1199/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1199/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από τα Πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειόντων εισάγεται προς συζήτηση η από 18/6/2009 αίτηση αναίρεσης κατά της 33/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 9/5/2012, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. - Β. Β. του Χ. και 2)Κ. Β. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Π. Τ., το γένος Δ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1992 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/1995 μη οριστική, 48/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/6/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα Πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειόντων εισάγεται προς συζήτηση η από 18/6/2009 αίτηση αναίρεσης κατά της 33/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 9/5/2012, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών.
Στη συνέχεια, με την από 5/11/2012 κλήση των αναιρεσειόντων προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος για τις 20/11/2013, οπότε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο με αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5/2/2014), κατά την οποία όμως οι τελευταίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την οικεία σειρά του πινακίου, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου τούτου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο (5/2/2014) ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται εκ νέου κλήτευση αυτών, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των αναιρεσειόντων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η δωρεά (άρθρο 496 ΑΚ). Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο στο χρόνο νομής χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012). Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση του ακινήτου κ.α.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά:
"Ο Σ. Β. του Χ.. απώτερος κοινός δικαιοπάροχος και παππούς των διαδίκων που απεβίωσε το 1954 είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του από κληρονομία του πατέρα του Χ. Β., στη Θέση "..." ή "..." της Κτηματικής περιφέρειας ..., ένα ακίνητο κτήμα έκτασης 21.000 περίπου τ. μέτρων, όπως τούτο αναλυτικά οριοθετείται στην αγωγή.
Για διάστημα πενήντα (50) και πλέον ετών, από το παραπάνω έτος (1954), που απεβίωσε ο παππούς κοινός δικαιοπάροχος, των διαδίκων, τόσο εκείνος όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας του, Χ. Β., ασκούσαν επί του μείζονος αυτού ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής ήτοι καλλιέργεια δένδρων συντήρηση και εκμετάλλευση των τριών επ' αυτού αποθηκών και εν γένει επίβλεψη, όπως άλλωστε αυτά συνομολογούνται εκατέρωθεν από τα διάδικα μέρη.
Με την ... δημόσια διαθήκη του Συμ/φου Κέρκυρας Κων/νου Αλαμάνου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (βλ. το με αρ. 317/94 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Κέρκυρας), ο Σ. Β. κατέλιπε κληρονόμους στο εις άνω ακίνητο και δη κατά ψιλή κυριότητα, τους τρεις γιους του, Χ., Χ. και Δ., οι δύο τελευταίοι των οποίων είναι και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων.
Στην επικαρπία του όλου εγκατέστησε την ήδη αποβιώσασα σύζυγό του, Ε. - Ό., γιαγιά των διαδίκων. Σύμφωνα με σχετική διάταξη της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από αμφότερα τα διάδικα μέρη ως άνω διαθήκης, ο κληρονομούμενος αναφέρει "... στον υιό μου Χ. [μη διάδικο] αφήνω το 1/3 και άνω του εις θέση ... Αλεπούς κτήματος, το οποίο κατέχει και σήμερον, δηλαδή το προς ..., το άλλο, το προς το μέσον, το αφήνω εις τον υιόν μου Χ. [δικαιοπάροχο των εναγομένων] και το άλλο προς το άκρον, το προς το μέρος Β.
Β. ιο αφήνω εις τον υιόν μου Δ. [δικαιοπάροχο της ενάγουσας]. Το καθένα από τα κομμάτια έχει και το σπιτάκι του". Εννοεί, προφανώς, τις ήδη σήμερα ερειπωμένες αποθήκες, όπως το στοιχείο τούτο συνομολογείται. 'Ετσι ο διαθέτης και αρχικός κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων κατέλιπε στο καθένα από τα τρία παιδιά του το 1/3 περίπου του όλου ακινήτου, χωρίς κατά τη διαθήκη του να προσδιορίζει την ακριβή για τον κάθε κληρονόμο καταλειφθείσα έκταση, αδιαμφισβήτητα όμως το τμήμα του εξ αυτών Χ.υ, μη διαδίκου, ήταν μεγαλύτερο των λοιπών, όπως τούτο από την αναφορά "...
και άνω του 1/3 .. ." προκύπτει. Και τούτο, δοθέντος ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο σύνταξης της άνω διαθήκης, ήταν ήδη στην κατοχή του καταλειφθέντος σ' αυτόν τμήματος, όπως άλλωστε σ' αυτήν αναφέρεται και από τον ίδιο το διαθέτη. Από τη διαθήκη επίσης προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα τρία τμήματα ήταν διακριτά και χωρισμένα μεταξύ τους, για το λόγο δε αυτό ο διαθέτης αναφέρεται στο προς ..., στο προς το μέσον και το προς ...
τμήμα, εκτιμώντας ότι το καθένα τους αποτελεί το 1/3 περίπου του όλου ακινήτου με μεγαλύτερης έκτασης εκείνο του Χ.υ για το λόγο που προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια, οι εκ των κληρονόμων Δ., πατέρας της ενάγουσας και Χ.ς, πατέρας των εναγομένων, κύριοι του βορεινού προς ... και του μεσαίου, αντίστοιχα, τμήματος ο καθένας, τους οποίους οι διάδικοι κληρονόμησαν, δεν τοποθέτησαν στα όριά τους περίφραξη, αφού οι ιδιοκτησίες τους στο χρόνο του θανάτου του πατέρα τους (1954) χωρίζονταν με δρόμο, οι ίδιοι δε έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1992) δεν ασχολήθηκαν με καλλιέργειες σ' αυτές, με εξαίρεση το από 1968 έως 1980 διάστημα, οπότε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων εκμίσθωσε το τμήμα του στον εξετασθέντα μάρτυρά του, Κ.
Κ. για καλλιέργεια κηπευτικών και τριφυλλίου. Άλλωστε, ο Δ. Β. (δικαιοπάροχος της ενάγουσας) δεν κατοικούσε μόνιμα στην Κέρκυρα, δεδομένου ότι εργαζόταν ως τελωνειακός υπάλληλος στην Πάτρα. Ο ίδιος αποδέχτηκε το πρώτον την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία του πατέρα του, μεταξύ της οποίας και το πραναφερόμενο τμήμα, με τη νομίμως μεταγραφείσα ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμ/φου Κέρκυρας Γεωργίου Ζωχιού, στην οποία αναφέρεται, ότι η κληρονομία του συνίσταται σε διαιρετό τμήμα (χερσοχώραφο) 6.906 τ.μέτρων, που αντιστοιχούσε στο 1/3 του μεγαλύτερου και έκτασης 20701 ‚80 τ. μέτρων ακινήτου. Στη συνέχεια ο ίδιος, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αρ. 16888/18.9.1981 δωρητηρίου συμβολαίου του ίδιου, ως άνω, Συμ/φου, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα την έκταση αυτή των 6.906 τ.
μέτρων στη θυγατέρα του, ενάγουσα. Στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνία Σεπτέμβριος 1981, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Τ. Ι., η έκταση αυτή των 6906 τ. μέτρων, το βορεινό δηλαδή τμήμα του όλου κληρονομικού ακινήτου, συνορεύει σε πλευρά μήκους 191,20 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, σε πλευρά 183 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., σε πλευρά 30 μέτρων με παρακείμενο ποτάμι και σε πλευρά 43,8ο μέτρων με Κοινοτική οδό.
Ο δικαιοπάροχος πατέρας των εναγομένων Χ.ς Β., όσο ζούσε δεν προέβη σε δήλωση αποδοχής της επαχθείσας σ' αυτόν κληρονομίας. Μετά το θάνατό του η περιουσία του περιήλθε εξ αδιαιρέτου στους εναγομένους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Η αρχικά πρώτη εναγόμενη, Ε. Β. σύζυγος του ανωτέρω αποβιώσαντος, καθώς και οι τώρα εναγόμενοι (εκκαλούντες) και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, τόσο εκείνου, όσο και της τελευταίας (τέκνα) αποδέχτηκαν το πρώτον την κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, με τις νομίμως μεταγραφείσες με αρ. ...
και ... δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον των Συμ/φων Αλ. Πετσάλη και Αδάμ Κοντού αντίστοιχα, με τις οποίες δήλωσαν ότι το περιελθόν σ' αυτούς διαιρετό τμήμα από το αγρόκτημα που βρίσκεται στη Θέση "..." ανέρχεται σε έξι (6) περίπου στρέμματα. Ακολούθως, η Πρώτη εκκαλούσα με το ... συμβόλαιο της Συμ/φου Κέρκυρας Αδάμ Κοντού διόρθωσε την ...
δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον των Συμ/φων Αλ. Πετσάλη και Αδάμ Κοντού αντίστοιχα, με τις οποίες δήλωσαν ότι το περιελθόν σ' αυτούς διαιρετό τμήμα από το αγρόκτημα που βρίσκεται στη Θέση "..." ανέρχεται σε έξι (6) περίπου στρέμματα. Ακολούθως, η πρώτη εκκαλούσα με το ... συμβόλαιο της Συμ/φου Κέρκυρας Αδάμ Κοντού διόρθωσε την ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αναφέροντας ότι το παραπάνω τμήμα έχει έκταση δεκατεσσάρων (14) στρεμμάτων. Τέλος όλοι οι εναγόμενοι, ήτοι οι νυν εκκαλούντες και η αρχικά εναγομένη αποβιώσασα μητέρα τους, με το νομίμως επίσης μεταγραφέν ... συμβόλαιο του Συμ/φου Σ. Βραδή, προέβησαν εκ νέου σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας του απεβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους (Χ.υ Β.), αναφέροντας αυτή τη φορά ότι η έκταση του διαιρετού τμήματος στη θέση "...", που περιήλθε σ' αυτούς, είναι 9190 τ.
μέτρα. Προέκυψε, περαιτέρω, ότι το επίδικο είναι λωρίδα γης που βρίσκεται στο βορειοανατολικό μέρος του διαιρετού τμήματος που περιήλθε στην ενάγουσα, ήτοι το προς το μέρος που συνορεύει με το ακίνητο των εναγομένων. Σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα, που η πραγματογνώμων τοπογράφος μηχανικός συνέταξε με την 10/1998 πραγματογνωμοσύνη της τούτο έχει έκταση 3085,50 τ.
μέτρων και όχι 3742 τ.μ., όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή της. Οι εναγόμενοι συνομολογούν την κατοχή τους σ' αυτό. Όπως όμως προειπώθηκε δεν προέκυψε ότι οι ίδιοι από το θάνατο του Σ. Β. κοινού δικαιοπαρόχου αυτών και της ενάγουσας (1954) - ούτε άλλωστε και η τελευταία - απασχολήθηκαν προσωπικά με καλλιέργειες στο τμήμα που κληρονόμησαν στο οποίο οι ίδιοι συμπεριλαμβάνουν και το επίδικο, πλην της εκμίσθωσής του στο από 1968 έως 1980 διάστημα.
Η ενάγουσα άρχισε να επισκέπτεται στο δικό της τμήμα μετά τη μεταβίβασή του, λόγω δωρεάς, από τον πατέρα της, μετά το 1981, ως μη μόνιμος δε κάτοικος της Κέρκυρας, την εν γένει επιβλεψή του είχε αναθέσει στο συγγενή της Σ. Β. (κληρονόμο του Χ. Β.). Αποδείχτηκε επίσης ότι η αρχικά εναγόμενη Ε. Β. και ο δεύτερος των εναγομένων, γιος της (ήδη 2ος εκκαλών) με τη νομίμως μεταγραφείσα ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμ/φου Κέρκυρας Αλέξανδρου Πετσάλη, που προαναφέρθηκε, αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου, Χ.υ Β.. Από το συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι περιήλθε σ' αυτούς και "ένα αγρόκτημα κείμενο στη θέση ... ..., εκτάσεως ως έγγιστα έξι (6) στρεμμάτων με τα εντός αυτού διάφορα οπωρόδενδρα και μίαν αποθήκη, συνορεύουν γύρωθεν και ολικώς με την δημοσίαν οδόν, το εκείθεν διερχόμενο ποτάμι και με ιδιοκτησίας Χ.
Β., Δ. Β. και Ιερού Ναού Άγίου Γεωργίου". Στην ίδια ακριβώς δήλωση προέβη με την προαναφερθείσα πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμ/φου Κέρκυρας Αδαμ. Κοντού και η έτερη εναγομένη (ήδη πρώτη εκκαλούσα) Β. Γ..
Συνεπώς οι εναγόμενοι, από τα έτη 1976 και 1982, αντίστοιχα, γνώριζαν ότι ο κληρονομούμενος πατέρας τους είχε στην κυριότητά του το 1/3 του μείζονος κληρονομικού ακινήτου και σε κάθε περίπτωση έκταση "ως έγγιστα" κατά τη σχετική δήλωσή τους έξι (6) στρεμμάτων. Από την άλλη πλευρά το τμήμα, επί του οποίου κείται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, οι ίδιοι δεν το συμπεριέλαβαν στο δικό τους, όπως τούτο σαφώς από τις άνω δηλώσεις τους αποδοχής κληρονομίας προκύπτει.
Με βάση αυτά, Ο ισχυρισμός τους, ότι ο Ιερός Ναός περιλαμβάνεται στο τμήμα που περιήλθε στους ίδιους κρίνεται αβάσιμος. Στη συνέχεια και μετά τη μεταβίβαση του τμήματος του μείζονος ακινήτου στην ενάγουσα από το δικαιοπάροχο πατέρα της, Δ. Β., αδελφό του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, η προαναφερθείσα εκκαλούσα Β.
Γ., το γένος Χ.υ Β. με την προμνημονευόμενη ..., νομίμως μεταγραφείσα, διορθωτική πράξη του παραπάνω με αρ. ... συμβολαίου, διόρθωσε την έκταση του συνολικού περιελθόντος στους εναγομένους τμήματος από έξι (6) σε δεκατέσσερα (14) στρέμματα. Τέλος, με την, επίσης προμνημονευόμενη, τελευταία νομίμως μεταγραφείσα ...
δήλωση αποδοχής κληρονομίας, οι εναγόμενοι αποδείχτηκαν και πάλι το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο, αναφέροντας αυτή τη φορά ότι έχει έκταση 9190 τ. μέτρα. Όμως, οι τελευταίες αυτές δηλώσεις των εναγομένων δεν ανταποκρίνονται στο δικαίωμα που οι διάδικοι πράγματι κληρονόμησαν και έρχονται σε αντίθεση τόσο με τη βούληση του διαθέτη, απώτερου δικαιοπαρόχου τους, όσο και με τις αρχικές δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας των ιδίων (εναγομένων) στις οποίες ρητά αναφέρουν ότι το κληρονομηθέν ακίνητο "ως έγγιστα" έχει έκταση εξ (6) στρεμμάτων.
Η πραγματική έκταση του ακινήτου τους είναι αυτή των 6.903 τ. μέτρων, που αποτυπώνεται στο μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα προσκομιζόμενο από Σεπτέμβριο 1981, δηλονότι σε ανύποπτο χρόνο συνταγέν, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Τ. Ι., δηλαδή όσο κατ' εγγύτητα και οι ίδιοι αρχικά και χωρίς να περιλαμβάνουν στην ιδιοκτησία τους τον Ιερό Ναό, αποδέχτηκαν.
Ο τελευταίος (Ιερός Ναός) στο συνταγέν επίσης σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι τον Απρίλιο του 1987, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., που προσκομίζεται με επίκληση από τους ίδιους τους εναγομένους, εμφανίζεται στο ανήκον στην ιδιοκτησία της ενάγουσας τμήμα στο συνταγέν δε συμβόλαιο (...), με το οποίο η ενάγουσα απέκτησε λόγω δωρεάς από τον πατέρα της το κληρονομηθέν από τον τελευταίο τμήμα του, αναφέρεται ότι της μεταβιβάζει χερσότοπο 6.906 τ.
μέτρων, στο άκρο του οποίου βρίσκεται παλαιά εκκλησία με λίγες κυδωνιές. Με βάση το ίδιο τοπογραφικό, όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων αποτελεί κοινόχρηστος δρόμος, ο οποίος, όμως, δεν εμφανίζεται, τόσο στην Πρώτη με αρ. 10/98, όσο και ότι δεύτερη με αρ. 20/2008 πραγματογνωμοσύνη, προφανώς γιατί έπαυσε να υπάρχει από την έλλειψη καλλιέργειας και από τα δύο διάδικα μέρη για το από το 1980 και μετά διάστημα.
Το στοιχείο τούτο, η ύπαρξη δηλαδή δρόμου, που διαχώριζε τα επαχθέντα στον καθένα των δικαιοπαρόχων των διαδίκων τμήματα, φαίνεται να συμφωνεί και με την κατά τα παραπάνω διαθήκη, με την οποία ναι μεν δεν προσδιορίζεται ούτε η έκταση του μείζονος ακινήτου ούτε αυτή των επιμέρους τμημάτων, πλην όμως σαφώς εξ αυτής (διαθήκης) προκύπτει ότι στον καθένα των κληρονόμων αναλογεί έκταση 1/3 περίπου του όλου, με μεγαλύτερη του 1/3 αυτή του Χ.
Β., αδελφού των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και ότι τα τμήματα αυτά στο χρόνο σύνταξής της ήταν διαχωρισμένα, γι' αυτό και ο διαθέτης τα κατονόμασε, όπως προαναφέρθηκε, το "προς ..." τμήμα, το "προς το μέσον" και το "προς ...". Εξάλλου, η διορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμων, με τη 10/1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, αποφαίνεται, ότι το επίδικο τμήμα, έκτασης 3085,50 τ.μέτρων, όπως τούτο στο συνημμένο σ' αυτήν (πραγματογνωμοσύνη) τοπογραφικό διάγραμμα οριοθετείται, ανήκει στο τμήμα, που κατά τη διαθήκη έλαβε ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Δ.
Β. και ακολούθως η ίδια, λόγω δωρεάς από τον τελευταίο. Στη δεύτερη με αρ. 20/2008 νέα έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, η ίδια πραγματογνώμων αποφαίνεται, ότι επειδή μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων δεν υπάρχουν υλοποιημένα ή άλλα σταθερά σημεία, δεν προκύπτει ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας.
Στο συνημμένο στην πραγματογνωμοσύνη αυτή τοπογραφικό διάγραμμα το μείζον ακίνητο οριοθετείται και αποτυπώνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις των ιδίων των διαδίκων, όπως και τα επί μέρους τμήματά του. Για το γεγονός αυτό ρητά αναφέρεται στην έκθεσή της και η ίδια η πραγματογνώμονας. Από την ίδια έκθεση προκύπτει, επίσης, ότι σύμφωνα με τα όρια που οι εκκαλούντες της υπέδειξαν, το τμήμα της ενάγουσας έχει έκταση 6843,63 τ.
μέτρων, το δικό τους 8847,63 τ. μέτρων και αυτό του μη διαδίκου Χ. Β. 6858,63 τ. μέτρων. Κατά τη βούληση όμως του διαθέτη Σ. Β. και σύμφωνα με προεκτεθέντα, τα καταλειφθέντα τμήματα ήταν ισομερή και αν κάποιο εξ αυτών ήταν μεγαλύτερο, αυτό ήταν του προαναφερθέντος Χ. Β., επειδή εκείνος ήταν ήδη στη νομή του μεριδίου του" και για το λόγο αυτό ο διαθέτης αναφέρθηκε στο "1/3 και άνω".
Επίσης το τμήμα, στο οποίο βρίσκεται ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου, έκτασης 321,13 τ. μέτρων, οι εκκαλούντες το εκλαμβάνουν όχι τμήμα του μείζονος κληρονομικού ακινήτου, αλλά ανεξάρτητη ιδιοκτησία, την οποία κληρονόμησε ο δικαιοπάροχος Πατέρας τους, Χ.ς Β., με βάση την ίδια ως άνω διαθήκη. Όμως απ' αυτήν (διαθήκη) ουδόλως προκύπτει ότι τούτο αποτελούσε ανεξάρτητη ιδιοκτησία του διαθέτη, αλλά συμπεριλαμβανόταν στο προς το άκρον "προς ..." τμήμα, όπως επί λέξει σ' αυτήν από το διαθέτη αναφέρεται, το οποίο κληρονόμησε ο Δ.
Β., πατέρας και δικαιοπάροχος της ενάγουσας. Με βάση όλα τα παραπάνω, η επίδικη έκταση, περιληφθείσα στο μερίδιο του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - εφεσίβλητης, περιήλθε στην κυριότητά της, τόσο με τακτική χρησικτησία, ενόψει του ότι νεμόταν αυτό η ίδια με διάνοια κυρίας και δυνάμει του ως άνω νομίμως μεταγραφέντος δωρητηρίου συμβολαίου του πατέρα της επί χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας από του έτους 1981 και εφεξής αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον παραπάνω χρόνο νομής της και αυτόν του δικαιοπαρόχου της επί εικοσαετία και πλέον (πρωτότυπος τρόπος κτήσεως κυριότητας) αλλά και παραγώγως (αιτία δωρεάς), κατά τα ανωτέρω ειδικότερα εκτεθέντα.
Πλην όμως, όταν ο σύζυγός της το έτος 1991 επιχείρησε να τοποθετήσει στα όριά του με τους εκκαλούντες πασσάλους και συρματόπλεγμα για σταθεροποίηση αυτών (ορίων), οι τελευταίοι χωρίς νόμιμο δικαίωμα το αποξήλωσαν, αμφισβητώντας την κυριότητά της επί του προπεριγραφέντος επιδίκου και αποβάλλοντάς την από αυτό." Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απόκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Ιερός Ναός Αγ.
Γεωργίου με τον περιβάλλοντα χώρο αυτού, τόσο με παράγωγο τρόπο (δωρητήριο συμβόλαιο) όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας κατά το διάστημα των ετών 1981-2001 και της έκτακτης χρησικτησίας κατά το διάστημα των ετών 1954-2001 και ότι, αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν κύριοι του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν ο πιο πάνω Ιερός Ναός, με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση εκ μέρους των ιδίων και του δικαιοπαρόχου τους διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου, από το έτος 1954 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (1992), με εξαίρεση το διάστημα των ετών 1968-1980, όταν ο δικαιοπάροχός τους εκμίσθωσε τμήμα του στον Κ.
Κ.. Ακολούθως, αφού απέρριψε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας (αιτιολογημένη άρνηση), δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος με το να απορρίψει χωρίς καμία αιτιολογία την ''ένσταση περί ιδίας κυριότητας'' των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, κατά το δεύτερο μέρος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο πιο πάνω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής και, συνεπώς, δεν αποτελεί ''ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος αυτού, ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε αιτιολογία κατά την απόρριψη του προαναφερθέντος, αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων.
Οι περαιτέρω αποδιδόμενες στην πιο Πάνω απόφαση αιτιάσεις με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη κυριότητας της αναιρεσίβλητης στον Ιερό Ναό του Αγ. Γεωργίου, ενώ ούτε από τη διαθήκη του απώτερου δικαιοπαρόχου της (Σπυρ.
Β.) ούτε από την αποδοχή της κληρονομίας τούτου από τον πατέρα της (Δημ. Β.), αλλά ούτε και από την 10/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποδείχθηκε ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) απέκτησε ποτέ την κυριότητα του πιο πάνω Ιερού Ναού, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. διότι πλήττουν την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε αντικειμενικό και υποκειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν με την πρόφαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως, προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, σχετικά με το βάρος απόδειξης και δέχθηκε την ένδικη (διεκδικητική) αγωγή της αναιρεσίβλητης, παρά το ότι αυτή, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ως προς την κτήση κυριότητάς της "στον (ιδιωτικό) ναό και στον περιβάλλοντα αυτόν χώρο με βάση τη διαθήκη του Σ.
Β. και την αποδοχή κληρονομίας του πατέρα της'', ενώ, αντίθετα, οι αναιρεσείοντες, αρνούμενοι την πιο πάνω αγωγή, ανταπέδειξαν (με βάση την 10/2008 πραγματογνωμοσύνη, την από 20/10/08 βεβαίωση του ιερέα της Κοινότητας Αλεπούς και τους μάρτυρές τους) ότι "ο ναός και το επίδικο ήταν στην απόλυτη εξουσίαση και κυριότητα του πατέρα τους από το 1954 και μετά το θάνατό του στη δική τους".
Όπως, όμως, Προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέδειξε ότι έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου (στο οποίο περιλαμβάνεται και ο πιο πάνω ναός) με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταπέδειξαν τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι είναι και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (οι αναιρεσείοντες) και ειδικότερα: α) την υπ αριθ. 10/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ.
Α., β) τη διαθήκη κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Σ.υ Β. και γ) τη δήλωση αποδοχής κληρονομίας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Δ. Β.. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της, με τις οποίες γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση των πιο πάνω εγγράφων, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Λόγος αναίρεσης που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ιδρύεται μόνο όταν οι αντιφάσεις υπάρχουν στο διατακτικό της απόφασης και όχι όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών και του διατακτικού της (ΑΠ 1682/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, ''ενώ αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στηρίζεται στη διαθήκη του Σ.υ Β. και στο πνεύμα της για 1/3 σε κάθε γιο από το μεγάλο κτήμα, τελικά επιδίκασε στην αντίδικο πέραν της διαθήκης του γράμματος και της βούλησης του διαθέτη''. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται σε αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι σε αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/6/2009 αίτηση των Α. Β. κλπ. για αναίρεση της 33/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ