Legislator Case Law & Legislation
1199/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where bankrupt company voluntarily refiled suit after bankruptcy caused case interruption.

Case Number 1199/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bankrupt company's appeal against the Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court failed to consider the bankruptcy-induced case interruption and procedural irregularities regarding representation and counterclaim arguments. The court ruled that voluntarily re-filing the suit after the interruption barred the company from claiming the interruption as a ground for appeal, and new procedural arguments were inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 562 of the Code of Civil Procedure; If a party voluntarily refiles a suit after a case interruption caused by their bankruptcy, they cannot subsequently claim that the bankruptcy constituted the interruption to justify an appeal.

Keywords

AI generated
bankruptcy case interruption voluntary re-filing of suit inadmissible appeal grounds procedural reiteration Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 524, 528, 270 of the Code of Civil Procedure
Article 632 of the Code of Civil Procedure
Article 585, paragraph 2, section b of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1199 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1199/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΤΕΞ Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Εταιρία, Βιομηχανία Πλεκτών υφασμάτων και εκμετάλλευση αθλητικών και αστικών ακινήτων, καθώς και κλωστηρίων - νημάτων, βαφείων - φινιριστηρίων και εκκοκκιστηρίων βάμβακος" με διακριτικό τίτλο "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και τελεί σε πτώχευση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αργυριάδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟ-ΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕLEASING ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Κασαπίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2005 ανακοπή αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6061/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8311/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. γ, 287, 290 και 562 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν ο διάδικος, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε, λόγω πτωχεύσεώς του, διακοπή της δίκης, επανέλαβε αυτήν εκουσίως με την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνδίκου, δεν δικαιούται επικουρικώς να προβάλει για το ίδιο ένδικο μέσο, ότι τούτο επέχει και θέση γνωστοποιήσεως της πτωχεύσεως ως διακοπτικού της δίκης γεγονότος, ώστε να δημιουργήσει με τη συμπεριφορά του αυτή λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως του Εφετείου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ) προσάπτεται στο Εφετείο ότι "δεν έλαβε υπόψη ακυρότητα", που είχε χωρήσει επειδή η αναιρεσείουσα εταιρία είχε πτωχεύσει κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό και με την έφεσή της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είχε περιλάβει (επικουρικώς) και δήλωσή της για διακοπή της δίκης λόγω της πτωχεύσεώς της, αλλά εξέτασε την υπόθεση και απέρριψε την έφεση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η αναιρεσείουσα επανέλαβε εκουσίως τη δίκη, που είχε διακοπεί λόγω της πτωχεύσεώς της, με την άσκηση της εφέσεως, η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί ταυτοχρόνως να ισχύσει και ως πράξη γνωστοποίησης της διακοπής της δίκης. Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει έννομη συνέπεια, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ) αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1, 2, 528 και 270 ΚΠολΔ, επετράπη στην εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) εταιρία να παραστεί με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, παρόλο που (λόγω ερημοδικίας της αναιρεσειούσης στον πρώτο βαθμό) ήταν υποχρεωτική η προφορική διεξαγωγή της συζητήσεως στην έκκλητη δίκη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο σχετικός θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός είχε προβληθεί στο Εφετείο. Απαράδεκτος είναι επίσης (και δη για την ίδια ως άνω αιτία) και ο τρίτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της η (φερόμενη ως μη νομίμως παραστάσα) αναιρεσίβλητη εταιρία.

Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, ασκείται όπως και η αγωγή? γι' αυτό πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλες οι ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με την έφεσή του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, και αν ακόμα οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 § 2 εδ.

β, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής, μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), η αναιρεσείουσα διατεινόμενη α) ότι ο διαλαμβανόμενος στην ένδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης όρος, σύμφωνα με τον οποίο "σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την πληρωμή του μισθώματος γίνονται απαιτητές όλες οι υπόλοιπες δόσεις του μισθώματος", πρέπει να κριθεί ως ποινική ρήτρα, (β) ότι, με την έφεση που άσκησε η ίδια κατά της (απορριπτικής της ανακοπής της) πρωτοβάθμιας απόφασης ζήτησε να μειωθεί η, κατά τη ρηθείσα έννοια, συμφωνημένη ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρο, μέμφεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο απέρριψε τη σχετική ένσταση, ως προβληθείσα απαραδέκτως (εξαιτίας μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ).

Υπό τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2008 αίτηση της εταιρίας "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 8311/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ