1199/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1199/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, για την ίδρυση του από το άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1199 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1199/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Φ. του Σ., 2. Β. Φ. του Σ., 3. Δ. Φ. του Σ., 4. Χ. Φ. του Σ. και 5. Ι. Φ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι οι μεν 1ος και 5ος παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Παπανδρουλάκη και Φραγκίσκο Ραγκούση οι δε 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ο. χας Ε. Τ., 2. Α. Φ. του Α., 3 Γ. Φ. του Α., 4 Μ. Φ. του Α. και 5 Χ. Φ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φιγαλίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-5-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 560 αριθ.3 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ιδρύεται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα για την καθ'ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου και όχι του ειρηνοδικείου (Ολ.ΑΠ 30/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 αριθ.2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την από 30-6-2008 έφεση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) κατά της 13/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., - το οποίο έκανε δεκτή την ένδικη, από 15-9-1995, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, για α) αναγνώριση του δικαιώματος από την προσωπικότητά τους προς χρήση του περιγραφόμενου δρόμου, ο οποίος απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, β) καταψήφιση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) να άρουν την προσβολή, και γ) μη επανάληψή της στο μέλλον - εσφαλμένα έκρινε αρμόδια καθ'ύλην το Ειρηνοδικείο ..., ως πρωτοβάθμιο, και εαυτό, ως δευτεροβάθμιο, προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, καθ'όσον μεν αφορά το αποδιδόμενο σφάλμα για αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, το σφάλμα αυτό δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ- ούτε όμως και από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, - καθ'όσον αφορά το αποδιδόμενο σφάλμα για αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως Εφετείου, ως αβάσιμος, αφού, κατ'άρθρο 19 αριθ.2 ΚΠολΔ, είχε αρμοδιότητα το εν λόγω Δικαστήριο.
ΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εισ. Ν.ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά), ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3.
παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1046), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.α' ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι συνδρομή παράνομης πράξης από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφρασή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτική ή κοινοτικής οδού.
Εξάλλου, για την ίδρυση του από το άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες δύο οικοπέδων... στον οικισμό του δημοτικού διαμερίσματος 'Ανω ... του Δήμου ..., μεταξύ των οποίων υπάρχει η επίδικη εδαφική λωρίδα...
σε μήκος 10 μέτρων περίπου και πλάτους 4-4,5 μέτρων. Ο επίδικος χώρος ανέκαθεν ήταν δρόμος... από το επίδικο διέρχονταν οι κάτοικοι του χωριού από παλαιότατα χρόνια και αυτή την κατάσταση γνώρισαν και θυμούνται και τους μετέφεραν οι γονείς τους... υπόγεια - δε- του χώρου αυτού περνούν οι σωλήνες του δικτύου ύδρευσης που ξεκινούν από φρεάτιο του Δήμου που υπάρχει στην αρχή του ανατολικού τμήματος του επιδίκου.
Μεταξύ λοιπόν των ανωτέρω ακινήτων των διαδίκων και ειδικότερα της βόρειας πλευράς του ακινήτου των εναγόντων -εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και της νότιας πλευράς του ακινήτου των εναγομένων-εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) δημιουργήθηκε και διέρχεται από παλαιότατα χρόνια κοινόχρηστη δημοτική οδός, η οποία έχει διεύθυνση από ανατολή (όπου συνδέεται κάθετα με άλλη οδό που οδηγεί βορειότερα στη θέση "...") προς δύση (όπου φθάνει στη θέση "...") αποτελώντας ένας μέρος του όλου κυκλώματος δημοτικών οδών-μονοπατιών του οικισμού, έχοντας όμως η επίδικη οδός κατά το μήκος των 10 μέτρων που διέρχεται μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων, μεγάλο πλάτος (4-4,5 μέτρων), κάτι που δεν συμβαίνει ούτε στην προς ανατολάς διερχόμενη κάθετα σχεδόν οδό ούτε και στην προς δύση συνέχεια της επίδικης, η χρήση της οποίας ήταν ελεύθερη συνεχώς και αδιαλείπτως παραπάνω από 80 χρόνια πριν την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), αφού χρησιμοποιούνταν ελεύθερα και ανεμπόδιστα για τη διέλευση με τα πόδια, με έμφορτα ή μη ζώα ευρύτερου, αόριστου και απροσδιόριστου αριθμού προσώπων, οι οποίοι δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση από παλαιότερες γενεές, δηλαδή η κατάσταση αυτή υπάρχει από χρόνο τόσο, ώστε η γενιά ανθρώπων που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και αυτή που αμέσως προκλήθηκε, κάθε μία από αυτές διάρκειας σαράντα ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση, και ως εκ τούτου η επίδικη οδός είχε καταστεί κοινόχρηστη από αμνημονεύτων χρόνων κατά τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (VETUSTAS) του προϊσχύσαντος του Αστικού Κώδικα δικαίου".
Δέχεται περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων (εναγομένων), Σ. Φ., τσιμεντόστρωσε το επίδικο με δικά του έξοδα, γιατί διατηρούσε για πολλά χρόνια μέχρι το τέλος του έτους 1994 καφεπαντοπωλείο στο ισόγειο της οικίας και η "τσιμεντόστρωση τον εξυπηρετούσε για να διατηρείται ο κοινόχρηστος χώρος καθαρός", δεδομένου ότι "σε τμήμα του επίδικου χώρου τοποθετούσε καρέκλες και τραπέζια ένεκα του καταστήματός του", και ότι τον επίδικο χώρο "χρησιμοποιούσαν, χωρίς καμιά διαμαρτυρία από το Σ.
Φ., οι κάτοικοι του χωριού ... για να διέρχονται αυτοί και τα ζώα τους "προς επικοινωνία τους με τους δρόμους ανατολικά και δυτικά του επιδίκου και την υπόλοιπη περιοχή του οικισμού (και) ανέκαθεν περνούσε και εξακολουθεί να περνάει ο Επιτάφιος και γινόντουσαν πανηγύρια, γάμοι και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις λόγω του προαναφερόμενου πλάτους του χωρίς να ζητούν άδεια και χωρίς να ενοχληθούν από κανένα ούτε από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) ούτε και τους δικαιοπαρόχους τους.
Γι'αυτό υπήρχαν στην επίδικη οδό δύο μεταλλικές πινακίδες με την ονομασία "100 ΗΡΩΩΝ ΟΡΕΣΤΑΣΙΩΝ", οι οποίες αναρτήθηκαν με τη με αριθμό 3/1969 απόφαση της τότε Κοινότητας ..., τοποθετημένη η μία στην πρόσοψη της οικίας των εναγομένων (αναιρεσειόντων) και η άλλη - η οποία υπάρχει και σήμερα - στην πρόσοψη της παρακείμενης πιο δυτικά οικίας Κ.Ζ....
συνεχίζεται δε (η διέλευση από τον επίδικο χώρο) και μετά το κλείσιμο του καφεπαντοπωλείου, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι κάτοικοι της περιοχής περνούσαν από αυτόν, επειδή πρόκειται για κοινόχρηστο δρόμο και όχι για να πηγαίνουν στο κατάστημα του Σ. Φ., (ο οποίος) εναπόθετε σε μέρος της επίδικης οδού προσωρινά διάφορα αντικείμενα (όπως) και άλλοι κάτοικοι λόγω της ελεύθερης χρήσης της ως κοινόχρηστης, μη γνωρίζοντας διαφορετική κατάσταση από τους πατέρες και παππούδες τους".
Με βάση τις παραδοχές τους αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά δέχτηκε, ότι η επίδικη λωρίδα απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου δημοτικού δρόμου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, αφού με σαφήνεια δέχτηκε ότι "η χρήση (αυτού) ήταν ελεύθερη συνεχώς και αδιαλείπτως - η κατάσταση δηλαδή της κοινοχρησίας του - παραπάνω από 80 χρόνια πριν την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) αφού ...
η κατάσταση αυτή υπάρχει από χρόνο τόσο, ώστε η γενιά ανθρώπων που ζούσε κατά την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας από αυτές διάρκειας σαράντα ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση". Δηλαδή δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι η επίδικη λωρίδα γης είχε ήδη- με τη συμπλήρωση 80 ετών- πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα αποκτήσει με τον ως άνω θεσμό της αμνημονεύτου αρχαιότητας την ιδιότητα του κοινόχρηστου δημοτικού δρόμου. 'Ετσι, με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προσκομίσθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν αυτές για την απόκτηση της επίμαχης λωρίδας της ιδιότητας του κοινόχρηστου δημοτικού δρόμου.
Ακολούθως, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) και να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 57 ΑΚ, γιατί οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι), έχοντας ο δικαιπάροχός τους, Σ. Φ., τοποθετήσει "αυθαίρετα και παράνομα συρματόπλεγμα κατά μήκος της σιδερένιας περίφραξης και της μάνδρας στη βόρεια πλευρά του ακινήτου αυτών (αναιρεσιβλήτων-εναγομένων)", τους παρεμποδίζουν ήδη και αυτοί- διατηρώντας το συρματόπλεγμα- να κάνουν χρήση του κοινόχρηστου δρόμου, δεν παραβίασε, επίσης τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν αυτές για προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) εξαιτίας της αυθαίρετης και παράνομης παρεμπόδισής τους από τους αναιρεσείοντες (εναγομένους) να κάνουν χρήση του κοινόχρηστου πιο πάνω δημοτικού δρόμου.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ.1α του ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι με τα γενόμενα δεκτά περιστατικά "της τσιμεντόστρωσης του επιδίκου από το Σ.
Φ. με δικά του έξοδα και της τοποθέτησης από αυτόν σε τμήμα του επιδίκου καρεκλών και τραπεζιών και προσωρινά διάφορων αντικειμένων" εσφαλμένα έκρινε, ότι ο επίδικος χώρος απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου δημοτικού δρόμου, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι είναι ιδιωτικός, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αφορούν εκτίμηση πραγματικά γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ.1 εδάφ. β' και 560 παρ.1 εδάφ. β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2008, 8, 10, 1/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο και ειδικότερα για κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και εν τέλει να δεχθεί ότι υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας των ήδη αναιρεσειόντων παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι η κερδοσκοπική εκμετάλλευση του πράγματος δεν περιλαμβάνεται στην κοινή χρήση και ειδικότερα, ότι αφού - όπως δέχτηκε- ο Σ.
Φ. τσιμεντόστρωσε το επίδικο και δη με δικά του έξοδα, διότι διατηρούσε για πολλά χρόνια μέχρι το τέλος του έτους 1994 καφεπαντοπωλείο στο ισόγειο της οικίας του και σε τμήμα του επίδικου χώρου τοποθετούσε καρέκλες και τραπέζια και διάφορα αντικείμενα, έπρεπε σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω διάφορα αντικείμενα, έπρεπε σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω διδάγματα να συνάγει ότι στην προκείμενη περίπτωση ο επίδικος χώρος δεν ήταν δρόμος και μάλιστα ότι δεν υπήρξε κοινόχρηστος αλλά ιδιωτικός.
Οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2010 αίτηση των 1) Π. Φ. του Σ. κ.α. για αναίρεση της 35/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ