1199/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21-11-2006 αγωγή, β) με την από 21-11-2006 προσεπίκληση για πρόσθετη παρέμβαση, των ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και γ) με την από 1-3-2007 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη 3ης, 4ης, 5ου και 6ης αναιρεσίβλητων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7851/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1491/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1199/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οικοδομικού Τετραγώνου εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καματερού Αττικής και περικλείεται από τις οδούς ..., ..., ... και ... (Πολεοδομική Ενότητα 5-6) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καματερού Αττικής, στη θέση Λούτσα (Αρμύρα), επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., εκτάσεως 255,25 τμ. Το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι.-Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσουκαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Τ. του Δ., 2. Μ. συζ. Β. Τ., το γένος Σ. Μ., κατοίκων ..., 3. Μ. χας Α. Π., το γένος Ν. Ί., 4. Π. συζ. Ε. Γ., το γένος Α. Π., 5. Π. Π. του Α. και 6. Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Α. Π., κατοίκων ... . Οι μεν 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεπόνη, οι δε 3η, 4η 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21-11-2006 αγωγή, β) με την από 21-11-2006 προσεπίκληση για πρόσθετη παρέμβαση, των ήδη δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και γ) με την από 1-3-2007 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη 3ης, 4ης, 5ου και 6ης αναιρεσίβλητων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7851/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1491/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η έλλειψη μείζονας πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Έτσι, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία "επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου", σε περίπτωση που ελλείπει η μείζονα πρόταση στην προσβαλλόμενη απόφαση. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν το διατακτικό της.
Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .../13-11-2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννακοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., με αριθμό 10, οι ενάγοντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων αγόρασαν κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς το οικόπεδο, που βρίσκεται στο Καματερό Αττικής, εντός του ...
Οικοδομικού Τετραγώνου εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καματερού Αττικής και περικλείεται από τις οδούς ..., ..., ... και ... (Πολεοδομική Ενότητα 5-6) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καματερού Αττικής, στη θέση Λούτσα (Αρμύρα), επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., εκτάσεως 255,25 τμ. Το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Μ., που προσαρτάται στο προαναφερθέν συμβόλαιο, με τα αλφαβητικά στοιχεία ΕΖΗΘΕ και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς ΗΘ μήκους 19,60 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοανατολικά επί προσώπου ΗΖ μήκους 13,55 μέτρων με την οδό ... (πεζόδρομος), νοτιοδυτικά επί προσώπου ΕΖ μήκους 19,45 μέτρων με την οδό ... (πεζόδρομος) και βορειοδυτικά επί πλευράς ΕΘ μήκους 12,60 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και είναι το επίδικο.
Το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στους πωλητές Μ. χήρα Α. Π. το γένος Ν. Ί., στην Π. σύζυγο Ε. Γ. το γένος Α. Π., στον Π. Π. του Α. και στην Ε. σύζυγο Π. Κ. το γένος Α. Π. κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς από κληρονομία του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Α.
Π. του Π., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 27.2.1982 χωρίς διαθήκη, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν με την .../28.4.1983 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωϊδου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., με αριθμό 139. Στον δικαιοπάροχο αυτών Ά.
Π. του Π. το επίδικο είχε περιέλθει σε ευρύτερη έκταση από κληρονομία του πατέρα του Π. Π. του Σ. και Ε., ο οποίος απεβίωσε στις 18.2.1967, δυνάμει της .../1957 δημόσιας διαθήκης αυτού, που είχε συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουτεράκου και δημοσιεύθηκε με την 1761/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 2.3.1967.
Την κληρονομία αυτή ο Ά. Π. του Π. αποδέχθηκε δυνάμει της .../1969 πράξεως δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωϊδου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στο τόμο ..., με αριθμό 130 και στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ιλίου τον τόμο ..., με αριθμό 224 και στον τελευταίο είχε περιέλθει το επίδικο με ευρύτερη έκταση δυνάμει του .../6.4.1929 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., με αριθμό 286, από αγορά από τον Σ.
Μ., ενώ δυνάμει, του .../1930 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ..., με αριθμό 8, είχε περιέλθει στον ίδιο από αγορά από την ..., το γένος ... και υπόλοιπη γειτονική έκταση, έκτοτε δε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, αλλά και οι ίδιοι οι ενάγοντες από το έτος 2000 ασκούσαν επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού διακατοχικές πράξεις.
Πιο συγκεκριμένα προέβησαν στην καταμέτρηση, στην οριοθέτηση και στην περίφραξη του επιδίκου, στην σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, στην περιποίηση, στον καθαρισμό από τα ξερά χόρτα και όταν η περιοχή οικοπεδοποιήθηκε προέβησαν στην σύνταξη πράξεως ορισμού ορίων, όπως η .../1.7.1977 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Ζέρβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί και στη κατάρτιση του από 17.1.1977 τοπογραφικού διαγράμματος του Υπομηχανικού Γ.
Μ., που έχει προσαρτηθεί στην προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη. Επίσης, όταν κατά το μήνα Μάρτιο του 1990 ο εναγόμενος κατασκεύασε στη δυτική πλευρά του επιδίκου μία πρόχειρη κατασκευή, την οποία χρησιμοποιούσε ως αποθήκη και ορνιθώνα, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων άσκησαν αίτηση περί προστασίας της νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η 360/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η αποβολή του τότε εναγόμενου από την ευρύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, σε εκτέλεση δε αυτής ο εναγόμενος αποβλήθηκε από τη νομή αυτού, συνταγείσης της 517/27.2.1991 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... .
Δυνάμει της 7037/1991 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και απορρίφθηκε η αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, διότι κρίθηκε ότι η αξίωση των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 του ΑΚ, ωστόσο, ο εναγόμενος-αναιρεσείων δεν επιδίωξε την επανεγκατάστασή του στο επίδικο.
Ως ιδιοκτήτες του επιδίκου αναφέρονται οι ενάγοντες και ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στον φέροντα ημερομηνία θεώρησης 10.4.2002 πίνακα πράξεως κτηματογράφησης του οικοδομικού τετραγώνου ... Καματερού, που συντάχθηκε βάσει της από 25.2.2002 και με αριθμό πρωτοκόλλου 2913/196 απόφασης της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία κυρώθηκε διορθωμένη η 8/1998 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης του Δήμου Καματερού, Γειτονιά 5-6.
Σε εφαρμογή των ανωτέρω, κατέβαλαν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι ως ιδιοκτήτες του επιδίκου οφειλόμενη κατά τα άρθρα 8 και 9 του ν. 1337/1983 εισφορά σε χρήμα και γη μετατρεπόμενη σε χρήμα στα Ταμεία του Δήμου Καματερού. Έτσι, οι ενάγοντες και ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν κύριοι του επιδίκου παραγώγως, δυνάμει του ως άνω νομίμου τίτλου, αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας ασκώντας επί του επιδίκου τις ως άνω προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, με καλή πίστη, με διάνοια κυρίου και δυνάμει των ως άνω νομίμων τίτλων, για χρόνο πέραν της εικοσαετίας προσμετρώντας στον χρόνο νομής των ιδίων, τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Κατά τον Σεπτέμβριο του 2002 αυτοί έδωσαν εντολή στον τεχνικό Θ. Α. να περιφράξει με συρματόπλεγμα το επίδικο. Στις 11.9.2002 και ενώ οι εργασίες περίφραξης ήταν σε εξέλιξη, μετέβη στο επίδικο ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και εξεδίωξε τον τεχνικό από αυτό, ισχυριζόμενος ότι κύριος του επιδίκου είναι ο ίδιος.
Δυνάμει της από 19.9.2002 εξωδίκου δηλώσεως, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27.9.2002, όπως τούτο προκύπτει από την 5677Γ'/2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., οι ενάγοντες-δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντος και κάλεσαν αυτόν να παύσει να διαταράσσει την νομή τους επί του επιδίκου και στην συνέχεια άσκησαν την από 1.11.2002 (αρ.
εκθ. κατ. 8646/2002) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου ασκήθηκε και η από 1.11.2003 (αρ. εκθ. κατ. 9386/2003) πρόσθετη παρέμβαση των προσθέτως παρεμβαινόντων και ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων και δυνάμει της 4476/2004 απόφασης το άνω δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δυνάμει της 7365/2005 απόφασης απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ενώ δυνάμει της 5384/2006 απόφασης του Εφετείου απορρίφθηκε η από 26.1.2006 έφεση των εναγόντων-δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω οριστικής απόφασης.
Ο αναιρεσείων με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε, ότι η ένδικη αξίωση των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων έχει παραγραφεί, επικαλούμενος, για την θεμελίωση αυτής την παρέλευση χρόνου πέραν της εικοσαετίας από του χρόνου καταλήψεως του επιδίκου και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον από το έτος 2002, που, κατά τα ανωτέρω, έλαβε χώρα η πράξη προσβολής της συγκυριότητας των άνω αναιρεσιβλήτων και μέχρι το έτος 2006, κατά το οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι κύριος του επιδίκου έχει καταστεί ο ίδιος και συγκεκριμένα ότι δυνάμει ατύπου συμβάσεως αγόρασε, περί τις αρχές του έτους 1980 έκταση 1000 τμ, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, από τους κληρονόμους του Ι.
Κ., στον οποίο είχε περιέλθει, σε μείζονα έκταση από πατρομητρική κληρονομία και ότι έκτοτε ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου πράξεις νομής, που στις προτάσεις του αναφέρονται, γενόμενος κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όμως δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού.
Από τα αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα και προσκομίζει δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση περί του ως άνω θέματος, καθότι αποκρούονται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα με την επιμέλεια των εναγόντων-δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, η οποία ενισχύεται και από τα προαναφερθέντα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που αυτοί επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την 4010/31.3.2005 απάντηση του Δήμου Καματερού στην οποία αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων δεν φαίνεται να έχει ιδιοκτησία στο ως άνω Ο.Τ. ... της πολεοδομικής ενότητας "Γειτονιά 5 - 6", καθώς δεν αναφέρεται το όνομά του στους σχετικούς πίνακες της προαναφερόμενης πράξης και από τις 324/1999 και 253/2000 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες εκδικάσθηκαν οι ενστάσεις της Α' και Β' ανάρτησης της παραπάνω πράξης εφαρμογής αντίστοιχα, από τις οποίες προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει υποβάλει ένσταση.
Προς απόκρουση της αγωγής πρόβαλε ο αναιρεσείων και τον ισχυρισμό, ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ, ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός είναι μη νόμιμος, εφόσον για την πληρότητα αυτού δεν ζητείται η απόρριψη της ένδικης αξίωσης γι' αυτήν την αιτία".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων έγιναν κύριοι του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), διότι από το έτος 1930 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών αλλά και οι ίδιοι από το έτος 2000 ασκούσαν επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι αναφέρονται ως ιδιοκτήτες στον πίνακα πράξεως κτηματογράφησης, ότι σε εφαρμογή της 2913/196/25-2-2002 απόφασης της Νομαρχίας Αθηνών, με την οποία κυρώθηκε διορθωμένη η 8/1998 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης του Δήμου Καματερού, κατέβαλαν οι άνω αναιρεσίβλητοι ως ιδιοκτήτες εισφορά σε χρήμα και γη μετατρεπόμενη σε χρήμα στα Ταμεία του Δήμου Καματερού και ότι ουδόλως αποδείχτηκε ή ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και δη ότι αυτός περί τις αρχές του έτους 1980 δυνάμει ατύπου συμβάσεως αγόρασε έκταση 1000 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, από τους κληρονόμους του Ι.
Κ. και ότι έκτοτε ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου πράξεις νομής. Ακολούθως, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας, περί παραγραφής και περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, δέχτηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο και της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων απέκτησε κυριότητα επί του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων α') στην 23859/1990 απόφαση της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν πρόστιμο για αυθαίρετη κατασκευή, β') στην 138/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, η οποία εκδόθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων επί της νομής του επίδικου ακινήτου, γ') στο από 15-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό - μισθωτήριο νομίμως θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ, με το οποίο αυτός έχει εκμισθώσει το επίδικο στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CAMPA ΕΛΛΑΣ ΑΕΒΕ", δ') στο από 17-7-2009 διπλότυπο είσπραξης του Δήμου Καματερού Αττικής για καταβολή στον Δήμο το ποσό των 100,90 ευρώ ως τέλος καθαριότητας του επίδικου οικοπέδου και ε') στην από 20-10-2008 δήλωση εγγραφής του επιδίκου στο αρμόδιο γραφείο κτηματογράφησης Δήμου Καματερού, τα οποία νόμιμα είχε προσκομίσει προς απόδειξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω έγγραφα είναι ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ακόμη και τα δημόσια από αυτά, τα οποία αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτά , ή ότι έγιναν ενώπιόν του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης, όχι δε όταν εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επειδή, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός επίσης ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο και της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων απέκτησε κυριότητα επί του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα με αριθμό 42/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών σε υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων για οικόπεδο όμορο του επιδίκου, στα οποία περιλαμβάνεται εξώδικη ομολογία του δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Π. Π. του Α., ότι αυτός (αναιρεσείων) ασκούσε νομή στο επίδικο από το έτος 1982. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τη γενική βεβαίωση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και όλα τα έγγραφα, των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή, δημιουργείται η απόλυτη βεβαιότητα, ότι έχει ληφθεί υπόψη και η εξώδικη ομολογία, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προκύπτει από το παραπάνω έγγραφο.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους γίνεται επίκληση ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων, περιέχουν δε παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 11/1996), όχι όμως και τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος δεν θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991).
Περαιτέρω, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Απαιτείται δε οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή. (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 8 περίπτ. α' και β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, και δη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ότι κατέστησαν συγκύριοι κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου έκαστος του επίδικου ακινήτου, τόσο κατά τρόπο παράγωγο το έτος 2000 δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου αγοράς, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, όσο και με πρωτότυπο τρόπο λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό τους της έκτακτης εικοσαετούς χρησικτησίας με την προσμέτρηση στο χρόνο άσκησης της νομής τους του χρόνου άσκησης νομής των αναφερόμενων δικαιοπαρόχων τους (προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντων και ήδη τρίτης, τέταρτης, πέμπτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων), τους οποίους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν είχαν επαναφέρει με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτού (αναιρεσείοντος) και δη τις ενστάσεις του περί ιδίας κυριότητας και περί παραγραφής της ένδικης αγωγής.
Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος, και κατά τα δύο μέρη του, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφενός, έλαβε υπόψη τους πιο πάνω αγωγικούς ισχυρισμούς των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που αυτοί νόμιμα επανέφεραν με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, και αφετέρου έλαβε υπόψη τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία νόμιμα είχε προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις του.
Από τις πρωτόδικες όμως προτάσεις του αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης είναι μη νόμιμη, καθόσον για την πληρότητά της δεν ζητείται η απόρριψη της ένδικης αξίωσης γι' αυτήν την αιτία. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2009 αίτηση του Ι. Σ.-Μ. για αναίρεση της 1491/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ