Supreme Court dismisses appeal against insurance compensation verdict for personal injury case involving bus accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the insurance association against the Second Instance Court's judgment awarding damages to the deceased's heir. The appellant argued that the lower court failed to consider the victim's lack of interest in purchasing a prosthetic limb and that the awarded compensation for moral damage was excessive. The court rejected these claims, finding the second instance court's reasoning sound and the awarded amounts reasonable based on established criteria for similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; Articles 931, 932 of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals in insurance compensation cases to ensure the second instance court did not violate the principle of proportionality or exceed the limits of its discretionary power when determining damages for personal injury.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1198 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1198/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Β. του Χ., 2) Ο. Δ. του Σ., κατοίκων ... και 3) αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Κανελλόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου - καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος στις 9-12-2018 Ε. Α. του Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντώναρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α. του Β., στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ο ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-07-2021 (αριθμ. κατάθ. 33/21-09-2021) αίτηση για αναίρεση της 10/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο αρχικώς ενάγων Ε. Α. με την από 10-01-2017 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ισχυρίστηκε κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του αναφερομένου Δ.Χ. λεωφορείου, συνιδιοκτησίας του ίδιου και της δεύτερης εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένο στο τρίτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ.", τραυματίσθηκε σοβαρά στις 23-03-2016, ενώ εκινείτο πεζός, διασχίζοντας κάθετα την οδό ...
στην πόλη της ..., ζήτησε την επιδίκαση, νομιμοτόκως, των αναφερομένων χρηματικών ποσών, σε βάρος των εναγομένων, ενεχομένων εις ολόκληρον. Επί της αγωγής, η οποία εκδικάστηκε στις 21-11-2018, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 17/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή. Μετά τη συζήτηση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 09-12-2018 ο ως άνω ενάγων απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιο του και μοναδικό κληρονόμο του Γ.
Α. Κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων εκ μέρους του Γ. Α., ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος, και των εναγομένων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 10/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ανωτέρω καθολικού διαδόχου του αρχικώς ενάγοντος, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 848/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 64/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σε αυτό και της βαρύτητας του τραυματισμού του αρχικώς ενάγοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσίβλητος γιος του και μοναδικός κληρονόμος του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην πόλη της ...
του Νομού Μεσσηνίας, την ....2016 και περί ώρα ..., o αρχικώς ενάγων, Ε. Α. του Β., γεννηθείς το έτος 1948, επέστρεφε πεζός μετά τον πρωϊνό του καφέ στην πόλη της ..., στην οικία του, κινούμενος αρχικά στο πεζοδρόμιο της οδού ... και στη συνέχεια δεξιά στην πορεία του στο πεζοδρόμιο της κάθετης σε αυτήν οδού ... και συγκεκριμένα έξωθεν του καταστήματος της εταιρίας κινητής και σταθερής τηλεφωνίας "VODAFONE", έχοντας την πρόθεση να διασχίσει εν συνεχεία κάθετα την οδό ..., η οποία είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,30 μ., για να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Την ίδια στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Λεωφορείο, συνιδιοκτησίας αυτού και της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) κατά ποσοστό 50% αδιαίρετα εκάστου, το οποίο ήταν μισθωμένο από αυτούς για τη διενέργεια υπεραστικών δρομολογίων στο ΚΤΕΛ Ν.
Μεσσηνίας και ακολούθως, ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από την κυκλοφορία αυτού, των κυρίου, οδηγού και κατόχου του, στο τρίτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αλληλασφαλιστικό Συνεταιρισμό ιδιοκτητών αυτοκινήτων ΔΧ μετόχων ΚΤΕΛ Ν. Μεσσηνίας" (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο), κινούνταν επί της οδού ..., η οποία είναι οδός κάθετη της οδού ..., διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,60μ.
Ο εναγόμενος οδηγός στη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ..., επί της οποίας η προτεραιότητα των οχημάτων ρυθμίζεται με ρυθμιστική πινακίδα STOP επί της οδού ..., προτίθετο να αλλάξει κατεύθυνση και να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό, προκειμένου να κινηθεί ακολούθως επί της κάθετης οδού .... Τη στιγμή που ο ενάγων, ο οποίος είχε ήδη βαδίσει επί του πεζοδρομίου της οδού ...
απόσταση 7,8 μέτρων περίπου, είχε κατέλθει στο ύψος αυτό του πεζοδρομίου της οδού ..., με σκοπό να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα και να κατευθυνθεί στην απέναντι πλευρά της οδού αυτής, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει μερικά βήματα επί του οδοστρώματος της οδού αυτής και ευρισκόμενος σε απόσταση 2,5 μέτρων από το πεζοδρόμιο, απ' όπου ξεκίνησε την πορεία του, o εναγόμενος οδηγός του ανωτέρω Δ.X.
Λεωφορείου, αφού προηγουμένως είχε μεν μειώσει την αρχική ταχύτητά του, προ της πινακίδας STOP που είχε στην πορεία του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της κάθετης στην πορεία του οδού ..., χωρίς όμως να έχει ακινητοποιήσει τελείως το όχημά του προ της διασταυρώσεως, πραγματοποίησε ελιγμό δεξιά, κινούμενος με ταχύτητα περί τα 20-22 χιλιόμετρα την ώρα, προκειμένου να εισέλθει στην οδό ..., καταλαμβάνοντας αρχικά κατά την είσοδό του στην οδό αυτή, λόγω του μήκους και του όγκου του οχήματος που οδηγούσε, μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αυτής.
Στην προσπάθειά του δε να επαναφέρει ολόκληρο το όχημά του στο ρεύμα πορείας του προς τα δεξιά και πριν ολοκληρώσει την στροφή του στα δεξιά, μη αντιληφθείς καθόλου τον ενάγοντα πεζό, ο οποίος τη στιγμή που το λεωφορείο έφτανε στη διασταύρωση των οδών ... και ... και εισερχόταν δεξιά στην οδό αυτή, είχε ήδη κατέλθει του πεζοδρομίου που κινούνταν αρχικά και είχε αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ..., από τα δεξιά προς τα αριστερά του Λεωφορείου, ευρισκόμενος ήδη σε απόσταση 2,5 μέτρων από το πεζοδρόμιο της αφετηρίας του, εντός του οδοστρώματος της οδού ..., με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός του, στον πεζό παρασύροντάς τον και ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα, εγκλωβίζοντας κατά την παράσυρσή του αυτή, με τον δεξιό εμπρόσθιο τροχό του λεωφορείου, το δεξί πέλμα του πεζού, το οποίο σύρθηκε ευρισκόμενο κάτω από τον τροχό επί ένα μέτρο και συνεθλίβη, προκαλώντας του με τον τρόπο αυτό σοβαρό τραυματισμό στο δεξιό του άκρο.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει ιδίως από την περιλαμβανόμενη στην σχετικώς σχηματισθείσα ποινική δικογραφία από ....2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας ... και το ταυθήμερο συνημμένο σε αυτήν σχεδιάγραμμα, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στο σημείο του ατυχήματος, η κατάσταση των οδών ... και ..., οι οποίες είναι οριζόντιες οδοί χωρίς κλίση, ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών μέτρια, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και επικρατούσαν ισχυροί άνεμοι, στο σημείο δε αυτό δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας οριζόταν λόγω κατοικημένης περιοχής σε πενήντα (50) χιλιόμετρα την ώρα.
Κανένας δε από τους εμπλεκόμενους δεν είχε καταναλώσει πριν το ατύχημα αλκοόλ, ενώ από την εξέταση του περιλαμβανόμενου στην ίδια δικογραφία ταχογράφου του ζημιογόνου οχήματος (λεωφορείου), που αφαιρέθηκε με επιμέλεια της Τροχαίας ... επιτόπου κατά το χρόνο του ατυχήματος από το ανωτέρω Λεωφορείο, η ένδειξη ταχύτητας αυτού κατά το χρόνο αυτό (δηλαδή περί τις ...), ήταν 20-22 χιλιόμετρα την ώρα.
Αμέσως δε μετά το ατύχημα, ο εναγόμενος οδηγός όταν πλέον αντιλήφθηκε ότι είχε παρασύρει πεζό, προκειμένου να απεγκλωβιστεί αυτός από τη ρόδα του οχήματός του χρειάστηκε να μετακινήσει για μικρή απόσταση το λεωφορείο, ενώ αμέσως ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο και αστυνομία και μεταφέρθηκε o τραυματισθείς πεζός στο Νοσοκομείο.
Με τα περιστατικά που εκτέθηκαν, τα οποία αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ιδίως από την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ... και το συνημμένο σε αυτό σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με την καταγραφή επί του ταχογράφου του ζημιογόνου Λεωφορείου, της ταχύτητας αυτού κατά το χρόνου του ατυχήματος τα οποία αποτελούν αντικειμενικά ευρήματα, σε συνδυασμό και με τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και κατά την αστυνομική προανάκριση, όπως αυτές εκτιμώνται κατά το μέτρο γνώσης και αξιοπιστίας καθενός εξ αυτών, το ένδικο ατύχημα και οι εξ αυτού συνέπειες, οφείλονται σε συντρέχουσα αμέλεια και των δύο εμπλεκομένων μερών, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία τους και την κοινή λογική (άρθρ. 330 εδ.
β', 914 του ΑΚ, ...).
Συγκεκριμένα, η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του Λεωφορείου, συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως επαγγελματίας οδηγός οχήματος δημοσίας χρήσης και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 12 παρ. 1 του ΚΟΚ και 39 παρ. 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 (P-2) του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μη δημιουργήσει κίνδυνο σε πρόσωπα και πεζούς, ούτε είχε συνεχώς τον έλεγχο του οχήματός του, ενώ δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του με βάση τις επικρατούσες στην οδό στην οποία κινούνταν, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει τελείως την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορούσε να προβλεφθεί, ευρισκόμενο στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της πορείας του, ενόψει μάλιστα του ότι ευρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή όπου πεζός βρισκόταν στην πορεία του διασχίζοντας ήδη αυτή, ενώ επίσης, αλλάζοντας κατεύθυνση προς τα δεξιά της αρχικής πορείας του, προκειμένου να εισέλθει στην οδό ..., δεν διέκοψε προηγουμένως τελείως την πορεία του στον κόμβο προ της ρυθμιστικής πινακίδας STOP, ώστε να προλάβει να ελέγξει επαρκώς, πριν την είσοδό του σε αυτή, όχι μόνο την κίνηση των οχημάτων στη διασταύρωση των οδών, την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι έλεγξε, βιαστικά όμως και μειώνοντας απλώς την ταχύτητα του οχήματός του προ της διασταυρώσεως, αλλά, επίσης και εάν και στην πορεία του προς τα δεξιά, υπήρχε κινούμενος πεζός.
Αποτέλεσμα της ιδιαίτερα αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν, καθ' όν χρόνο εισερχόταν ανεξέλεγκτα στρίβοντας δεξιά στην οδό ..., χωρίς να έχει ελέγξει επαρκώς προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό ακινδύνως για τους χρήστες της οδού, οχήματα και πεζούς, να μην αντιληφθεί καθόλου τον ενάγοντα πεζό, ο οποίος είχε ήδη κατέλθει του πεζοδρομίου της οδού ...
και διέσχιζε την οδό αυτή κάθετα, έχοντας διανύσει απόσταση περί τα 2,50 μέτρα από το πεζοδρόμιο και να επιπέσει με τη δεξιά πλευρά του οχήματός του, παρασύροντας αυτόν και προκαλώντας του σοβαρό τραυματισμό. Πλην όμως, εάν αυτός, ως οδηγός Λεωφορείου, είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στον κόμβο στον οποίο εισερχόταν, έχοντας προηγουμένως διακόψει την πορεία του στη ρυθμιστική πινακίδα "STOP" και εάν είχε δώσει προσοχή όχι μόνο στην κίνηση των οχημάτων επί του κόμβου, αλλά και στην ύπαρξη πεζών στο σημείο, αφενός μεν θα είχε αντιληφθεί εγκαίρως την ανωτέρω κίνηση του ενάγοντος πεζού, ο οποίος είχε ήδη πριν την είσοδο του Λεωφορείου στην οδό ...
κατέλθει στο οδόστρωμα της οδού αυτής, αφετέρου, δε, θα είχε τη χρονική δυνατότητα να διακόψει προ αυτού το όχημά του και να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Όφειλε δε αυτός ως επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτου δημοσίας χρήσης, πριν την πραγματοποίηση του δεξιού ελιγμού του και την είσοδο του μεγάλου, δυσκίνητου και ογκώδους οχήματος στην οδό ..., από το οποίο η ορατότητα στα δεξιά του ήταν δυσχερής, να βεβαιωθεί επαρκώς, ελέγχοντας πιο προσεκτικά και για περισσότερο χρόνο την κίνηση στο δρόμο, ότι δεν θα προκαλούσε κίνδυνο κατά την διέλευση πεζών στην οδό στην οποία εισερχόταν, κατά τρόπο ώστε αντιλαμβανόμενος τον ευρισκόμενο στα δεξιά του πεζό, είτε να μην εκκινήσει καθόλου το όχημά του και να τον περιμένει να διέλθει πρώτος καθέτως την οδό ...
και μετά να εισέλθει με το όχημά του σε αυτήν, είτε να έχει προηγουμένως ρυθμίσει κατά τρόπο τέτοιο την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να την διακόψει άμεσα προ αυτού, αποφεύγοντας να επιπέσει σε αυτόν, πράγμα που όμως δεν έπραξε αυτός, αν και μπορούσε να το πράξει και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο.
Το ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε καθόλου τον ευρισκόμενο στα δεξιά του πεζό παρά μόνο όταν παρέσυρε αυτόν, παραδέχθηκε άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος οδηγός, εξεταζόμενος προανακριτικά, ενώ το επιβεβαίωσε στην ληφθείσα κατά την αστυνομική προανάκριση ένορκη κατάθεσή του, αλλά και στη συνέχεια στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο αυτόπτης μάρτυρας, επιβαίνων στο Λεωφορείο, ελεγκτής αυτού, Χ.
Α. Οι ίδιοι εξάλλου κατέθεσαν ότι ο οδηγός του Λεωφορείου ακινητοποίησε στη διασταύρωση και προ της πινακίδας STOP το όχημά του και ότι προέβη σε επαρκή έλεγχο της οδού ..., στην οποία κατά την είσοδό τους δεν υπήρχε πεζός στο οδόστρωμα. Πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός περί προηγούμενης πλήρους διακοπής της πορείας του λεωφορείου, διαψεύδεται καταρχήν από το γεγονός αυτό καθαυτό, ότι δηλαδή δεν αντιλήφθηκαν καθόλου τον ευρισκόμενο στα δεξιά του Λεωφορείου ενάγοντα, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν ήδη στο οδόστρωμα της οδού ..., έχοντας αρχίσει να διασχίζει αυτή, παρά μόνο αντιλήφθηκαν αυτόν κατά το χρόνο παράσυρσης αυτού από το Λεωφορείο και μόνο από τον ήχο που έκανε η παράσυρσή του και όχι γιατί τον είχαν δει προηγουμένως, ενώ εάν ο ισχυρισμός τους αυτός ήταν αληθής οπωσδήποτε θα μπορούσαν να τον έχουν αντιληφθεί εγκαίρως.
Το ανακριβές του ισχυρισμού τους αυτού αποδεικνύεται περαιτέρω και από την καταγραφείσα κατά το χρόνο του ατυχήματος ταχύτητα του ανωτέρω οχήματος, στον περιλαμβανόμενο στην ποινική δικογραφία ταχογράφο του οχήματος, η οποία ανερχόταν όπως προαναφέρθηκε στα 20-22 χιλιόμετρα την ώρα και η οποία εάν το όχημα αυτό εκκινούσε μετά από πλήρη ακινητοποίηση, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ανωτέρω, δεν θα προλάβαινε να έχει αναπτυχθεί σε τόσο μικρή απόσταση (7-8) μέτρα από τη στροφή και να έχει ξεπεράσει τα 8-10 χιλιόμετρα την ώρα, ενόψει της κλίσης της στροφής, του είδους του ελιγμού, αλλά και του είδους, μεγέθους και βάρους του εν λόγω οχήματος.
Η καταγραφή δε της ταχύτητας του οχήματος με βάση τα ευρήματα του ανωτέρω ταχογράφου του Λεωφορείου, όπως αυτά περιλαμβάνονται στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά και δη υπό την παρουσιαζόμενη από τους εκκαλούντες- εναγόμενους εκδοχή ότι η ταχύτητα του οχήματός τους κατά την είσοδό τους στην οδό ..., μετά την προηγούμενη ακινητοποίηση του οχήματός τους έμπροσθεν του STOP, δεν υπερέβαινε τα 5 χιλιόμετρα την ώρα και ότι αυτή είχε εσφαλμένως αποτυπωθεί στην ανάλυση του ταχογράφου που περιέχεται στην ποινική δικογραφία, εκδοχή για την οποία οι εναγόμενοι προσκομίζουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δύο σχετικές τεχνικές εκθέσεις, από τον ασφαλιστικό πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων, Α.
Τ., και από τον αναλυτή ταχογράφων, Σ. Χ. Πλην όμως ούτε το συμπέρασμα της έκθεσης του τελευταίου, ο οποίος καταλήγει ότι με βάση το είδος του ταχογράφου του ενδίκου Λεωφορείου που είναι αναλογικός δεν θα ήταν τεχνικώς δυνατό να γίνει καταγραφή της ταχύτητας με ακρίβεια για ταχύτητα κάτω των 25 χ/ων την ώρα, ώστε θα μπορούσε η καταγραφείσα σε αυτόν ταχύτητα κατά το χρόνο του ατυχήματος, να αφορά πραγματική ταχύτητα κυμαινόμενη από 1- 24 χμ/ρα την ώρα, δεν κρίνονται από το παρόν Δικαστήριο πειστικά και ικανά να αντικρούσουν την περιλαμβανόμενη στην ποινική δικογραφία ανάλυση της ένδειξης του ταχογράφου του Λεωφορείου κατά το χρόνο του ατυχήματος, σύμφωνα με την οποία σαφώς αναφέρεται ότι η ταχύτητα του Λεωφορείου κατά το χρόνο πριν το ατύχημα ήταν 20-22 χιλιόμετρα την ώρα, κατά την ανάλυση δε αυτή, γενόμενη από ειδικούς που γνωρίζουν το τρόπο καταγραφής της ταχύτητας στους ταχογράφους, δεν μπορεί παρά να έχει ληφθεί υπόψη το είδος του ταχογράφου στον οποίο αφορά.
Το άνω ατύχημα, όμως, οφείλεται, κατά ένα μικρό ποσοστό, σε αμελή συμπεριφορά και του ενάγοντα πεζού, ο οποίος, δεν έλεγξε προηγουμένως επαρκώς, πριν την κάθοδό του στο οδόστρωμα από το πεζοδρόμιο στο οποίο αυτός κινούνταν προηγουμένως και την έναρξη της κάθετης πορείας του επί της οδού ..., αν τη δεδομένη στιγμή, με την είσοδό του στο οδόστρωμα της οδού ..., θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των λοιπών χρηστών της οδού (άρθρ. 38 ΚΟΚ), καθώς και ότι θα είχε επαρκή χρόνο, ώστε να προλάβει να διασχίσει αυτή και στα δύο ρεύματά της, χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τους λοιπούς χρήστες αυτής, δεδομένου ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τη συγκεκριμένη οδό από σημείο, όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς, ενόψει και των πολύ ισχυρών ανέμων που έπνεαν τη στιγμή εκείνη στο σημείο που καθιστούσαν δυσχερή την ακουστική αντίληψη αυτού ως πεζού, των κυκλοφοριακών συνθηκών επί των ανωτέρω οδών.
Συνέπεια δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν αφενός μεν να μην αντιληφθεί καθόλου τόσο οπτικά, όσο και ακουστικά το ανωτέρω λεωφορείο να εισέρχεται στην ανωτέρω διασταύρωση, με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό στην οποία κινούνταν αυτός, αφετέρου δε να μην κατορθώσει μετά την είσοδο του ανωτέρω οχήματος στην οδό ...
και ενώ αυτός είχε ήδη αρχίσει να κινείται σε αυτήν, να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά αποφευκτικά της παράσυρσης, ενεργώντας οπισθοπορεία προς το πεζοδρόμιο απ' όπου αυτός εκκίνησε εξαρχής, με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτεθειμένος εντός του οδοστρώματος τη στιγμή που διερχόταν το λεωφορείο από το ίδιο σημείο που βρισκόταν και αυτός και να παρασυρθεί από αυτό, με περαιτέρω συνέπεια τον ένδικο τραυματισμό του.
Με βάση, συνεπώς, τα παραπάνω εκτιθέμενα, συνεκτιμώντας τις παραβάσεις καθενός των δύο ως άνω συνυπαιτίων εμπλεκομένων μερών και τη σπουδαιότητα αυτών, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι τον μεν εναγόμενο οδηγό βαρύνει το μεγαλύτερο ποσοστό υπαιτιότητας (αμέλειας) 80%, τον δε πεζό βαρύνει μικρότερο ποσοστό υπαιτιότητας (αμέλειας) ανερχόμενο σε μόλις 20%, του ισχυρισμού των εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος πεζού (άρθρ. 300 ΑΚ), τον οποίο οι τελευταίοι πρότειναν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρουν με την υπό κρίση έφεσή τους (άρθρ. 527 ΚΠολΔ), γενομένου εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού, διότι τάχα αυτός κατήλθε του πεζοδρομίου, αφότου ήδη το Λεωφορείο είχε εισέλθει στην οδό ... και επέπεσε σε αυτό, μη αντιληφθείς καθόλου το λεωφορείο να βρίσκεται στην πορεία του, αφού όπως προαναφέρθηκε ο ανωτέρω πεζός, τη στιγμή που το λεωφορείο εισερχόταν στην οδό ..., είχε ήδη αρχίσει να διασχίζει το οδόστρωμα, έχοντας προλάβει μάλιστα να πραγματοποιήσει ικανή απόσταση 2,5 μέτρων από το πεζοδρόμιο απ' όπου εκκίνησε, πράγμα που κρίνεται μάλλον απίθανο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να είχε συμβεί, εάν το λεωφορείο είχε προηγουμένως εισέλθει πρώτο στην οδό ..., χωρίς να το αντιληφθεί καθόλου ο πεζός κινούμενος εκ των υστέρων προς το σημείο παράσυρσής του.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια και των δύο εμπλεκομένων μερών και προσδιόρισε το ανωτέρω ποσοστό της συνυπαιτιότητας εκάστου εξ αυτών σε ποσοστό 80% (για τον πρώτο εναγόμενο) οδηγό και σε ποσοστό 20% για τον πεζό, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται από τις ανωτέρω αιτιολογίες της παρούσας, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και εφάρμοσε σωστά το νόμο, ενώ εκτίμησε και αξιολόγησε ορθά το αποδεικτικό υλικό και δη τις μαρτυρικές καταθέσεις τόσο των μαρτύρων που κατέθεσαν στο ακροατήριό του κατά τη συζήτηση της αγωγής, όσο και κατά την αστυνομική προανάκριση, κατά το μέτρο γνώσης και αξιοπιστίας καθενός εξ αυτών, προβαίνοντας σε ορθές κρίσεις και συμπεράσματα αναφορικά με τις ανωτέρω συνθήκες του ατυχήματος και την βάσει αυτών περαιτέρω κατανομή του ποσοστού συνυπαιτιότητας των δύο εμπλεκομένων μερών.
Συνακόλουθα οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, τόσο των εναγομένων - εκκαλούντων της πρώτης έφεσης, όσο και του εκκαλούντος της δεύτερης έφεσης, με τις οποίες παραπονούνται κατά της εκκαλουμένης για τα αντίθετα, θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ανωτέρω τραυματισθείς πεζός, αρχικώς ενάγων, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Μεσσηνίας, όπου εκεί διαπιστώθηκε ότι έφερε εκτεταμένο αποσπαστικό τραύμα δεξιού (άκρου) ποδός, εξαρθρήματα δακτύλων, αφού δε του έγινε μερική συρραφή του τραύματος και του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή, διακομίστηκε εν συνεχεία στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας για ορθοπεδική εκτίμηση του τραύματός του.
Εκεί υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ακρωτηριασμού του δεξιού άκρου ποδός στο επίπεδο του σκαφοειδούς, εξήλθε δε του ανωτέρω Νοσοκομείου την 6.4.2016. Μετά δε την έξοδό του από το Νοσοκομείο και την επιστροφή του στην οικία του, αυτός χρειάστηκε να επισκεφτεί αρκετές φορές μέχρι και τις 31.8.2016 το Νοσοκομείο ..., διότι το κολόβωμα παρουσίασε νεκρωτικές εστίες καθ' όλη την έκταση του τραύματος και έπρεπε να υποβάλλεται σε τακτικές αλλαγές και χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωτικών εσχαρών στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω Νοσοκομείου.
Στις 31.8.2016 είχε λάβει χώρα αποκατάσταση του χειρουργικού τραύματος με επούλωση κατά δεύτερο σκοπό, ενώ το πέλμα του ασθενούς παρουσίαζε εικόνα οιδηματώδους άκρου με ευρήματα "μέλους-φάντασμα". Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο ενάγων ελάμβανε παυσίπονη αγωγή και βάδιζε με βακτηρίες, καθώς δεν ήταν ακόμα δυνατή η εφαρμογή προσθετικού υποδήματος και κρίθηκε μέχρι τότε ανίκανος για εργασία (βλ.
την επαναπροσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. πρωτ. ....2016 ιατρική βεβαίωση του Επιμελητή Α' - Ορθοπεδικού του Νοσοκομείου ..., Κ. Κ.). Συνεπεία δε του ακρωτηριασμού του ανωτέρω δεξιού άκρου του κατά το ένδικο ατύχημα και της στεναχώριας που του προκλήθηκε από αυτό το γεγονός, αλλά και από τη δυσμενή αλλαγή και δυσκολία που επέφερε αυτός στην καθημερινότητά του, ο ενάγων διαγνώσθηκε με αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή, αφού παρουσίασε επιπρόσθετα έντονα αγχωτικά και καταθλιπτικά συμπτώματα, και διαταραχές ύπνου, ευσυγκινησία, ιδέες αυτομομφής και κατά περίπτωση επιθετικότητα, καθώς και σύνδρομο του "μέλους φάντασμα", με πόνους και αισθητικές νευροπαθητικού τύπου διαταραχές (βλ.
την επαναπροσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εκκαλούντα από 30.10.2016 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου -ψυχιάτρου, Ε. Α.- Σ.)...". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδάφ. β' ΑΚ, 38 παρ. 4, 39 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις του συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 80%) στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οδηγού του Δ.Χ.
λεωφορείου - πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι, και ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές, που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές, ότι ο οδηγός του λεωφορείου - πρώτος αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος (κατά ποσοστό 80%) του τροχαίου ατυχήματος και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του ίδιου οδηγού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Πλέον συγκεκριμένα, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του Εφετείου οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του για τη συνυπαιτιότητα του 1ου αναιρεσείοντος οδηγού στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις οποίες (παραδοχές) ο 1ος αναιρεσείων στην πόλη της ... στις 23-03-2016 και περί ώρα 0..., οδηγώντας το ΔΧ λεωφορείο στην οδό ...
και πλησιάζοντας στη συμβολή της με την οδό ..., όπου υπήρχε πινακίδα STOP στην πορεία του, μείωσε μεν την αρχική ταχύτητά του, αλλά δεν ακινοποίησε πλήρως το όχημα του στην ανωτέρω ρυθμιστική πινακίδα, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφοριακή κίνηση επί της κάθετης στην πορεία του οδού ..., αλλά από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως επαγγελματίας οδηγός οχήματος δημόσιας χρήσης σε κατοικημένη περιοχή και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 12 παρ. 1 του ΚΠΚ και 39 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 (Ρ-2) του ΚΟΚ, συνέχισε να κινείται με ταχύτητα περί τα 20-22 χλμ/ώρα, και πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα δεξιά, επιχείρησε την είσοδό του στην ανωτέρω κάθετη οδό, χωρίς να αντιληφθεί, αν και είχε ορατότητα από το σημείο της διασταύρωσης, τον αρχικώς ενάγοντα - πεζό, ο οποίος κατά τη στιγμή εκείνη, που το λεωφορείο έφτανε στη διασταύρωση και εισερχόταν δεξιά στην οδό ..., είχε ήδη κατέλθει από το πεζοδρόμιο και βρισκόταν σε απόσταση 2,5 μέτρων από αυτό και 7,8 μέτρων από τη συμβολή των ανωτέρω δύο οδών, με αποτέλεσμα, να επιπέσει με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός του, στον πεζό παρασύροντάς τον και ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα, εγκλωβίζοντας κατά την παράσυρσή του αυτή, με το δεξιό εμπρόσθιο τροχό του λεωφορείου, το δεξιό πέλμα του πεζού, το οποίο σύρθηκε ευρισκόμενο κάτω από τον τροχό επί ένα μέτρο και συνεθλίβη, προκαλώντας του με τον τρόπο αυτό σοβαρό τραυματισμό στο δεξιό του άκρο.
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 εδ. α, β και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζουν, ότι στην προσβαλλόμενη περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα: α) ενώ έγινε δεκτό, ότι το λεωφορείο πραγματοποίησε ελιγμό δεξιά χρησιμοποιώντας και το αντίθετο ρεύμα στην οδό ..., για να στρίψει και ως εκ τούτου βρισκόταν υπό γωνία, οπότε ο οδηγός δεν είχε ορατότητα μπροστά στο οδόστρωμα της οδού, ακολούθως αντιφατικά δέχεται, ότι ο πεζός ήταν μπροστά του στο ορατό για τον οδηγό τμήμα της πορείας του, β) ενώ έγινε δεκτό, ότι η πρόσκρουση έγινε με τον πλαϊνό δεξιό τροχό του λεωφορείου, που απέχει 2,5 μέτρα από το παρμπρίζ, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται, ότι ο πεζός ήταν ορατός στο μπροστινό τμήμα του λεωφορείου, και σε πλήρη αντίφαση με τα ανωτέρω, περαιτέρω, αναγνωρίζεται, ότι η ορατότητα στα δεξιά του οδηγού ήταν δυσχερής, γ) αντιφατικά έγινε δεκτό, ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος του τροχαίου ατυχήματος με τυχόν μη ακινητοποίηση του λεωφορείου στο STOP, αν και περαιτέρω δέχεται, ότι ο πεζός δεν βρισκόταν στη διασταύρωση, αλλά εκινείτο σε απόσταση 7-8 οκτώ μέτρων από αυτήν και δ) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δ1) αφού επλήγη το δεξιό πόδι του παθόντος, όχι μόνο αυτός δεν είχε προβεί σε αποφευκτική κίνηση ούτε σταμάτησε, αλλά συνέχισε να κινείται, διότι αν ήταν ακίνητος, θα έπρεπε να εγκλωβιστεί το αριστερό πόδι του, ενώ, επίσης, δ2) δεν μπορεί να είχε κατέβει στο οδόστρωμα και να είχε προλάβει να διανύσει ο πεζός 2,5 μέτρα απόσταση, πριν εισέλθει το λεωφορείο στη στροφή, αφού η ταχύτητα, που μπορεί να αναπτύξει ένας ...χρονος πεζός, που δεν βιάζεται να διασχίσει το δρόμο, υπολογίζεται στα 4 χλμ/ώρα.
Οι υπό στοιχ. α' και β' αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο οδηγός του λεωφορείου, είχε ορατότητα από τη διασταύρωση προς το οδόστρωμα της οδού ... και προς το σημείο, όπου εκινείτο ο πεζός, τον οποίο όμως, εξαιτίας της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του, δεν αντιλήφθηκε, καθώς και ότι το λεωφορείο πρώτα επέπεσε στον πεζό με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του, τον ανέτρεψε ρίχνοντάς τον στο οδόστρωμα και, ακολούθως τον παρέσυρε και τον εγκλώβισε με τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του.
Η υπό στοιχ. γ αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι ο οδηγός του λεωφορείου όφειλε να διακόψει την πορεία του πριν από την πινακίδα STOP και να παραχωρήσει προτεραιότητα στους κινούμενους στην οδό ... και όχι μόνο στους κινούμενους στη διασταύρωση, ενώ με τις υπό στοιχ. δ1 και δ2 αιτιάσεις απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι ο 1ος από αυτούς, οδηγός του λεωφορείου, σταμάτησε στο STOP, ότι έλεγξε την οδό ... και αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε πεζός, ότι κατόπιν άρχισε να κινείται με 5 χλμ/ώρα, ότι ο πεζός εμφανίστηκε την τελευταία στιγμή στο πλαϊνό μέρος του λεωφορείου, όπου ο οδηγός δεν είχε ορατότητα και ενώ ο ίδιος διενεργούσε νόμιμο ελιγμό δεξιάς στροφής.
Οι ανωτέρω αρνητικοί της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος ισχυρισμοί ομοίως απαραδέκτως επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία επήλθε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, πέραν του ότι αιτιολογημένα απαντήθηκαν με την προσβαλλόμενη, με την οποία κρίθηκε α) ότι η ταχύτητα του λεωφορείου κατά τη σύγκρουση ήταν 20-22 χλμ/ώρα, όπως κατέδειξε ο ταχογράφος, που αναλύθηκε αρμοδίως σε σχέση με τον τρόπο καταγραφής της ταχύτητας στους ταχογράφους, γεγονός που αποκλείει να είχε σταματήσει στο STOP το λεωφορείο, β) ότι όταν το λεωφορείο επέπεσε στον πεζό, ο τελευταίος είχε ήδη διανύσει 2,5 μέτρα στο οδόστρωμα, και γ) ότι είναι απίθανο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν το λεωφορείο είχε εισέλθει πρώτο στην οδό ..., να μην το είδε μπροστά του ο πεζός και να κινήθηκε εκ των υστέρων προς το σημείο παράσυρσής του.
Περαιτέρω, η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του ταχογράφου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, με την επίκληση δύο τεχνικών εκθέσεων, τις οποίες προσκόμισαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ομοίως πλήττει απαραδέκτως τις αποδείξεις. Τέλος, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι η οδός ... αποτελεί τμήμα της Εθνικής Οδού ...
και γι' αυτό δεν έχει διάβαση πεζών στο συγκεκριμένο σημείο και απαγορεύεται στους πεζούς να τη διασχίσουν κάθετα, για λόγους ασφαλείας των πεζών, δεν ασκούν έννομη επιρροή, διότι το σημείο του ατυχήματος βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή της πόλης της ..., όπου ισχύουν οι ανάλογες διατάξεις οδικής κυκλοφορίας του Ν. 2696/1999.
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 εδ. α και β και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή, κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 1155/2007).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και, κατ' ανάγκη, συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση. Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1333/2023, ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 1445/2018).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν ανασφάλιστος αγρότης, κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ήταν ήδη ηλικίας ... και έπασχε από διάφορες χρόνιες παθήσεις και νόσους και δη από υπερχοληστερολαιμία και υπερτασική καρδιοπάθεια, για τις οποίες ελάμβανε σχετική αγωγή, καθώς και από ηπατοκυτταρικό καρκίνο και χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα B, ασθένειες από τις οποίες αυτός τελικά απεβίωσε την ..., σε ηλικία ...
ετών στο Γ. Νοσοκομείο Μεσσηνίας, όπως σαφώς αναφέρονται ως αιτίες θανάτου του στην προσκομιζόμενη από τους διαδίκους ληξιαρχική πράξη θανάτου του και οι οποίες δεν προέκυψε ότι συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια σύνδεση. Αυτός, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, συνεπεία του οποίου όπως προεκτέθηκε κατέστη μερικά ανάπηρος και ανίκανος για εργασία, λόγω του μερικού ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου αυτού, απασχολούνταν περιστασιακά, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, μερικούς μόνο μήνες το χρόνο σε αγροτικές εργασίες, τόσο λόγω της ηλικίας του όσο και της προϋπάρχουσας του ατυχήματος κακής γενικά κατάστασης της υγείας του, που δεν επέτρεπαν σε αυτόν να εργάζεται συνεχώς καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου και επί οκτάωρο, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από αυτόν στην ένδικη αγωγή του, τα οποία κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, εξ αιτίας δε των πολύ χαμηλών εισοδημάτων του από την εργασία του αυτή, το μηνιαίο εισόδημά του συμπληρωνόταν από επίδομα αλληλεγγύης που ελάμβανε από το Ελληνικό Δημόσιο, ποσού εξ ευρώ 338,65 ευρώ μηνιαίως.
Εκτιμάται, επομένως, ότι αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος και εάν δεν είχε μεσολαβήσει αυτό, θα συνέχιζε να απασχολείται περιστασιακά σε αγροτικές εργασίες, αφενός μεν κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, στη συγκομιδή του καρπουζιού, ως ειδικευμένος στην συλλογή εργάτης, εργασία για την οποία θα ελάμβανε αυτός κατ' ελάχιστον το ποσό των -40- ευρώ ημερησίως, αφετέρου δε κατά την ελαιοκομική περίοδο, επί τρεις μήνες, ήτοι από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι και τα μέσα Ιανουαρίου, αμειβόμενος ως εργάτης, με ημερομίσθιο ομοίως 40 ευρώ την ημέρα, όπως προκύπτει ιδίως από τις μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων με επιμέλειά του μαρτύρων, Ι.
Α. και Ι. Β., που περιέχονται στις ανωτέρω αναφερόμενες υπ' αριθ. 208 και 207/20.11.2018, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους, τα οποία δεν αντικρούστηκαν από κάποιο περί του αντιθέτου αποδεικτικό μέσο των εναγομένων. Επομένως, με βάση την κατά το χρόνο του ατυχήματος προϋπάρχουσα εργασιακή του κατάσταση, πιθανολογείται ότι σύμφωνα με τα ληφθέντα από αυτόν προπαρασκευαστικά μέτρα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού ακρωτηριασμός του, που τον κατέστησε από τότε και μέχρι τον κατά τα άνω επελθόντα θάνατό του, ανίκανο για τις ανωτέρω αγροτικές εργασίες, αυτός θα απασχολούνταν σε τέτοιες εργασίες επί 20 ημέρες τουλάχιστον μηνιαίως, ήτοι επί (40) συνολικά ημέρες κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, με ημερομίσθιο 40 ευρώ και για τρία έτη 2016, 2017 και 2018, καθώς και επί (20) ημέρες το μήνα και (60) ημέρες συνολικά, κατά τους μήνες από Οκτώβριο μέχρι και Ιανουάριο, με ημερομίσθιο 40 ευρώ, για τα έτη 2016 και 2017 (μη υπολογιζομένης της ελαιοκομικής περιόδου του έτους 2018, αφού απεβίωσε νοσηλευθείς στο Νοσοκομείο τον Δεκέμβριο του 2018) και θα αποκέρδαινε από την ανωτέρω εργασία του, μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εισοδήματα συνολικού ποσού εξ ευρώ 4.800+4.800 = 9.600 ευρώ [(ήτοι 120 ημέρες για συλλογή καρπουζιού X 40 ευρώ) + 120 ημέρες (σ.σ.
για συλλογή ελαιοκάρπου) X 40 ευρώ], τα οποία απώλεσε συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του, η αποθετική δε αυτή ζημία του συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του. Από το ποσό αυτό όμως θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσοστό 20% που αναλογεί στην κατά τα άνω συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και έτσι το τελικώς οφειλόμενο σε αυτόν ποσό ανέρχεται σε 7.680 (9.600 μείον 1.920) ευρώ, απορριπτομένου του επιπλέον αυτού αιτούμενου αγωγικού κονδυλίου, ως αναπόδεικτου και ουσία αβάσιμου.
Εξάλλου στο ποσό αυτό δεν θα πρέπει να συμψηφιστεί το ανωτέρω λαμβανόμενο από αυτόν, ως εισφορά αλληλεγγύης ποσό των 338,65 ευρώ μηνιαίως, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο ενάγων δικαιούται σε αθροιστική απόληψη του ποσού αυτού μαζί με την ανωτέρω οφειλόμενη από τους εναγόμενους αποζημίωση, λόγω στέρησης των διαφυγόντων εισοδημάτων του (...).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο αρχικώς ενάγων θα εργαζόταν μέχρι και τα 75 έτη της ηλικίας του, απασχολούμενος σε αγροτικές εργασίες, επί οκτάωρο επί 16 ημέρες μηνιαίως, και όλους του μήνες του έτους, και ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος αυτός θα είχε συνολικά διαφυγόντα εισοδήματα ποσού 53.760 ευρώ, από τα οποία οι εναγόμενοι ενέχονταν να του καταβάλουν, μετά τον συνυπολογισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του (20%) στην πρόκληση του ακρωτηριασμού του και την εξ αυτού ζημία του, το ποσό των (43.008) ευρώ, καταβλητέο, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 512 ευρώ, έσφαλε στην κρίση του και έκανε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένο υπολογισμό του συγκεκριμένου κονδυλίου, όπως βασίμως παραπονούνται κατ' αυτής οι εκκαλούντες της πρώτης αγωγής με τον συναφή λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, ο οποίος και θα πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτός ως ουσία βάσιμος, ενώ αντίστοιχα θα πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις με τις οποίες ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως του επιδίκασε για την αιτία αυτή μικρότερα από τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά...".
Κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι μέχρι το χρόνο του ένδικου ατυχήματος τα υπάρχοντα προβλήματα υγείας του αρχικώς ενάγοντος του επέτρεπαν να εργάζεται περιορισμένα και εποχιακά σε αγροτικές εργασίες και συγκεκριμένα στη συλλογή καρπουζιού και ελαιοκάρπου, σύμφωνα με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που δεν αντικρούστηκαν από αντίθετο αποδεικτικό μέσο των εναγομένων, έτσι ώστε κατά πιθανολόγηση, με βάση τα ληφθέντα από αυτόν προπαρασκευαστικά μέτρα, θα συνέχιζε να ασκεί την ίδια δραστηριότητα και να εισπράττει τα προεκτιθέμενα ποσά, αν δεν είχε μεσολαβήσει το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξαιτίας αυτού ακρωτηριασμός του, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Οι σχετικές δε παραδοχές της προσβαλλόμενης ουδόλως είναι ενδοιαστικές, ενώ ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε τη βασιμότητα της αξίωσης των διαφυγόντων εισοδημάτων κατά πιθανολόγηση, καθόσον πρόκειται για μελλοντική ζημία, η οποία κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, και, ως εκ τούτου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 298 και 929 του ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου εν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με τα κεφάλαια των αγωγικών αξιώσεων των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία, λόγω του ανωτέρω ακρωτηριασμού του δεξιού άκρου ποδός στο επίπεδο του σκαφοειδούς.
Η παραπάνω προκληθείσα αναπηρία του κάτω άκρου του δεξιού ποδιού του, αποτελούσε μόνιμη δυσμενή επιδείνωση της υγείας του παθόντος, που προκλήθηκε από το ατύχημα και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με βάση ιδίως τις προδιαληφθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, επέφερε στον παθόντα, ηλικίας αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος ...
και για όσο χρονικό διάστημα αυτός έζησε μετά από αυτό, δηλαδή μέχρι τα 70 περίπου έτη της ηλικίας του, σοβαρές αλλαγές στην καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής του, αλλά και στην επαγγελματική του ζωή, που είχαν οπωσδήποτε αρνητικές επιδράσεις στην εν γένει κοινωνική και οικονομική του εξέλιξη, καθώς αυτός αδυνατούσε να ασκήσει παντελώς τις ανωτέρω αγροτικές εργασίες με τις οποίες ασχολούνταν ανέκαθεν και εξακολουθούσε έστω μερικά να ασκεί και κατά τα τελευταία αυτά κρίσιμα δύο έτη της ζωής του, αλλά και κάθε άλλη δραστηριότητα που απαιτούσε καλή ποδική στήριξη του σώματός του (ορθοστασία, γρήγορη βάδιση, άνοδο κλίμακος, μεταφορά φορτίων), μειονεκτώντας έτσι επαγγελματικά συγκριτικά με τα αρτιμελή εργαζόμενα άτομα, ενόψει και της προχωρημένης ηλικίας του, που ήταν αποτρεπτική για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων, κατά προσαρμογή με την νέα, μετά τον ακρωτηριασμό του, σωματική του κατάσταση.
Επιπλέον η αναπηρία του ήταν εμφανής αφού βάδιζε με χωλότητα, χρησιμοποιούσε ως βοήθημα βακτηρίες, ενώ προτίθετο να αγοράσει τεχνητό μέλος, το οποίο όμως λόγω του επελθόντος εντωμεταξύ θανάτου του δεν πρόλαβε να αγοράσει. Ενόψει των ανωτέρω, επομένως, κρίνεται ότι συνέτρεχαν στην περίπτωση του ενάγοντος ιδιάζουσες περιστάσεις και λόγος καταβολής αποζημιώσεως κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αφού οι ανωτέρω δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική του ζωή που επήλθαν συνεπεία της μερικής μόνιμης αναπηρίας από το ένδικο ατύχημα, κείνται πέρα από τις συνήθεις συνέπειες ενός τραυματισμού, που αντιμετωπίζονται με την αποζημίωση των άρθρων 929 και τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ, οι οποίες σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη, μπορούν να αξιωθούν από τον παθόντα αυτοτελώς.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούνταν για την αιτία αυτή πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, η οποία με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του, την ηλικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος (... ετών) και τον επελθόντα εν συνεχεία σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα θάνατό του, προκληθέντα από άλλες άσχετες με το ατύχημα σοβαρές και προϋπάρχουσες ασθένειες αυτού, καθώς και τον ανωτέρω βαθμό συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ενδίκου τραυματισμού του (20%), θα πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των (8.000) ευρώ, απορριπτομένου ως προς το επιπλέον τούτου αιτούμενου από τον ενάγοντα ποσού, ως αναπόδεικτου και αβάσιμου.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούνταν πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ, την οποία όμως προσδιόρισε στο ποσό των 25.000 ευρώ, έσφαλε στην κρίση του και στην εκτίμηση όλων των ανωτέρω παραγόντων, αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους του ανωτέρω κονδυλίου, όπως ορθά αιτιώνται κατ' αυτής οι εναγόμενοι με τον συναφή λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, ο οποίος και θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος, ενώ αντίστοιχα θα πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις με τον οποίον ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένως προσδιορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εν λόγω αποζημίωση σε μικρότερο του αιτούμενου με την αγωγή ποσού, ως ουσία αβάσιμος.
Τέλος, εκτός από αποζημίωση ο ενάγων δικαιούνταν, επιπρόσθετα χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών του, η οποία, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος που προαναφέρθηκαν, ο μεγάλος βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος (Λεωφορείου), αλλά και το μικρό ποσοστό (20%) συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκλησή του, η βαρύτητα και η έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος και η όλη ταλαιπωρία του στα πλαίσια της αποθεραπείας του, ο ακρωτηριασμός του και η εξ αυτού μόνιμη μερική αναπηρία του, καθώς και η όλη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία του από το ατύχημα, η ηλικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος (...), καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, καθώς o τρίτος εναγόμενος, ως νομικό πρόσωπο - ασφαλιστικός συνεταιρισμός, υπέχει εγγυητική μόνο ευθύνη το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούταν χρηματικής ικανοποίησης, ανερχόμενης στο ποσό των (35.000) ευρώ, το οποίο ενόψει των ανωτέρω κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΚ 932) κρίνεται δίκαιο, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω της ηθικής βλάβης του συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, στο μεγαλύτερο αυτού ποσό των 45.000 ευρώ, έσφαλε στην κρίση του, όπως βασίμως παραπονούνται κατά της εκκαλουμένης με σχετικό λόγο της πρώτης από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις, οι εκκαλούντες, ο οποίος και θα πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος, ενώ αντίθετα θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις, με τον οποίο ο εκκαλών - καθολικός διάδοχος του αρχικώς ενάγοντος, παραπονείται κατά της εκκαλουμένης ότι κατ' εσφαλμένη κρίση προσδιόρισε την χρηματική ικανοποίηση του αρχικώς ενάγοντος, πατρός του, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη αυτός από το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού σοβαρό τραυματισμό του, σε πολύ μικρότερο του αιτούμενου για την αιτία αυτή αγωγικού κονδυλίου".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έκρινε με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη χρηματική παροχή του άρθρου 931 του ΑΚ, ότι η μερική αναπηρία του αρχικώς ενάγοντος εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος επηρέασε δυσμενώς την επαγγελματική του ζωή, λόγω της εφεξής αδυναμίας του να ασχολείται με τις αγροτικές εργασίες, με τις οποίες ασχολείτο ανέκαθεν και εξακολουθούσε μέχρι το ατύχημα να ασκεί αυτές έστω και μερικά, αλλά και με κάθε άλλη δραστηριότητα, που απαιτούσε καλή ποδική στήριξη του σώματός του, και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραπονούνται για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, υποστηρίζοντας ότι ουδεμία δυσμενής συνέπεια στο επαγγελματικό του μέλλον συνέβη, ούτε με τη συνδρομή τόσο σοβαρών, προϋπαρχουσών παθήσεων ηδύνατο να έχει επαγγελματικό μέλλον, είναι αβάσιμες.
Επίσης, η αιτίαση των αναιρεσειόντων σε σχέση με την κατ' άρθρο 932 του ΑΚ αποζημίωση, ότι με την προσβαλλόμενη δεν λήφθηκε υπόψη η έλλειψη ενδιαφέροντος του αρχικώς ενάγοντος να τοποθετήσει προσθετικό μέλος επί δύο χρόνια, είναι αβάσιμη, διότι έγινε δεκτό, ότι αυτός "προτίθετο να αγοράσει τεχνητό μέλος, το οποίο όμως λόγω του επελθόντος εν τω μεταξύ θανάτου του δεν πρόλαβε να αγοράσει".
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει ως πρόσθετη παροχή - ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 8.000 ευρώ και ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 35.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι τα ποσά που το Εφετείο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 του ΑΚ, και ως πρόσθετη παροχή, του άρθρου 931 του ίδιου Κώδικα, δεν υπερβαίνουν καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό τους, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-07-2021 (αριθμ. κατάθ. 33/21-09-2021) αίτηση για αναίρεση της 10/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ