Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of defendant and rejects substantive evidence arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by S. and I. against the final judgment of the Aegean Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific documentary evidence proving land boundaries, while the respondents contended the court had correctly considered all submitted proofs. The court ruled that the appeal was inadmissible because the death of a respondent occurred after the final judgment, requiring the appeal to be directed against the universal heirs rather than the deceased, and found the substantive arguments regarding the land documents unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 62, 73, 313(1)(d) and 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; If a party dies after the final judgment, the appeal must be filed against the universal heirs, and failure to do so renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1199/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Χ. του Α. κατοίκου ... και 2)Ι. Χ. του Α., κατοίκου Νάξου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Ε., 2)Κ. Λ. του Γ., 3)Σ. συζύγου Κ. Λ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 4)Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5)Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., και 6)Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο - Αλέξανδρο Καλαβρό, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Σ. χήρα Κ. Λ. (ήδη 3η αναιρεσίβλητη), Γ. Λ. του Κ. και Ε. Λ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-1983 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχικής διαδίκου Φ. χήρα Α. Χ., το γένος Ι. Ν. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/1984 μη οριστική, 37/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2011, 33/2013 μη οριστικές και 153/2014 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/12/2014 αίτησή τους και τους από 8/4/2015 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/5/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατ’ άρθρον 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.
κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.
Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Κ. Λ. απεβίωσε την 8-10-2014 δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και πριν από την άσκηση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Σ. Λ. τρίτη των αναιρεσιβλήτων και από τα τέκνα του Γ.
και Ε. Λ.. Ο θάνατος του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου και το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσείοντες (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.).
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσον προκύπτει ότι οι τελευταίοι γνώριζαν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής το θάνατο του προαναφερομένου αντιδίκου τους, οι δε κληρονόμοι του παρίστανται νομίμως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του παραπάνω διαδίκου, που είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής και των προσθέτων λόγων της και νομίμως χωρεί η συζήτηση επί της αναίρεσης και ως προς αυτόν. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ., στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η αίτηση της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής κατά της 153/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Όπως δε προκύπτει από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό οι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλ.
Καλαβρού, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας για τους φερόμενους, ως εκπροσωπούμενους από αυτόν τέταρτο, πέμπτο και έκτο τούτων, αφού δεν προσκομίζονται τα σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα. Εξάλλου δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν από τους αναιρεσείοντες ή τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ομοδίκους τους, για να εμφανισθούν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την παραπάνω δικάσιμο.
Συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ο νόμος ορίζει και θεωρούνται για το λόγο αυτό δικονομικώς απόντες. Επομένως πρέπει, ενόψει του ότι οι τελευταίοι, συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που παρίστανται νομοτύπως, με το δεσμό της απλής ομοδικίας, ως εναγόμενοι σε διεκδικητική κυριότητας αγωγή, να χωρισθεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς τούτων.
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ’ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, αν η διεκδικητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, πρέπει δε τούτο όπως σε κάθε σχετική αγωγή, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό αυτής τίτλο.
Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας επί ακινήτου της κληρονομίας του άμεσου δικαιοπαρόχου (κληρονομουμένου) του κληρονόμου στερείται εννόμων συνεπειών, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ειδικώς την επί του επιδίκου κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οπότε ο τελευταίος οφείλει κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να καθορίσει και η σχετική απόφαση να διαλάβει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεση δικαιοπάροχό του και αν υπάρχει ανάγκη και των απωτέρων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτοτύπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της νόμιμα μεταγραφείσας........... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ............, περιήλθε στην συγκυριότητα των εκκαλούντων - εναγόντων και της αρχικής πρώτης ενάγουσας Φ.
χας Α. Χ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες, ως κληρονόμοι αυτής μετά τον επισυμβάντα θάνατό της, υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 16-11-1958 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, Α. Χ. του Σ., και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην αρχική πρώτη ενάγουσα και 3/8 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους λοιπούς των εναγόντων "..ένας βουνώδης αγρός καλούμενος "Κάτω λοφίσκος ..." κείμενος εις θέσιν Άγιος Γεώργιος της Κτηματικής Περιφέρειας της κοινότητος Νάξου, τέως Δήμου Νάξου, παρά το εργοστάσιο Βυρσοδεψίας Κ.
Κ., εκτάσεως περίπου τριών στρεμμάτων, αμμώδους και βραχώδους γης, συνορευόμενος πέριξ με θάλασσαν, κτήμα Κ. Κ. και δρόμον, όστις βραχώδης αγρός περιήλθεν.......". Στον προαναφερόμενο δικαιοπάροχο τους, ο ως άνω αγρός περιήλθε με αγορά από την Π. Π. του Α. (κοινή απώτερη δικαιοπάροχο διαδίκων), δυνάμει, του νόμιμα μεταγραφέντος (τ….
αρ. ...) με αριθμό ...21-3-1940 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου............., όπου το ακίνητο περιγράφεται, όπως ακριβώς και στην προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, περιελθόντα σε αυτή εξ’ ανταλλαγής παρά του αποβιώσαντος συζύγου της, Α. Π. προ εικοσαετίας περίπου ...... ". Περαιτέρω, τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων -εναγόντων, αποτελούν τμήματα του ως άνω ακινήτου τους και αφορούν τους εφεσίβλητους - εναγομένους, προσδιορίζονται στην αγωγή ως ακολούθως:
α) ένα εδαφικό τμήμα, έκτασης 1.215 τ.μ., που φέρεται ότι κατέλαβε ο πρώτος εφεσίβλητος - δεύτερος εναγόμενος Α. Π., υπό τον αριθμό (3) και με τα στοιχεία ΜΝΕΖΦΒΜ του από Απρίλιο του 1983 τοπογραφικού διαγράμματος του αγρονόμου - μηχανικού Γ. Κ. συνορεύει: βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Λ. και Σ. Λ. (2ου και 3ης των εφεσίβλητων - εναγομένων) και εν μέρει με έκταση αδελφών Μ. (Σ., 5ου και 6ου των εφεσίβλητοι - εναγομένων), νότια με θάλασσα, ανατολικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του 1ου εφεσίβλητου, δυτικά εν μέρει με κτήμα Κ. (ήδη Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας) και εν μέρει με ιδιοκτησία τους (εκκαλούντων - εναγόντων), που έχει ήδη καταληφθεί, κατά τους ισχυρισμούς τους, από το Ταμείο -Αεροπορικής-Άμυνας (Τ.Λ.Α.), β) ένα εδαφικό τμήμα, έκτασης 186 τ.μ που φέρεται ότι κατέλαβαν ο 2ος και 3η των εφεσίβλητων - εναγομένων, υπό τον αριθμό (2) και με τα στοιχεία ΠΚΛΓ του ιδίου ως άνω από Απρίλιο του 1983 τοπογραφικού διαγράμματος και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του Ταμείου Αεροπορικής Άμυνας, νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των ιδίων (εκκαλούντων), που έχει καταληφθεί από τον 1ο εφεσίβλητο-εναγόμενο, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία των ιδίων (εκκαλούντων), που έχει καταληφθεί από τον Σ.
Μ., 5ο και 6ο των εφεσίβλητων - εναγομένων και δυτικά με κτήμα Κ. (νυν Τ.Α.Α.) και γ) ένα εδαφικό τμήμα, έκτασης 233,50 τ.μ., που φέρεται ότι κατέλαβαν οι Σ. Μ., 5ος και 6ος των εφεσίβλητων - εναγομένων, υπό τον αριθμό (1) και με τα στοιχεία ΙΔΠΚΙ του ιδίου ως άνω από Απρίλιο του 1983 τοπογραφικού διαγράμματος και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του Τ.Α.Α., νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των ιδίων (εκκαλούντων), που φέρεται ότι έχει καταληφθεί από τον 1ο εφεσίβλητο, Α.
Π., ανατολικά με δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Μ. και δυτικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία τους. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ως άνω έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι τα ως άνω επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στο ως άνω ακίνητο, που απέκτησαν οι εκκαλούντες - ενάγοντες από τον δικαιοπάροχο τους, όπως αυτό περιγράφεται στους ως άνω τίτλους τους.
Και τούτο διότι από την αντιπαραβολή της περιγραφής του ακινήτου των εκκαλούντων - εναγόντων στα προαναφερόμενα συμβόλαια και με την περιγραφή των επίδικων εδαφικών τμημάτων, που περιέχεται στην αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτά αποτελούν επιμέρους τμήματα του προαναφερόμενου μείζονος ακινήτου αυτών, που περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους με το ως άνω με αριθμό ...1940 συμβόλαιο.
Συγκεκριμένα το ως άνω ακίνητο, που κληρονόμησαν οι εκκαλούντες από τον χωρίς διαθήκη αποβιώσαντα το έτος 1958, Α. Χ., όπως προαναφέρθηκε,είχε αποκτήσει αυτός (κληρονομούμενος), δυνάμει του προαναφερομένου με αριθμό ...21-3-1940 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, από την κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων, Π. Π., η οποία είχε αποκτήσει αυτό, σε μεγαλύτερη έκταση, από ανταλλαγή από τον σύζυγο της, Α.
Π., δυνάμει του με αριθμό ...1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου, Μιλτιάδη Πραντούνα, νομίμως μεταγεγραμμένο και έτσι η Π. Π. με το ως άνω με αριθμό ...1923 συμβόλαιο, έγινε κυρία και απέκτησε "...αγρό ή οικόπεδο κείμενον εν τη θέση ... και παρά το νεκροταφείο της πόλεως Νάξου του δήμου Νάξου, οριζόμενον πέριξ με αγρό Π.
συζύγου του, με αγρόν Χ. Μ. Α. και παραλίας...... Ο δε Α. Π. είχε καταστεί κύριος του ως άνω ακινήτου, που αντάλλαξε με την σύζυγο του Π. Π., από αγορά από τον Χ. Α., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου με αριθμό ...1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου, Μ. Π., το οποίο στο εν λόγω συμβόλαιο περιγράφεται ως ακολούθως: "...τμήμα περικλειόμενον και οριζόμενον ως εξής:
εκ του βορείου τοίχου του Νεκροταφείου προεκτεινόμενης παραλλήλως του τοίχου γραμμής, διερχόμενης κατ’ αρχάς δια μικρού μέρους του αγρού της Π. Α. Π., προχωρούσης δια της γραμμής ταύτης μέχρι ου συναντήσει γραμμή παράλληλον προς τον ανατολικόν τοίχον του περιβόλου της εκκλησίας ο Άγιος Γεώργιος και τρία μέτρα ανατολικότερον του εν λόγω τοίχου, εκ του σημείου δε τούτου προχωρούσης της γραμμής παραλλήλως του ως είρηται ανατολικού τοίχου του περιβόλου της εκκλησίας ο Άγιος Γεώργιος και κατά διεύθυνσιν προς νότον μέχρι της παραλίας, δια των ούτω ως είρηται γραμμών, δια την προς νότον παραλίας ως και δια του ανατολικώς κείμενου αγρού Π.
Α. Π., διαχωρίζεται εκ του αγρού ολοκλήρου του πωλητού, τμήμα οριζόμενον ανατολικώς με αγρό Π. Π., νοτίως με παραλίαν δυτικώς δε και βορείως με το υπόλοιπον μέρος του όλου αγρού του ανήκοντος προς τον πωλητήν, σήμερον ούτος το εν λόγω τμήμα, ομού δε και τον συνεχόμενον γήλοφον τον κείμενον προς το νοτιοδυτικον μέρος και προς τον Ιερό ναόν του ...
και προχωρούντα προς την θάλασσαν, ως ακρωτήριον, πωλεί προς το αποδεχόμενον την πώληση......" Με το συμβόλαιο αυτό προσδιορίζεται ακριβώς το πωλούμενο ακίνητο από τον Χ. Α., ο οποίος ήταν κύριος μεγαλύτερης έκτασης στην ως άνω περιοχή, στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, Α. Π., το οποίο οριζόταν τελικώς ως ένα τμήμα που συνόρευε ανατολικώς με αγρό Π.
Π., νοτίως με παραλία, δυτικώς δε και βορείως με το υπόλοιπο μέρος του όλου αγρού του ανήκοντος προς τον πωλητή (Χ. Α.), όπως επίσης και τον συνεχόμενο γήλοφον, που βρισκόταν προς το νοτιοδυτικον μέρος και προς τον Ιερό ναόν του ... και προχωρουντα προς την θάλασσαν, ως ακρωτήριο. Δηλαδή τα πωλούμενα τμήματα από τον ιδιοκτήτη μείζονος έκτασης Χ.
Α., στον Α. Π. με το με αριθμό ...1923 ως άνω συμβόλαιο, ήταν δύο ξεχωριστά τμήματα, τα οποία διαχωρίζοντο μεταξύ τους,με τη υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή Χ. Α. Το δε εναπομείναν τμήμα της αρχικής του ιδιοκτησίας, μετά την ως άνω) πώληση, ο Χ. Α. πώλησε στη συνέχεια στον Δ. Η. Π. με το υπ’ αριθμ. ...18-4-1924 συμβόλαιο αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Μ.
Π., οριζόμενο ως "...αγρό καλούμενο Άγιος Γεώργιος κείμενον παρά το νεκροταφείο της πόλεως Νάξου του δήμου Νάξου, (εν ω αγρώ υχάρχει και ναός τιμώμενος επ’ ονόματι του ...) εν τω δήμω Νάξου και οριζόμενον πέριξ με αγρό Α. Δ. Π., οικίαν και οικόπεδο Σ. Ν. Ζ. και από τα λοιπά με παραλία", ο δε Δ. Π., ο οποίος απεβίωσε το 1949 εγκατάστησε κληρονόμο του στο εν λόγω ακίνητο του, το Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας(Τ.Α.Α.).
Έτσι το ακίνητο που απέκτησε ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Α. Π. με το ως άνω με αριθμό ...1923 συμβόλαιο, από τον Χ. Α., σύμφωνα με την ως άνω ακριβή οριοθέτηση του εν λόγω συμβολαίου απεικονίζεται στο από 7-1-1949 τοπογραφικό διάγραμμα των διορισθέντων με την με αριθμό 171/48 απόφαση του Πρωτοδικείου Σύρου πραγματογνωμόνων Ε.
Α., Ν. Χ. και Ν. Β., με στοιχεία ΙΘΝΛΚΙ και το ως λατομείο ακρωτήριον τμήμα, ήτοι δύο τμήματα, τα οποία διαχοιρίζονται μεταξύ τους από την ιδιοκτησία του πωλητή Χ. Α., την οποία στη συνέχεια αυτός μεταβίβασε με το με αριθμό ...1924 ως άνω συμβόλαιο στον Δ. Π., ο οποίος το άφησε με διαθήκη του στο Τ.Α.Α. Έτσι κρίθηκε και με την με αριθμό 169/1949 αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου Σύρου, δυνάμει της οποίας οριοθετήθηκε τόσο η ιδιοκτησία του Α.
Π. (απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων), που απέκτησε με το με αριθμό ...1923 συμβόλαιο, όσο και η ιδιοκτησία του Δ. Π., που απέκτησε με το με αριθμό ...1924 ως άνω συμβόλαιο, μετέπειτα ιδιοκτησία Τ.Α.Α. Το ίδιο βεβαιώνει άλλωστε και η παραπάνω διορισθείσα με την με αριθμό 149/2011 σε συνδυασμό με την με αριθμό 3/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πραγματογνώμονας Β.
Κ. στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, αλλά βεβαιώνεται και στην από 5-10-1960 έκθεση απογραφής της επιτροπής απογραφής, σε συνδυασμό με το τοπογραφικό αυτής διάγραμμα για την ιδιοκτησία του ΤΑΑ, που περιήλθε σ’ αυτό από τον Δ. Π., αλλά απεικονίζεται και στο από Σεπτέμβριο 1968 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.
Π. για την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του Τ.Α.Α. Η δικαιοπάροχος των διαδίκων Π. Π. στη συνέχεια, από το ως ακίνητο σε μείζονα έκταση,που απέκτησε από τον σύζυγο της Α. Π. με το με αριθμό ...1923 συμβόλαιο, πώλησε: α) με το προαναφερόμενο συμβόλαιο με αριθμό ...1940 το ως άνω ακίνητο στον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων - εναγόντων, Α.
Χ. οριζόμενο ως "ένας βουνώδης αγρός καλούμενος κάτω λοφίσκος ..., κείμενος εις θέσιν Άγιος Γεώργιος της κοινότητας Νάξου, τέως Δήμου Νάξου, παρά το εργοστάσιον βυρσοδεψίας Κ. Κ., εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων, αμμώδους και βραχώδους γης, συνορεύοντα πέριξ με θάλασσαν, κτήμα Κ. Κ. και δρόμον, περιελθόντα σε αυτή εξ’ ανταλλαγής παρά του αποβιώσαντος συζύγου της, Α.
Π. προ εικοσαετίας περίπου ..." και β) με το με αριθμό ...1934 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Ματθαίου Πρωτονοτάριου, στην Ε. Κ. ένα ακίνητο περιγραφόμενο ως " έναν ακαλλιέργητο αγρόν αποτελούμενον εκ δύο τεμαχίων καλούμενος Άγιος Γεώργιος, κείμενον εις ομώνυμον θέσιν της περιφέρειας της Κοινότητας Νάξου του τέως Δήμου Νάξου αρχόμενον από τις κολώνες της εκκλησίας της τιμώμενης ο Άγιος Γεώργιος και ακολουθούντα ευθείαν γραμμήν φθάνει ως τον αιγιαλό, συνορευόμενον πέριξ με εκκλησία τιμωμένην Άγιος Γεώργιος, αγρούς Δ.
Π. και πωλήτριας δρόμους και θάλασσαν", και την υπόλοιπη έκταση που απόμεινε από το ως άνω ακίνητο της, την δώρισε στα τέκνα της, μεταξύ των οποίων ήταν και ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων-εναγομένων, Ε. Π., στον οποίο με το με αριθμό ...5-9-1959 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Νάξου, Βασιλείου Δέτση, νόμιμα μεταγεγραμμένο, δώρισε "...
το νότιο τμήμα ενός αγρού καλούμενου Άγιος Γεώργιος κείμενου εις την ομώνυμων θέση του Δήμου Νάξου, ως είναι περιφραγμένος, εκτάσεως τεσσάρων περίπου στρεμμάτων, πλέον ή έλασσον, περιέχον φρέαρ και οικίσκον, συνορεύον βορείως με τον υπόλοιπον αγρόν της δωρήτριας. αυθημερόν δωρούμενον προς τη θυγατέρα της Ε.
Β., ανατολικώς με έτερον αγρόν της δωρήτριας αυθημερόν δωρούμενον προς τα τέκνα της Δ. Α. Π. και Ε. Β., δυτικώς με δρόμον και αγρόν Ελληνικού Δημοσίου και νοτίως με παραλίαν, περιέλθον στη δωρήτρια εξ ανταλλαγής στηριζόμενης επί του αριθμόν ...8-12-1923 συμβολαίου .....¨" Οι εκκαλούντες- ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ακίνητο που απέκτησε ο δικαιοπάροχος τους Α.
Χ. από την Π. Π. με το με αριθμό ...1940 συμβόλαιο, με αυτό που δώρισε η τελευταία (Π. Π.) στον δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων - εναγομένων Ε. Π. με το με αριθμό ...5-9-1959 συμβόλαιο, είχαν κοινό όριο τον αναφερόμενο στα δύο αυτά συμβόλαια δρόμο, ο οποίος αποτελούσε και το διαχωριστικό όριο της δικής τους ιδιοκτησίας από ανατολικά, με αυτήν του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων - εναγομένων από δυτικά και αποτελεί το κύριο επιχείρημα τους, ώστε να θεμελιώσουν την κυριότητα τους επί των ως άνω επιδίκων.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχτηκε ότι μεταξύ των δύο αυτών ιδιοκτησιών, παρεμβαλλόταν, ιδιοκτησία τρίτου και συγκεκριμένα του Τ.Α.Α.(πρώην Π.), το οποίο και περιέφραξε την ιδιοκτησία του μεταξύ των ετών 1952 - 1956, όπως προκύπτει και από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Β.
Κ., ο δε αναφερόμενος στους ως άνω τίτλους δρόμος, ως όριο εκάστου εξ αυτών, είναι αυτός που είχε διαμορφωθεί ως τέτοιος (διαμορφωμένη οδός), η οποία ξεκινούσε από την πόλη της Νάξου, διέσχιζε την ιδιοκτησία του Τ.Α.Α, περνούσε από την εκκλησία του ... και κατέληγε μετά το Βυρσοδεψείο που είχε ανεγείρει η Ε.
Κ., πλησίον του ακινήτου του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - εναγόντων (λατομείο - ακρωτήρι), που είχε αγοράσει από την Π. Π., έτσι ώστε επαληθεύονται τα περιγραφόμενα ως άνω όρια του εν λόγω ακινήτου των εκκαλούντων - εναγόντων, ενώ από την εν λόγω οδό, πριν την εκκλησία του ..., ξεκινούσε ένας άλλος μικρότερος δρόμος που έφθανε μέχρι την ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων -εναγομένων, Ε.
Π., διέσχιζε αυτήν και κατέληγε στην παραλία, όπως τούτο προκύπτει και από την από 5-10-1960 έκθεση επιτροπής απογραφής σε συνδυασμό με το τοπογραφικό διάγραμμα αυτής, αλλά και από το από Σεπτέμβριο του 1968 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Π. για την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του Τ.Α.Α., χωρίς έτσι ο δρόμος αυτός να αποτελεί ποτέ διαχωριστικό κοινό όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων.
Επομένως το ακίνητο του οποίου την κυριότητα απέκτησε ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγόντων, Α. Χ. με το με αριθμό ...1940 ως άνω συμβόλαιο και στην συνέχεια οι ίδιοι ως εκ αδιαθέτου κληρονόμοι του, με την προαναφερομένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς,είναι το ακίνητο με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ του από Ιουλίου 2012 τοπογραφικού διαγράμματος της πραγματογνώμονα Β.
Κ., που συνοδεύει την με αριθμό …2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στο οποίο αυτό ακίνητο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν περιλαμβάνονται τα Η επίδικα τμήματα. Άλλωστε στο συμπέρασμα αυτό συντείνει και η ορισθείσα στον τίτλο των εκκαλούντων θέση και μορφολογία του εδάφους του πωλουμένου ακινήτου ως ".....ένας βουνώδης αγρός καλούμενος "Κάτω λοφίσκος ..." κείμενος εις θέσιν Άγιος Γεώργιος της Κτηματικής Περιφέρειας της κοινότητος Νάξου, τέως Δήμου Νάξου, παρά το εργοστάσιο Βυρσοδεψίας Κ.
Κ., εκτάσεως περίπου τριών στρεμμάτων, αμμώδους και βραχώδους γης, όστις βραχώδης αγρός περιήλθεν.....". Εξάλλου, όλα τα παραπάνω ενισχύονται από την με αριθμό 2/2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισμένης, από το παρόν δικαστήριο, πραγματογνώμονα αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Β. Κ., όπου, σύμφωνα με την απολύτως πλήρη και αιτιολογημένη γνωμοδότηση της, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης, περί ελλιπούς έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και του αιτήματος περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, τα επίδικα τμήματα δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο των εκκαλούντων - εναγόντων.
Ενισχυτικό στοιχείο αυτού, περάν των ανωτέρω στοιχείων, είναι και του ότι οι ίδιοι οι εκκαλούντες αναθέτοντας στο τεχνικό γραφείο Κ. Γ. και Ε. Γ. Γ., την μελέτη για την υποβολή αίτησης στην διεύθυνση εποπτείας του Οργανισμού Τουρισμού, για την έγκριση καταλληλότητας του οικοπέδου, που απέκτησαν από κληρονομιά του Α.
Χ., ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό δυνάμει του με αριθμό ...1940 ως άνω συμβολαίου, υπέδειξαν τα όρια του στον εντολέα τους μηχανικό, ο οποίος όρισε στην εν λόγω μελέτη του, το ακίνητο των εντολέων του - εκκαλούντων, ως γήπεδον έχον έκταση 3500 τμ και αρχόμενον από τοιχίσκο Τ.Α.Α. εκτείνεται μέχρι θάλασσας, το οποίο μετά από καταμέτρηση βρέθηκε να έχει επιφάνεια 4.799,37 τμ. (βλ.
την από 13-7-1976 σχετική έκθεση του ως άνω τεχνικού γραφείου), χωρίς πουθενά να αναφέρεται ως όριο δρόμος και πέραν αυτού ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αλλά και του ότι η καταμετρηθεί σα επιφάνεια αυτού (4799,37τμ), χωρίς βέβαια τα επίδικα τμήματα, τα οποία δεν περιελήφθησαν στην έκθεση αυτή, είναι μεγαλύτερη και αυτής που αναγράφεται στον ο)ς άνω τίτλο τους (3 στρέμματα περίπου), που ενισχύει την άποψη ότι τα επίδικα δεν περιλαμβάνονται στον ως άνω τίτλο τους, διότι εάν συνέβαινε πράγματι αυτό η επιφάνεια του ακινήτου τους θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη .Στη συνέχεια ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγομένων, Ε.
Π. το ως άνω ακίνητο του, που του δώρισε η μητέρα του με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, από το έτος 1964 το οικοπεδοποίησε, χωρίζοντας αυτό σε πολλά οικόπεδα χαράζοντας μεταξύ τους και δρόμους και εξ αυτών: α) με τα με αριθμούς ...14-10-1969 και ...8-9-1970 συμβόλαια αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου Π.
Π., πώλησε στους αδελφούς Σ., Ε. και Π. Μ. (5ο και 6ο των εφεσίβλητων) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα οικόπεδο συνολικής επιφανείας 233,50 τ.μ. και αυτό αποτελεί το επίδικο τμήμα των 233,50 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία (Ι-Δ-Π-Κ-Ι) και νούμερο (1) του τοπογραφικού διαγράμματος του από Απριλίου 1983 τοπογράφου μηχανικού Γ.
Κ. και το οποίο οι Σ. Μ., 5ος και 6ος των εφεσίβλητων, πώλησαν στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. ...26-9-1983 συμβόλαιο αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου, Εμμανουήλ Βιλαντώνη, νόμιμα μεταγεγραμμένο, στους 2ο και 3η των εφεσίβλητων, β)με τα υπ’ αριθμ. ...30-12-1974 και ...7-1 -1975 συμβόλαια σύστασης προικός το πρώτο και αγοραπωλησίας το δεύτερο, του συμβολαιογράφου Νάξου, Στυλιανού Βλησίδου, μεταβίβασε στους 2ο και 3η των εφεσίβλητων, ένα οικόπεδο συνολικής επιφανείας 186 τ.μ.
και αυτό αποτελεί το επίδικο τμήμα των 186 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία (ΓΙΚΛΓ) και νούμερο (2) του τοπογραφικού διαγράμματος του από Απριλίου 1983 τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., στο οποίο στη συνέχεια οι 2ος και 3η των εφεσίβλητων, ανήγειραν ξενοδοχειακή επιχείρηση, την οποία εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα και γ) με τα υπ’ αριθμ. ...7-10-1977 και ...31-8-1978 συμβόλαια αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Νάξου, Στυλιανού Βλησίδου, μεταβίβασε στον υιό του 1ον των εφεσιβλήτων, Α.
Π., ένα οικόπεδο, συνολικής επιφανείας 1615 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο τμήμα των 1251 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία (ΜΝΕΖΦΒΜ ) και νούμερο (3) του τοπογραφικού διαγράμματος του από Απριλίου 1983 τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., εντός του οποίου αναγέρθηκε, δυνάμει της με αριθμό …1972 οικοδομικής άδειας και λειτουργεί ξενοδοχειακή μονάδα με την επωνυμία "...".
Όλες αυτές οι προαναφερόμενες πράξεις γίνονταν στα επίδικα τμήματα από τους δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητοι, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους εκκαλούντες, που στην αντίθετη περίπτωση, ήτοι εάν τα επίδικα περιλαμβάνον στον τίτλο τους, οπωσδήποτε να είχαν διαμαρτυρηθεί πολύ πριν την έγερση της ένδικης αγωγής.
Άλλωστε και οι μάρτυρες ανταπόδειξης, Ι. Κ. και Ι. Δ., που γνωρίζουν εξ ιδίας αντίληψης την επίδικη περιοχή και ο δεύτερος από αυτούς προέβη και σε τοπογράφηση της, κατέθεσαν, με σαφήνεια ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν ταυτίζονται και δεν αποτελούν τμήμα του λοφίσκου, που ανήκε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων -εναγόντων, Α.
Χ., αλλά αποτελούσαν τμήματα της ιδιοκτησίας της Π. Π., που μετέπειτα περιήλθαν στους εφεσίβλητους - εναγομένους. Οι ως άνω καταθέσεις δεν μπορούν να αναιρεθούν από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων - εναγόντων, Κ. Κ., ο οποίος προβαίνοντας σε ερμηνεία των τίτλων των τελευταίων και αεροφωτογραφιών ισχυρίζεται ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στο ακίνητο των εκκαλούντων - εναγόντων, όπως αυτό περιγράφεται στους τίτλους τους, δεδομένου ότι από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε το αντίθετο .Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να γίνει δεκτή και εκτίμηση .......
του τεχνικού συμβούλου των εκκαλούντων - εναγόντων Ε. Κ., ότι δηλαδή τα επίδικα τμήματα περιλαμβάνονται εντός του περιγραφομένου στο με αριθμό ...1940 τίτλου των εκκαλούντων, καθόσον από τα προαναφερόμενα στοιχεία αποδείχθηκε το αντίθετο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας εδαφικών τμημάτων αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το ενδιαφέρον μέρος θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, (κληρονομική διαδοχή) και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή τους κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, μετά και την ρητή αμφισβήτηση της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων από τους εναγομένους με τις προτάσεις τους της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, με τις σαφείς παραδοχές ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων, φερομένων ως κληρονομιαίων, εδαφικών τμημάτων με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου δηλαδή κληρονόμοι του θανόντος το έτος 1958 Α.
Χ., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε νομοτύπως, αφού ο κληρονομούμενος αυτός, άμεσος δικαιοπάροχός τους, δεν υπήρξε κατά το θάνατό του κύριος των επιδίκων, καθόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στο ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητά του το 1940 παραγώγως με αιτία την πώληση από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού Π.
Π., πωλήτρια και απώτερη δικαιοπάροχο των διαδίκων, για την οποία (μεταβίβαση της κυριότητας) συντάχθηκε σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως, αλλά ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στο ακίνητο το οποίο η παραπάνω κοινή δικαιοπάροχος μεταβίβασε με αιτία τη δωρεά στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων.
Περαιτέρω με επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο προσδιορίζει την ταυτότητα του ακινήτου που περιήλθε στην συγκυριότητα των αναιρεσειόντων με την κληρονομική διαδοχή και ειδικότερα ως προς το ανατολικό του όριο με τη σαφή παραδοχή ότι δεν αποτέλεσε ανατολικό όριο αυτού και αντίστοιχα δυτικό όριο του όμορου ακινήτου των εναγομένων δρόμος, αλλά μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων παρεμβαλλόταν ιδιοκτησία τρίτου, την οποία είχε οριοθετήσει (ο τρίτος) με περίφραξη μεταξύ των ετών 1952-1956.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ταυτότητας του κληρονομιαίου ακινήτου και ειδικότερα των ορίων αυτού, ενόψει του αγωγικού ισχυρισμού ότι κοινό όριο των ακινήτων των διαδίκων υπήρξε δρόμος και ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα βρίσκονται δυτικά του δρόμου αυτού και συνεπώς περιλαμβάνονται στο κληρονομιαίο ακίνητο και της εντεύθεν απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων εδαφικών τμημάτων από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου παραγώγως με κληρονομική διαδοχή και την αμφισβήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου κληρονομουμένου, τις οποίες ορθώς το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση για την απόδειξη του βασικού αγωγικού ισχυρισμού ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στο ακίνητο, το οποίο απέκτησε με αιτία την αγορά ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, συνταχθέντος προς τούτο συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφηκε, από την κοινή απώτερη δικαιοπάροχο των διαδίκων και ότι το ακίνητο αυτό διαχωριζόταν από το όμορο ακίνητο το οποίο η τελευταία μεταβίβασε στους εναγόμενους με δρόμο τα δε επίδικα βρίσκονται δυτικά του δρόμου αυτού 1) αεροφωτογραφίες των ετών 1940, 1956, 1960 και 1971, στις οποίες απεικονίζεται ο παραπάνω δρόμος ως κοινό όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων 2) το από 10-10-1963 σχεδιάγραμμα που είναι συνημμένο στο ...1964 συμβόλαιο 3) το από 25-6-1963 ρυμοτομικό διάγραμμα που απεικονίζει τον ίδιο δρόμο 4) την από 21-3-2011 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Ε.
Κ. αγρονόμου, τοπογράφου μηχανικού και 5) το ...1959 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, που αποτελεί τον τίτλο απόκτησης της κυριότητας των εναγομένων του όμορου του επιδίκου ακινήτου. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα, επιπλέον δε επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν και άλλα προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και χωρίς να τα μνημονεύει ειδικώς και να τα αξιολογεί χωριστά, πλην του δωρητηρίου συμβολαίου το οποίο ρητώς αναφέρεται στις αιτιολογίες της.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 24-12-2014 αίτηση αναιρέσεως των Σ. και Ι. Χ. και τους από 8-4-2015 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 153/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ευρώ)
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ