία "ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ" και ειδικότερα ότι ο Γ. Κ., έδωσε τη σχετική με την αποστολή του ως άνω εμβάσματος εντολή ενεργώντας με την ισχυρή θέση (του Προέδρου του ΔΣ) που κατείχε και στις δύο πιο πάνω εταιρείες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση αυτού (ισχυρισμού), που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν ιδρύει τον πιο πάνω, (από τον αριθ. 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά το διαγραφόμενο από την ως άνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σε σχέση με την επιταγή που είχε εκδοθεί σε διαταγή της δικαιοπαρόχου της Ε.

Β. από το Γ. Κ., ότι αυτή οπισθογραφήθηκε και μεταβιβάστηκε από την ίδια στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα (αιτία εισπράξεως (κατά πληρεξουσιότητα), γεγονός που είχε ως έννομη συνέπεια ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να προβεί στην οριστική πίστωσή του μόνο εφόσον η επιταγή είχε εισπραχθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προβεί σε ομολογία του γεγονότος αυτού.

Ειδικότερα οι αναιρεσίβλητοι, σε αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι εμβάστηκε κατόπιν εντολής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων το ως άνω ποσό σε λογαριασμό της στις ΗΠΑ, με την από 20.9.2011 προσθήκη-αντίκρουση στον πρώτο βαθμό, τις από 11.10.2017 προτάσεις στο Εφετείο, ανέφεραν την όλη διαδικασία για την υλοποίηση της συμφωνίας της δικαιοπαρόχου των Ε.

Β. για τη μεταβίβαση των αναφερόμενων, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιουσιακών της στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό η Ε. Β. κατέθεσε στην αναιρεσείουσα, αφού οπισθογράφησε την επιταγή που είχε εκδώσει ο Γ. Κ. σε διαταγή της και στη συνέχεια το παραπάνω ποσό εμβάστηκε στο λογαριασμό που τηρούσε, γιατί αυτό αποτελούσε μέρος του κρυφού τιμήματος που εδικαιούτο να λάβει.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " Η υπό εκκαθάριση παλαιά ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ (ν.2330/1995)" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", για αναίρεση της 5725/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών..

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ