Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence evaluation and procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, ruling that the grounds for appeal were insufficiently specific. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence, but the court found the appeal failed to clearly identify the specific legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was declared inadmissible due to its lack of precision, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly and concisely state the legal error to be considered admissible, otherwise it is rejected as vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1199/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Η. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1021/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4024/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.
Ειδικότερα, 1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή.
Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8 όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι άλλως θα είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη. Ο λόγος όμως αναίρεσης αυτός (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν για πρώτη φορά και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις, για την πληρότητα δε αυτού έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός και αν ακόμα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας και ακόμα να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού, πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1413/2014, 1078/2013, 1616/2007). 2.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 και 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο έγγραφο της αναιρέσεως α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, β) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, γ) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής, δ) ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτού παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, η δε αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν θεραπεύεται με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/98, ΑΠ 325/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως στο αναιρετήριο να μνημονεύονται ρητά και με σαφήνεια τα προαναφερόμενα στοιχεία, αλλά μόνο αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης..
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος.
3. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Με τον τρίτο, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τον αναιρεσίβλητο προς θεμελίωση της 16-9-2011 αγωγής αυτού και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10) ισχυρισμούς (του) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος. Ο τρίτος λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 (ΑΠ 941/92), ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
4. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009).
Δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος (ΑΠ 899/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που, από διαγνωστικό σφάλμα, του αποδόθηκε από το Εφετείο ή ότι το τελευταίο έκανε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του), με αποτέλεσμα το Εφετείο να οδηγηθεί σε τελείως διαφορετικό συμπέρασμα από το προκύπτον εκ του εγγράφου, ως προς την ύπαρξη ή μη πραγματικού γεγονότος.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αόριστος, ο τέταρτος και από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μεταξύ τους υπογραφεισών συμβάσεων από το 1996 έως το 2002, των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό και των εγγράφων που είχαν προσκομίσει στα δικαστήρια της ουσίας οι διάδικοι, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ούτε και διαλαμβάνεται ποια ήταν η υπό του Εφετείου εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλ' απλώς αναφέρεται η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση του. 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1022/2004). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 77/2009).
Επομένως ο πέμπτος λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η κατά την αναιρεσείουσα, αντίφαση εντοπίζεται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να μην ιδρύεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 732/2001).
6. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90). Αόριστος και απορριπτέος είναι επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αφού ουδόλως προσδιορίζονται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη επαρκούς ή νόμιμης ή αντιφατικής αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 317/2001).
7. Ο αναιρετικός λόγος του αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και αφού τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμος.
8. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 479/10, ΑΠ 907/2006). Με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε απόδειξη κατά του περιεχομένου των εγγράφων συμβάσεων που οι διάδικοι είχαν καταρτίσει μεταξύ τους στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν εκτίθεται με επάρκεια στο αναιρετήριο, για την απόδειξη τίνος ισχυρισμού προσκομίστηκε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο μέσο αυτό από το δικαστήριο και ποιο το αποδεικτικό νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης στην αξιολόγηση του μέσου αυτού.
Τέλος, πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα με όλους τους ως άνω αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 4024/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και εντεύθεν και η μετ' αυτής ενωμένη αίτηση της αναιρεσείουσας για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (579 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2016 αίτηση για αναίρεση της 4024/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ