Legislator Case Law & Legislation
1199/2016 AI generated

1199/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1199/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1199/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: 1) αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.

Keywords

AI generated
criminal record certificate lex loci delicti instantaneous offence offences against the family well-founded fear of persecution fitness for detention
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1199 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1199/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Δ. του Α., υπηκόου Αλβανίας και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κόκκαλη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 986/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/2015.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ληστείας που είναι σύνθετο έγκλημα αποτελούμενο από τις πράξεις της κλοπής και της παράνομης βίας, απαιτείται αντικειμενικώς αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου ήτοι η κλοπή, η αφαίρεση να γίνει με σωματική βία κατά προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής δηλαδή η παράνομη βία, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει αφενός τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου και αφετέρου τη θέληση να το αφαιρέσει και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης και την θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεσή του.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: 1) αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.

Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, 2) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 986/2015 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ότι, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν μαζί με την απόφαση, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και της απολογίας του κατηγορουμένου, (δέχθηκε), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, καθόσον αφορά στην αξιόποινη πράξη της ληστείας ότι απεδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Χ.

Δ. του Α., υπήκοος Αλβανίας, που γεννήθηκε το έτος 1972, κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα, τέλεσε τα εγκλήματα των διακεκριμένων κλοπών και της ληστείας...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παρών κατηγορούμενος Χ. Δ., στην ... Αττικής, την 6.6.1996 και περί ώρα 02.30’ , ενεργώντας από κοινού με άγνωστο συναυτουργό του, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εισήλθε με τον άγνωστο συναυτουργό του, από το παράθυρο στην επί της οδού ...

οικία της Κ. Π. του Γ., 73 ετών τότε και αφού ο κατηγορούμενος της έκλεισε το στόμα με το χέρι του, για να μη μπορεί να φωνάξει και αντιδράσει, της αφαίρεσε με τον συναυτουργό του, από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 70.000 δραχμών και 60 δολάρια Αμερικής και από άλλη τσάντα δύο χρυσούς γυναικείου σταυρούς και δύο δακτυλίδια χρυσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.

Όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεικνύονται από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, η τέλεση... Περαιτέρω, η πράξη της ληστείας σε βάρος της Κ. Π., την οποία αρνείται ο κατηγορούμενος, αποδεικνύεται πλήρως ιδιαίτερα: α) Από το 6.6.1996 σήμα του Α.Τ. ...

Αττικής, το οποίο περιγράφει την επίδικη πράξη της ληστείας στις 6.6.1996, από δύο δράστες αγνώστους μέχρι την αποστολή του σήματος, β) Από το με αριθμό πρωτοκόλλου .../24- ή /30.6.2006 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας ... προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με το οποίο αποστάλθηκε η έκθεση ένορκης εξέτασης της παθούσας.

Στο έγγραφο αυτό, που αναγνώστηκε, αναφέρεται ως σχετικό το αριθμ. ... από 11.11.2005 έγγραφο Δ.Ε.Ε/Τμ. Εξερευνήσεων. Το τελευταίο αυτό έγγραφο της Δ.Ε.Ε που αναφέρεται ότι αναγνώστηκε στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με τα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, δεν εντοπίστηκε στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, παρότι υπήρχε και δεν αναγνώστηκε στην παρούσα δίκη.

Έτσι το από 11.11.2005 έγγραφο της Δ.Ε.Ε. δεν λαμβάνεται υπόψη ως έγγραφο. Το περιεχόμενό του όμως, κατά το ουσιώδες μέρος του, αναφέρεται στο παραπάνω από 30.6.2006 διαβιβαστικό έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας ... και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι κατόπιν του πιο πάνω από 11.11.2005 σχετικό της Δ.Ε.Ε. δράστης της ληστείας φέρεται ο κατηγορούμενος Χ.

Δ.. Συνάγεται, δηλαδή ότι αποτυπώματά του βρέθηκαν στους χώρους της οικίας της παθούσας." και γ) Από την 17.12.2005 ένορκη προανακριτική κατάθεση, στο Τμ. Ασφαλείας ... της παθούσας Κ. Π., ήδη αποβιώσασας, που αναγνώστηκε πρωτόδικα και στον παρόντα βαθμό, η οποία αφού επιβεβαιώνει την από 6.6.1996 καταγγελία της για τη ληστεία, αναφέρει ότι η αστυνομία της ...

την ενημέρωσε ότι αποτυπώματα του κατηγορουμένου βρέθηκαν μέσα στην οικία της και ότι αυτός είναι ο δράστης της σε βάρος της ληστείας. Επομένως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν σχετίζεται με την επίδικη αυτή πράξη της ληστείας ..." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της διακεκριμένης κλοπής κατ’ εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας και της ληστείας από κοινού και του επέβαλε ποινές καθείρξεως οκτώ (8) ετών για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής και κάθειρξη δέκα (10) ετών για την πράξη της ληστείας με το ακόλουθο διατακτικό, καθό μέρος αφορά στην πράξη της ληστείας : "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Ι....

ΙΙ. Στην ... - Αττικής, την 6.6.1996 και περί ώρα 02.30’ , από κοινού με άγνωστο συναυτουργό του, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα: Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εισήλθαν από το παράθυρο στην επί της οδού ..., οικία της Κ.

Π. του Γ. και αφού της έκλεισε το στόμα με το χέρι του της αφαίρεσαν από την τσάντα της το χρηματικό ποσό των 70.000 δραχμών και 60 δολάρια Αμερικής και από άλλη τσάντα δύο χρυσούς γυναικείους σταυρούς και δύο δακτυλίδια χρυσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα." Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν δικαστήριο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.

απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων α) της διακεκριμένης κλοπής τετελεσμένης και εν αποπείρα, κατά μόνας και από κοινού ενεργώντας, όπου είχαν ενωθεί για τη διάπραξη κλοπών, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ’ εξακολούθηση και β) της ληστείας από κοινού, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ. 1, 98, 374 εδ.

δ’ και ε’ σε συνδ. 372 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, εν σχέσει με το έγκλημα της ληστείας, ως προς το οποίο περιορίζεται η έρευνα των λόγων αναιρέσεως, η απόφαση αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, ή αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, εντεύθεν δε συνάγεται ότι όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης δεν περιορίστηκε, επιλεκτικά, σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αλλ’ αναφέρει και ενδεικτικά αυτά, πέραν των άλλων, δεν σημαίνει ότι αγνόησε και τα υπόλοιπα.

Ούτως οι περί του αντιθέτου εκτιθέμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα αυτές, κατά τις οποίες, η προσβαλλομένη, αφενός δεν έλαβε υπόψη της το από 11.11.2005 έγγραφο της Δ.Ε.Ε. και αφετέρου τεκμαίρει το περιεχόμενό του και συνεπώς το λαμβάνει υπόψη από το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30.6.2006 έγγραφο, το οποίο όμως δεν αναφέρεται στο ακριβές περιεχόμενο του από 11.11.2005 εγγράφου της Δ.Ε.Ε.

και αναφέρει ότι, σύμφωνα με αυτό δράστης είναι ο Χ. Δ. και ότι η αντίφαση αυτή, δημιουργεί ασάφεια και αοριστία στον σχηματισμό της κρίσης περί της ενοχής του, με δεδομένο ότι το έγγραφο αυτό δεν υπήρχε στη δικογραφία και το δικαστήριο αποδέχθηκε το περιεχόμενο του είναι προεχόντως αβάσιμως, αφού εκ των άνω ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται, εφ’ οσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την περί ενοχής (για την ληστεία) κρίση του στήριξε σε όλα τα αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ως άνω και ιδιαίτερα στο από 30/6/2006 έγγραφο, καθ’ ο μέρος δε, συνιστούν αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα του τελευταίου εγγράφου (από 30.6.2006 διαβιβαστικού εγγράφου του Τμήματος Ασφαλείας ...), καθόσον εξ αυτού συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Κατόπιν τούτων ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ’ Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ.1 και 369 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ, δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι δεν παρέχεται στον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο και τους λοιπούς διαδίκους η δυνατότητα να ασκήσουν το εκ του άρθρου 358 του αυτού Κώδικα απορρέον δικαίωμά τους να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και εν γένει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθούν στην ανάγνωσή του.

Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται, αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδριάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το υπ’ αριθμ. ... από 11.11.2005 έγγραφο Δ.Ε.Ε./Τμ. Εξερευνήσεως έχει διαγραφεί από τον κατάλογο των αναγνωστέων και αναγνωσθέντων εγγράφων στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά την οποία δεν ανευρέθη και γι’ αυτό ρητά μνημονεύεται στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως ότι δεν αναγνώστηκε και δεν λαμβάνεται υπόψη (μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται σ’ αυτά ότι αναγνώστηκαν στο ακροατήριο).

Όμως, παρά τη μη ανάγνωση στο ακροατήριο του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου του ανωτέρω εγγράφου, το περιεχόμενο αυτού, κατά το ουσιώδες μέρος του, αναφέρεται στο από 30.6.2006 διαβιβαστικό έγγραφο του τμήματος Ασφαλείας ..., το οποίο και αναγνώστηκε και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό, (όπως και για τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη).

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, που περιέχονται στον δεύτερο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του από 11.11.2005 εγγράφου της Δ.Ε.Ε., το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν ήταν στη δικογραφία και δεν αναγνώσθηκε, από το υπ’ αριθμ..../24-/30.6.2006 διαβιβαστικό έγγραφο του τμήματος Ασφαλείας ..., το οποίο και ελήφθη υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης της, χωρίς να δύναται αυτός να αντικρούσει και να σχολιάσει είναι αβάσιμες διότι εκ της αναγνώσεως του τελευταίου εγγράφου με το αναφερόμενο περιεχόμενό του, απετράπη η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη μη ανάγνωση κατά την αποδεικτική διαδικασία του ως άνω εγγράφου και εντεύθεν αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ Κ.Ποιν.Δ. σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (του υπ’ αριθμ. ... από 11.11.2005) εγγράφου (Δ.Ε.Ε./Τμ. Εξερευνήσεως) που δεν αναγνώστηκε. Τέλος η αιτίαση ότι το έγγραφο της Δ.Ε.Ε. δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από το από 30.6.2006 διαβιβαστικό έγγραφο του τμήματος Ασφαλείας ..., αφορά αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.04.2015 δήλωση - αίτηση του Χ. Δ. του Α., ήδη κρατουμένου στο κατάστημα Κράτησης Λάρισας επιδοθείσα στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, για αναίρεση της 986/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ