1199/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1199/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1199/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευρίκλεια Γιαννούτσου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ., κατοίκου ..., άλλως ... και 2) Γ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σμυρνή, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2007 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4202/2011 μη οριστική και 4387/2012 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Κατά το άρθρο 673 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.) και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Στη διάταξη του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 30-7-2015 αίτηση ζητείται να αναιρεθεί η 4387/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, με την οποία, αντιμωλία της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, τότε πρώτης εφεσίβλητης, αντιμωλία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τότε εκκαλούντος και ερήμην του δεύτερου εφεσιβλήτου, ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, έγινε δεκτή η έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της 344/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, αφού όρισε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από τον δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ.
Μ., δέχθηκε εν μέρει την ευθεία αγωγή του εκκαλούντος του νυν πρώτου αναιρεσιβλήτου Π. Λ. κατά του Γ. Μ. καθώς και την πλαγιαστική αγωγή του εκκαλούντος νυν πρώτου αναιρεσιβλήτου Π. Λ. κατά της ασφαλιστικής εταιρίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης παραδεκτά ασκείται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο είναι τελεσίδικη, ενώ ως προς τον δεύτερο τούτων, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αλλά δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι εκδόθηκε ερήμην του και δεν αποδεικνύεται ότι κατέστη τελεσίδικη ως προς αυτόν διά της επιδόσεως της προσβαλλόμενης και της παρελεύσεως της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας κατ’ αυτής απράκτου ή τυχόν παραιτήσεως από αυτήν.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ ότι: "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", από δε τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, ότι: "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο υποστάς βλάβη του σώματος ή της υγείας του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της, συνεπεία της βλάβης της υγείας ή του σώματος, μειωμένης ικανότητας προς εργασία, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία την οποία έχοντας πλήρη ικανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Προς τούτο, όμως, δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκούσης πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδιαίτερα δε από τα προς τούτα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 643/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αγωγική αξίωση των διαφυγόντων κερδών δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας, επιβεβαίωσε εκ νέου το πόρισμα της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του, καταθέτοντας κατά λέξη, ότι ο ενάγων "με ποσοστό αναπηρίας 40%, μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του ξυλουργού...
Το 40% αντιστοιχεί σε μειωμένη απόδοση εργασίας του ξυλουργού, κατά 40%. Ο παθών κρίθηκε ικανός για την εργασία του ξυλουργού με υπολειτουργία 40%". Εξάλλου, όπως κατετέθη, ανωμοτί, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τον ίδιο τον ενάγοντα, αυτός ενάμιση [1,5] χρόνο μετά το ατύχημα, ήτοι το 2004, άρχισε να απασχολείται στην επιχείρηση του Ν.
Λ., όπου εργαζόταν και πριν από τον τραυματισμό του και συνέχισε να προσφέρει βοηθητικές κυρίως εργασίες έως το δεύτερο εξάμηνο του 2008, λαμβάνοντας 50 ευρώ ημερησίως, κατάθεση που ενισχύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής των μισθών του μηνός Μαΐου 2007 και δώρου Χριστουγέννων 2007.
Την εργασία όμως αυτή ο ενάγων προσέφερε, παρά τη μειωμένη ως άνω ικανότητά του, για το συγκεκριμένο επάγγελμα, προκειμένου να διατηρήσει τα απορρέοντα από τον ασφαλιστικό του φορέα δικαιώματα [είχε συμπληρώνει 1.200 ένσημα και του υπολείπονταν 1.500 για την καταβολή σύνταξης αναπηρίας από το ΙΚΑ], και την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης τόσο στον ίδιο, όσο και στην οικογένειά του.
Έτσι, εάν ο ενάγων δεν είχε τραυματισθεί κατά το ένδικο ατύχημα, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την εργασία του, ως τεχνίτης ξυλουργός, είτε στην επιχείρηση του Ν. Λ. είτε σε οποιαδήποτε παρεμφερή, για 20 ημέρες μηνιαίως, αντί 50 ευρώ ημερησίως, το συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ [20 ημέρες χ 50 ευρώ], από το οποίο θα αφαιρεθεί το αναλογούν, στο ποσοστό [40%] της αναπηρίας του, ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς, αυτός θα αποκόμιζε μηνιαίως το υπόλοιπο ποσό των 600 ευρώ. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα συνέχιζε, και μετά το έτος 2005, να εργάζεται κατά τις απογευματινές ώρες και τα Σαββατοκύριακα σε διάφορους ιδιώτες, από τους οποίους θα εισέπραττε τα αναφερόμενα στην αγωγή του επί πλέον χρηματικά ποσά. Το δεδικασμένο που απορρέει από την 7055/08 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεν δεσμεύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς το σημείο αυτό.
Συνεπώς, ο παθών εκκαλών, δικαιούται τα διαφυγόντα εισοδήματα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως και τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης στις 23-2-2012, απορριπτομένου, ως αβάσιμου, του αιτήματός του για ετήσια αναπροσαρμογή αυτών, κατά ποσοστό 5%, λαμβανομένων υπόψη των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών και ειδικότερα της κρίσης στην οικοδομική δραστηριότητα, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα.
Έτσι, οφείλονται στον ενάγοντα από 1-1-2006 έως 31-12-06 μηνιαίως 600 ευρώ, από 1-1-2007 έως 31-12-2007 ποσό 600 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2008 έως 31-12-2008 ποσό 600 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2009 έως 31-12-2009 επίσης 600 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2010 έως 31-12-2010 μηνιαίως 600 ευρώ, από 1-1-2011 έως 31-12-2011 μηνιαίως 600 ευρώ, για τον Ιανουάριο του 2012 ποσό 600 ευρώ και για τον Φεβρουάριο 2012 [έως τη συζήτηση της έφεσης στις 23-2- 2012], ποσό 480 ευρώ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως πιθανολογηθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόν κέρδος) και δικαιολογούν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά εκείνα που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους από την εργασία του ως ξυλουργού, που ασκούσε πριν το ένδικο ατύχημα, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και τις ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, βάσει των οποίων καθίσταται πιθανό το προσδοκώμενο και αιτούμενο με την αγωγή διαφυγόν κέρδος.
Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού το αποδεικτικό της πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απώλειας των εισοδημάτων του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της μερικής ανικανότητάς του για την εργασία του ξυλουργού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (κατά ποσοστό 40%) λόγω του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί. Η αιτίαση δε, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος καίτοι ανάπηρος κατά ποσοστό 40% εργαζόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρά ταύτα, κατ’ αντιφατικό τρόπο του επιδικάζει διαφυγόν κέρδος 600 ευρώ μηνιαίως καίτοι δέχεται ότι αν δεν τραυματιζόταν θα αποκόμιζε από την εργασία του 1.000 ευρώ μηνιαίως, είναι αβάσιμη και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι η μελλοντική αποθετική ζημία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας του ή το είδος, την έκταση και την σοβαρότητα της σωματικής βλάβης αλλά είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα προς κτήση εισοδημάτων, η οποία πιθανολογήθηκε στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1435/2013).
Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν’ απορριφθούν.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Μ. και κατ’ ουσία ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Λ., να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.07.2015 αίτηση για αναίρεση της 4387/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Μ. και κατ’ ουσία ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Λ..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πρώτου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ