Legislator Case Law & Legislation
1198/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on liability for abuse of office, citing free evaluation of evidence.

Case Number 1198/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding liability for abuse of office. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence, specifically an expert deposition, and failed to address other relevant facts. The court rejected these claims, ruling that the assessment of evidence and factual circumstances is within the free discretion of the trial court and not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Article 922 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The principal is liable for damages caused by the agent, including abuse of office, and the appellate court's review of the lower court's free evaluation of evidence is limited.

Keywords

AI generated
abuse of office liability principal agent relationship free evaluation of evidence appellate review limits civil liability damages

Cited Legislation

AI generated
Article 922 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1198 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1198/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Π. Α., το γένος Α. Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιούλα Κατσαμπάνη και Ζήση Κωνσταντίνου.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."], που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρίδα Δόμνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4796/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 3277/2011 του Εφετείου Αθηνών και κατόπιν αιτήσεως αναψηλαφήσεώς της η 523/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα, επί της οποίας εκδόθηκε η 795/2015 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τους από 5-9-2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, απέρριψε την από 20-6-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 523/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αναίρεσε την υπ' αρ. 3277/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3707/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαίτιος σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση (ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1325/2007), κατέστη δε δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με τη χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν (Α.Π. 1888/2013, Α.Π. 331/2010).

Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 9/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία εκτός από το δόλο υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου πρόσωπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στην προκειμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015, ΑΠ 1197/2005).

Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος από άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά στο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο(ΑΠ 758/2018,ΑΠ 1237/2014,ΑΠ629/2010). Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα όταν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 501/2018, ΑΠ 201/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), που γίνεται προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβληθέντων λόγων αναιρέσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, διατηρεί από το έτος 1984 πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ - … στο …., επί της ..., με κωδικό αριθμό ….

Κάθε πρακτορείο αυτής της κατηγορίας, ήταν υποχρεωμένο σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τα παίγνια αυτού του είδους, δύο φορές την εβδομάδα και δη, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη, να αποδίδει με κατάθεση στον με αριθμό …. ειδικό λογαριασμό καταθέσεων όψεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΑΕ" (εφεξής ο ΟΠΑΠ), που διατηρεί αυτή στην εναγόμενη - εφεσίβλητη Εμπορική Τράπεζα (ήδη, μετά τη συγχώνευση δι' απορροφήσεως, όπως ρητώς συνομολογείται, στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ) το ποσό των εισπράξεων που αναλογούσε, μετ' αφαίρεση της προμήθειάς της, στην πληρωμή του εκκαθαριστικού λογαριασμού από τους οικείους διαγωνισμούς.

Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2006 (περί του οποίου αναλυτικά κατωτέρω) ο ΟΠΑΠ δεν είχε συνδεθεί ακόμη με ηλεκτρονικό σύστημα ON LINE με τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν και ειδικότερα με την εναγόμενη Τράπεζα, ώστε η ενημέρωσή του για την εκάστοτε υπέρ αυτού κατάθεση των εισπράξεων των πρακτορείων του, γινόταν με αποστολή τηλεομοιοτυπίας (FAX) του εντάλματος πληρωμής- κατάθεσης των εισπράξεων, με επιμέλεια του πρακτορείου και δη, αμέσως μετά την κατάθεση των αντιστοίχων ποσών στον άνω λογαριασμό του ΟΠΑΠ, δηλαδή αυθημερόν.

Το μεσημέρι δε της ίδιας μέρας (Δευτέρας και Πέμπτης) ο ΟΠΑΠ ήλεγχε την εξόφληση του ποσού του τρέχοντος εκκαθαριστικού για κάθε πρακτορείο, και αν διαπίστωνε ότι δεν είχε καταβληθεί το οφειλόμενο βάσει εκκαθαριστικού χρηματικό ποσό ή είχε καταβληθεί μέρος αυτού, απενεργοποιούσε τις τερματικές μηχανές του πρακτορείου που όφειλε.

Στις 30.06.2006 διαπιστώθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΟΠΑΠ ότι δύο πρακτορεία και συγκεκριμένα αυτό της ενάγουσας και αυτό της Ε. Φ. - Α. (μη διαδίκου) με κωδικό αριθμό …, που βρίσκεται στο ..., εμφάνιζαν εκκρεμότητα αποπληρωμής των εκκαθαριστικών τους λόγος για τον οποίο λίγες ημέρες μετά, και συγκεκριμένα, στις 6.7.2006 ο ΟΠΑΠ έκλεισε οριστικά την πρόσβαση του πρακτορείου της ενάγουσας στο σύστημά του, με συνέπεια την αδυναμία κατάθεσης οποιουδήποτε δελτίου τυχερών παιχνιδιών από αυτό (πρακτορείο).

Σχετικά με την εκκρεμότητα που παρουσίασε το πρακτορείο της ενάγουσας και που οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας της με τον ΟΠΑΠ αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 16.6.2006 ο Δικηγόρος Αθηνών Ι. Α. (μη διάδικος) που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την ενάγουσα, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το υποκατάστημα ... της εναγομένης, και συγκεκριμένα με την υπάλληλο της, Λογιστή Β' - ταμία του τερματικού "D" (teller) Δ.

Τ.. Αυτός ήταν πελάτης της εναγομένης τράπεζας με υψηλά ανεξόφλητα υπόλοιπα από δάνεια και πιστωτικές κάρτες, δυσμενή οικονομικά στοιχεία από ακάλυπτες επιταγές και με εις βάρος του εκδοθείσες διαταγές πληρωμής, και πελάτης του πρακτορείου της ενάγουσας, φίλος του συζύγου της τελευταίας, πελάτης του πρακτορείου της αδελφής της άνω ταμία, και τέλος, σύζυγος της Ε.

Φ., που διατηρούσε πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ στο …, όπως προεκτέθηκε. Σε όλα τα παραπάνω πρακτορεία αυτός "έπαιζε" μεγάλα χρηματικά ποσά, έχοντας δημιουργήσει, ειδικά στο πρακτορείο που διατηρούσε η αδελφή της άνω ταμία, μεγάλες οφειλές. Τη παραπάνω ημέρα (16.6.2006) και ώρα 12.13' με τη πράξη … διενεργήθηκε από την άνω ταμία, υπάλληλο της εναγομένης, εικονική κατάθεση ποσού 10.162 ευρώ, στον λογαριασμό του ΟΠΑΠ, που εφέρετο να αφορά στην απόδοση εισπράξεων του με αριθμό … πρακτορείου της ενάγουσας, ενώ αντίγραφο του γραμματίου είσπραξης του άνω ποσού απεστάλη από την παραπάνω ταμία, κατ' εντολή του Ι.

Α., με τηλεομοιοτυπία (φαξ) στον ΟΠΑΠ, προκειμένου η αρμόδια υπηρεσία του να ενημερωνόταν για την σχετική δήθεν καταβολή. Η κατάθεση αυτή, έγινε χωρίς ο Ι. Α. να εγχειρίσει το χρηματικό ποσό στην παραπάνω ταμία, δηλαδή εικονικά, λόγος για τον οποίο η άνω ταμίας, μετά το πέρας των συναλλαγών του υποκαταστήματος, οπότε γίνεται στα τραπεζικά καταστήματα η οριστικοποίηση των εγγραφών της ημέρας και δη, περί ώρα 15.25', από το ίδιο τερματικό, με τη με αριθμό … πράξη έκανε αντιλογισμό της άνω πίστωσης.

Ο αντιλογισμός αυτός, είχε ως συνέπεια την ακύρωση της σχετικής λογιστικής εγγραφής, πλην όμως, για το γεγονός της ακύρωσης της συναλλαγής, η παραπάνω υπάλληλος δεν ενημέρωσε τον ΟΠΑΠ προς τον οποίο είχε προηγουμένως διαβιβάσει το γραμμάτιο είσπραξης με το ψευδές περιεχόμενο, όπως προεκτέθηκε. Για την ίδια ως άνω αιτία, η ίδια ως άνω ταμίας, υπάλληλος της εναγομένης, στις 20.6.2006 και περί ώρα 9.10 διενήργησε με την με αριθμό D033 πράξη, κατάθεση χρηματικού ποσού 9.880 ευρώ, οφειλομένου στον ΟΠΑΠ, από το πρακτορείο της ενάγουσας, με τον ίδιο ακριβώς, όπως παραπάνω τρόπο, δηλαδή χωρίς πραγματική παράδοση μετρητών από τον Ι.

Α., και ακολούθως ενημέρωσε τον ΟΠΑΠ για τη δήθεν είσπραξη του ποσού, με την αποστολή μέσω τηλεομοιοτυπίας (φαξ) αντιγράφου του σχετικού γραμματίου είσπραξης, μετά δε το πέρας των συναλλαγών του υποκαταστήματος, και με τη με αριθμό … πράξη, αντιλόγισε τη σχετική εγγραφή, χωρίς όμως για την ακύρωση της συναλλαγής να ενημερώσει τον ΟΠΑΠ προς τον οποίο είχε προηγουμένως διαβιβάσει το γραμμάτιο είσπραξης με το ψευδές περιεχόμενο, όπως προεκτέθηκε.

Στις άνω ενέργειες η παραπάνω υπάλληλος της εναγομένης προέβη δολίως, κατά πλήρη καταστρατήγηση των εσωτερικών οδηγιών της εναγομένης Τράπεζας, και της κοινής τραπεζικής συναλλακτικής πρακτικής, εκμεταλλευόμενη τη θέση εμπιστοσύνης που κατείχε, καθόσον εν γνώσει της, εξέδωσε τραπεζικά παραστατικά έγγραφα (αποδείξεις εισπράξεως) στα οποία αποτυπώνονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, βεβαίωσε την κατάθεση χρημάτων υπέρ του δικαιούχου αυτών ΟΠΑΠ, χωρίς αντίστοιχη παράδοσή τους στο ταμείο της, εν συνεχεία δε, απέστειλε αντίγραφα των αποδείξεων εισπράξεως των χρηματικών ποσών προς το δικαιούχο αυτών ΟΠΑΠ, τα οποία στην πραγματικότητα ουδέποτε εισέπραξε, γνωρίζοντας επί πλέον, ότι ο Ι.

Α. ήταν αφερέγγυο πρόσωπο με ατακτοποίητες οφειλές στην εναγομένη (εμπλοκές) και δυσμενή στοιχεία. Για τις πράξεις της αυτές, η εν λόγω ταμίας, υποβλήθηκε σε πειθαρχικό έλεγχο, ο οποίος οδήγησε στην απόλυσή της. Λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 23.6.2006 και περί ώρα 10.37' ο Δικηγόρος Ι. Α. εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της εναγομένης επί της ...

και κατέθεσε εκ μέρους του πρακτορείου της ενάγουσας, υπέρ του ΟΠΑΠ το ποσό των 24.150 ευρώ. Όμως, περίπου 10 λεπτά αργότερα, ο παραπάνω Δικηγόρος επανήλθε στο εν λόγω υποκατάστημα της εναγομένης και ισχυρισθείς ότι έκανε λάθος ως προς τη τράπεζα και το ποσό της κατάθεσης, ζήτησε την ακύρωση της συναλλαγής.

Ο ταμίας του υποκαταστήματος, Γ. Π., που είχε πραγματοποιήσει τη συναλλαγή με τη με αριθμό … πράξη, ζήτησε το αντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης που είχε εγχειρίσει στον Ι. Α., και μετά από προηγούμενη προφορική συγκατάθεση της προϊσταμένης καταθέσεων, του εν λόγω υποκαταστήματος της εναγομένης, και τις υπογραφές των αρμοδίων προϊσταμένων του αντιλόγισε την κατάθεση με τη με αριθμό … πράξη του στις 10.51 ώρα και επέστρεψε το ποσό των 24.150 ευρώ στον Ι.

Α.. Την ίδια τακτική ακολούθησε ο Ι. Α. και άλλες δύο φορές. Συγκεκριμένα, στις 27.6.2006 και ώρα 11.34 αυτός εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της οδού … της εναγομένης και κατέθεσε εκ μέρους του πρακτορείου της ενάγουσας, υπέρ του ΟΠΑΠ το ποσό των 14.600 ευρώ. Εν συνεχεία, και μετά παρέλευση μισής ώρας περίπου εμφανίστηκε εκ νέου στο εν λόγω υποκατάστημα και ισχυρισθείς ότι έκανε λάθος στη Τράπεζα, ζήτησε την ακύρωση της συναλλαγής.

Η ταμίας του υποκαταστήματος, Π. Μ., που είχε πραγματοποιήσει τη συναλλαγή με τη με αριθμό … πράξη, ζήτησε το αντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης που είχε εγχειρίσει στον Ι. Α., και μετά από προηγούμενη προφορική συγκατάθεση της Δ. Τ. που εν τω μεταξύ είχε προαχθεί και τοποθετηθεί ως προϊσταμένη εργασιών του εν λόγω υποκαταστήματος της εναγομένης, καθώς και την υπογραφή του διευθυντή του υποκαταστήματος, αντιλόγισε την κατάθεση με τη με αριθμό … πράξη της στις 12.04' ώρα και επέστρεψε το ποσό των 14.600 ευρώ στον Ι.

Α.. Τέλος, στις 30.6.2006 και περί ώρα 10.32' ο Ι. Α. εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της ... της εναγομένης και κατέθεσε εκ μέρους του πρακτορείου της ενάγουσας, υπέρ του ΟΠΑΠ το ποσό των 17.460 ευρώ. Εν συνεχεία, και μετά παρέλευση μισής ώρας περίπου εμφανίστηκε εκ νέου στο εν λόγω υποκατάστημα και ισχυρισθείς ότι έκανε λάθος στην τράπεζα ζήτησε την ακύρωση της συναλλαγής.

Η ταμίας του υποκαταστήματος, Π. Π., που είχε πραγματοποιήσει τη συναλλαγή με τη με αριθμό … πράξη, ζήτησε το αντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης που είχε εγχειρίσει στον Ι. Α., και μετά από προηγούμενη προφορική συγκατάθεση των προϊσταμένων της, αντιλόγισε την κατάθεση με τη με αριθμό … πράξη της στις 11.05' ώρα και επέστρεψε το ποσό των 17.460 ευρώ στον Ι.

Α.. Η προλαβούσα με αριθμό 3277/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, είχε δεχτεί συναφώς ότι " Αντίθετα, για τους λοιπούς προαναφερθέντες ταμίες των καταστημάτων ..., ... και ... της εναγομένης δεν καταλογίσθηκαν πειθαρχικές ευθύνες, αφού κρίθηκε ότι ορθά προέβησαν στους ως άνω αντιλογισμούς (όπως και η Δ. Τ. μόνο ως προς τις ενέργειες των αντιλογισμών), μετά από σχετικές εντολές του πελάτη - καταθέτη, προφορική εξουσιοδότηση και συγκατάθεση των προϊσταμένου τους και αφού τήρησαν τις προβλεπόμενες τραπεζικές διαδικασίες.

Συνεπώς, στις τρεις τελευταίες των ως άνω περιπτώσεων οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ενεργώντας σύμφωνα με το νόμο, προέβησαν κάθε φορά στον απαιτούμενο αντιλογισμό ή αντιπέρασμα. δηλαδή στο μηδενισμό (ακύρωση) της σχετικής εγγραφής με αντίθετη εγγραφή... έτσι ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια των κονδυλίων του σχετικού λογαριασμού ....

Με βάση λοιπόν τα ως άνω περιστατικά αποδείχτηκε ότι ο Ι. Α., ενεργώντας στα πλαίσια των παραπάνω συμβατικών του σχέσεων με την ενάγουσα, μετέβη στα ως άνω καταστήματα της εναγομένης και προέβη, κατ' εντολή της ενάγουσας και για λογαριασμό του πρακτορείου της, στις καταθέσεις των ποσών 24.15Θ ευρώ, στις 23- 6-2006, των 14.600 ευρώ, στις 27-6-2006, και 17.460 ευρώ, στις 30-6- 2006.

Κατά τις ίδιες ημερομηνίες; αυτός, εκπροσωπώντας πάντοτε την ενάγουσα, επανήλθε στα ίδια καταστήματα και ζήτησε την επιστροφή των παραπάνω χρηματικών ποσών και τον αντιλογισμό των σχετικών εγγράφων που είχαν γίνει στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ. Επομένως, μετά τους νόμιμους αντιλογισμούς των σχετικών καταθέσεων και την επιστροφή των αντιστοιχούντων χρηματικών ποσών στον καταθέτη τους και αντιπρόσωπο της ενάγουσας (κατά του οποίου δεν προκύπτει ότι αυτή έχει στραφεί δικαστικώς, ούτε επικαλείται το αντίθετο), ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τους αρμοδίους υπαλλήλους (ταμίες) της εναγομένης Τράπεζας, προστηθέντες απ' αυτήν στην υπηρεσία της.

Αυτοί ενήργησαν εντός των νομίμων πλαισίων των καθηκόντων που τους ανετέθησαν και σύμφωνα με τη συνήθη τραπεζική πρακτική, κατά τα προαναφερθέντα και, συνεπώς, οι προαναφερόμενες ενέργειές τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και ο εν γένει τρόπος άσκησης αυτών, δεν συγκροτούν αδικοπρακτική συμπεριφορά που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημία και κατά το μέρος αυτό η αγωγή της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη....

Ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από την άνω υπ' αριθμ. 3277/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεχθείς επί λέξει τα εξής: "....Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε την αντίστοιχη κρίση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 330 του ΑΚ και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες:

αναφορικά με τη συμπεριφορά που επέδειξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.... Το Εφετείο δέχτηκε .ότι δεν συνέτρεξε υπαιτιότητα και ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων και της Τράπεζας για τα τρία πραγματικώς κατατεθέντα και αργότερα αναληφθέντα ποσά (αντιλογισμοί) χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του λογαριασμού Ο.Π.Α.Π.

στο όνομα του οποίου κατατέθηκαν τα χρήματα και αναλήφθηκαν με τους αντιλογισμούς και απέρριψε την έφεση και την αγωγή της εκκαλούσας, καίτοι οι ενέργειες αυτές κατά τις ίδιες παραδοχές, ήταν παράνομες χωρίς την έγκριση και πληρεξουσιότητα του Ο.Π.Α.Π. (άρθρα 229, 232, 236, 238 ΑΚ) σε συνδυασμό και με την αποστολή στον Ο.Π.Α.Π.

του ΦΑΞ περί των γενομένων καταθέσεων, ήταν ικανές να προκαλέσουν τον αποκλεισμό της από το σύστημα όπως και έγινε στη συνέχεια, ενώ συνέτρεξε και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας της αναιρεσείουσας και του πταίσματος του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας". Συνακολούθως δέχθηκε βάσιμο τον σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ανήρεσε την υπ' αρίθ. 3277/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου "...αναφορικά με τις τρεις καταθέσεις και αναλήψεις με τους παράνομους αντιλογισμούς και τις δύο εικονικές καταθέσεις....

Η άνω κρίση του Αρείου Πάγου, ότι δηλαδή οι ανωτέρω υπάλληλοι της εναγόμενης οι οποίοι προέβησαν σε συνήθη αντιλογισμό χωρίς "άδεια" του ΟΠΑΠ, αδικοπράκτησαν, που ανέτρεψε την άποψη του Εφετείου, ότι η κατάθεση ως ανώμαλη παρακαταθήκη παρέμεινε λογιστική στα βιβλία της Τραπέζης, είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο και συνεπώς κρίθηκε δεσμευτικά ότι μόνον ο αντιλογισμός που διενεργήθηκε από τους παραπάνω τρεις ταμίες της εναγομένης (Π., Μ.

και Π.) ήταν παράνομος και συγκροτεί αδικοπρακτική ευθύνη, επειδή έλαβε χώρα χωρίς την προηγούμενη έγκριση του ΟΠΑΠ, ως (κατά την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου) δικαιούχου των κατατεθέντων και ακολούθως αναληφθέντων χρηματικών ποσών και μόνου υποστάντος θετική ζημία, καθόσον η εναγομένη Τράπεζα στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός του ΟΠΑΠ, δεν μπορούσε να προβαίνει μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της σε αντιλογισμό κατατεθέντων υπέρ αυτού χρηματικών ποσών, χωρίς την έγκριση του οργανισμού, οι οποίοι (υπάλληλοι) εν προκειμένω απεδείχθη ότι επέδειξαν αμέλεια, και προέβησαν σε αντιλογισμό και απόδοση στον Ι.

Α. των ανωτέρω τριών ποσών. Όμως, από την αδικοπρακτική ως άνω συμπεριφορά των άνω υπαλλήλων στις τρεις τελευταίες καταθέσεις δεν υπέστη η ενάγουσα θετική ζημία (ίση προς το ποσόν των εκάστοτε καταβολών), διότι, αναγκαίως, κατά τις παραδοχές της άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, την ζημία αυτή την υπέστη ο δικαιούχος του λογαριασμού ΟΠΑΠ.

από τον λογαριασμό του οποίου αφηρέθησαν τα κατασχεθέντα ποσά. Οι πράξεις αυτές, από τη φύση τους και υπό τις συνθήκες που έλαβαν χώρα, δεν προκάλεσαν μεν στην ενάγουσα θετική ζημία, ήταν όμως ικανές αυτές in abstracto να προκαλέσουν τον εκ μέρους του ΟΠΑΠ αποκλεισμό της προσβάσεως της εναγούσης στο σύστημά του, με περαιτέρω συνέπεια την εξ αυτού αποθετική της ζημία.

Ο αντιλογισμός όμως ο οποίος έγινε κατά τις δύο πρώτες εικονικές περιπτώσεις δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μη νόμιμος, διότι στις περιπτώσεις αυτές δεν εισήχθησαν χρήματα της ενάγουσας στο λογαριασμό του ΟΠΑΠ, τα οποία να ανελήφθησαν (όπως στις λοιπές τρεις περιπτώσεις) και έτσι ο ΟΠΑΠ ουδέποτε κατέστη δικαιούχος των ποσών αυτών, ώστε να απαιτείται, κατά της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, συναίνεση ή έγκριση του ΟΠΑΠ για την δι' αντιλογισμού διόρθωση και αποκατάσταση της αληθούς καταστάσεως των πραγμάτων, ότι δηλαδή η εγγραφή ήτο ψευδής και ουδέν ποσόν παρελήφθη από την Τράπεζα προς κατάθεση.

Τούτο( άλλωστε είναι συνεπές προς το ότι ο Άρειος Πάγος ανήρεσε ως προς το σχετικό κεφάλαιο την προλαβούσα απόφαση, αφού δέχτηκε ως βάσιμο τον σχετικό από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (επί της κατωτέρω ενστάσεως εκ του 300 ΑΚ), επειδή το Δικαστήριο τούτο με την προλαβούσα αναιρεθείσα απόφαση δέχτηκε ότι οι ψευδείς εγγραφές και η αποστολή των σχετικών ΦΑΞ στον ΟΠΑΠ από την ως άνω υπάλληλο, συγκροτούσαν αδικοπρακτική συμπεριφορά που προκάλεσε αποθετική ζημία στην ενάγουσα.

Όμως οι άνω ψευδείς εγγραφές στις δύο εικονικές καταθέσεις όπως και τα αντίστοιχα ως άνω ψευδούς περιεχομένου δύο ΦΑΞ που εστάλησαν στον ΟΠΑΠ και οι δι 'αντιλογισμού αντίστοιχες δύο διαγραφές των ψευδών "εικονικών" εγγραφών δεν αποδείχτηκε ότι προκάλεσαν τη διακοπή της συνεργασίας του ΟΠΑΠ με την ενάγουσα και συνεπώς αποθετική ζημία σε αυτήν.

Τη διακοπή της συνεργασίας και συνακολούθως την εξ αυτής αποθετική ζημία προκάλεσε η μη καταβολή των δύο πρώτων ποσών από την ενάγουσα (σε κάθε περίπτωση από τον Ι. Α.), οι δε ψευδείς εγγραφές και η αποστολή των ΦΑΞ αποδείχθηκε ότι απλώς καθυστέρησαν το να γίνει αντιληπτή από τον ΟΠΑΠ η αληθής των πραγμάτων κατάσταση, ότι δηλαδή τις δύο αυτές φορές δεν του κατέβαλε ούτε η ενάγουσα, ούτε ο άνω αντιπρόσωπος της Ι.

Α. τα αναλογούντα και οφειλόμενα ως άνω ποσά. Κατά συνέπεια αποδείχτηκε ότι οι τρεις τελευταίες πράξεις υπό τις συνθήκες που έλαβαν χώρα, δεν ήσαν ικανές μόνες αυτές να προκαλέσουν εκ μέρους του ΟΠΑΠ τον αποκλεισμό της προσβάσεώς της στο σύστημά του, αφού αποδείχτηκε ότι ακόμη και αν αυτές έλειπαν, η μη καταβολή των δύο πρώτων ποσών αρκούσε για να προκαλέσει τον εκ μέρους του ΟΠΑΠ αποκλεισμό της προσβάσεως της ενάγουσας στο σύστημά του.

Εκ του λόγου τούτου η ενάγουσα δεν ζημιώθηκε ούτε τα ποσά αυτά, τα οποία ουδέποτε κατέβαλε, ούτε όμως δικαιούται να λάβει αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών από την Τράπεζα, καθ' όσον αποδείχτηκε ότι και μόνη η μη καταβολή των δύο πρώτων ποσών, επήγαγε τη διακοπή της συνεργασίας αυτής με τον ΟΠΑΠ και την εντεύθεν ζημία της.

Σε κάθε όμως περίπτωση, και επικουρικώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί αδικοπρακτικής ευθύνης αν εκείνος που ζημιώθηκε συντελέστηκε (συνετέλεσε) από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.3 και 9 παρ.1 και 2 της Υ.Α. (πολιτισμού) 25148/1999 ΦΕΚ 2004/τ.Β'/11- 11-1999 (Κανονισμός Λειτουργίας πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ), προκύπτει ότι ο πράκτορας του ΟΠΑΠ είναι υποχρεωμένος να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιχνιδιών στην Τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο ΟΠΑΠ και σύμφωνα με τον υποδειχθησόμενο από αυτόν τρόπο, να είναι συνεπής προς όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον τελευταίο, ενώ απαγορεύεται η απασχόληση στο πρακτορείο οποιουδήποτε άλλου, εκτός του ή της συζύγου, των παιδιών, των αδελφών και των γονέων του πράκτορα.

Μόνον αν υφίσταται σχετική έγκριση του ΟΠΑΠ και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δύναται να χρησιμοποιηθούν υπάλληλοι στη διεξαγωγή των εργασιών του πρακτορείου, για τις πράξεις, ενέργειες και παραλήψεις των οποίων ευθύνεται έναντι του ΟΠΑΠ προσωπικά ο πράκτορας.

Εν προκειμένω, η εναγόμενη Τράπεζα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει νομοτύπως τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα συνετέλεσε αποκλειστικά η ίδια στην επέλευση και την έκταση της ζημίας της, ενεργώντας κατά παράβαση, των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που ρυθμίζουν τις μεταξύ αυτής και του ΟΠΑΠ σχέσεις, αφού δεν κατέθεσε η ίδια στο λογαριασμό του Οργανισμού τις αποδοτέες προς αυτόν εισπράξεις του πρακτορείου της, αλλά χρησιμοποίησε γι' αυτό ως αντιπρόσωπο τον τρίτο, ξένο προς αυτήν ως άνω Ι.

Α., ο οποίος δεν εξετέλεσε τις προς αυτόν εντολές και επέδειξε την προεκτεθείσα αντισυμβατική απέναντι της συμπεριφορά, με συνέπεια το άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα σε βάρος της. Ισχυρίσθηκε επίσης, ότι πέραν αυτού η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα του άμεσου διακανονισμού της οφειλής της με τον ΟΠΑΠ. που θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα το εκ μέρους του Οργανισμού ταυτόχρονο άνοιγμα της πρόσβασης του πρακτορείου της στο σύστημά του, όμως δεν προέβη στην ενέργεια αυτή.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, που αποτελεί καταχρηστική ένσταση, διακωλυτική της γενέσεως του επιδίκου δικαιώματος, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πράκτορας με πολυετή πείρα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διεξήγαγε τις εργασίες του πρακτορείου της, στην έκταση που προαναφέρθηκε (ζωτικής και βαρύνουσας σημασίας ενέργειες ως προς την εκπλήρωση των προς τον ΟΠΑΠ υποχρεώσεών της), δια του άνω αντιπροσώπου της, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων της Υ.Α.25148/1999, δεδομένου ότι ούτε ο τελευταίος περιλαμβανόταν μεταξύ των προσώπων που θα μπορούσαν (επιτρεπόταν) να χρησιμοποιηθούν ως υπάλληλοι του πρακτορείου της, ούτε υπήρχε σχετική έγκριση του ΟΠΑΠ για τη χρησιμοποίησή του.

Ο εν λόγω αντιπρόσωπος της συμπεριφερόμενος κατά τον τρόπο που αναλυτικά κατά περίπτωση προαναφέρθηκε, συνετέλεσε στον αποκλεισμό της πρόσβασης της ενάγουσας στο σύστημα του ΟΠΑΠ και στην εντεύθεν επέλευση σε βάρος της, της επικαλούμενης ζημίας. Αποδεικνύεται επίσης, ότι η ενάγουσα, ευθύς ως έλαβε γνώση του ως άνω αποκλεισμού της πρόσβασής της στο σύστημα του ΟΠΑΠ (6-7-2006), είχε τη δυνατότητα να προβεί σε διακανονισμό της οφειλής της προς τον Οργανισμό από τις πράγματι οφειλόμενες δύο πρώτες εικονικές καταθέσεις, ποσά τα οποία αποδείχθηκε ότι όφειλε, αφού δεν έγινε παντάπασιν σχετική κατάθεση χρημάτων από τον αντιπρόσωπο της.

Όμως η ενάγουσα ουδέν έπραξε σχετικά, με αποτέλεσμα να μεσολαβήσει χρονικό διάστημα έξι και πλέον μηνών από του ως άνω αποκλεισμού της (6-7-2006) μέχρι της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής της...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την από 21.12.2009 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς μεν τη ζημία από τις δύο πρώτες εικονικές καταθέσεις κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να την απορρίψει κατά τούτο ως μη νόμιμη, κατά τα λοιπά δε (ήτοι ως προς τα ποσά των τριών τελευταίων καταθέσεων και την αποθετική ζημία) ως μη νόμιμη αντί να την απορρίψει ως ουσία αβάσιμη, εχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της αγωγής και την απέρριψε στο σύνολό της, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 πλημμέλεια, διότι συμμορφώθηκε με την ανωτέρω υπ’ αριθμ. 795/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ'αριθμ.3277/2011. απόφαση αυτού και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω αναιρετικής απόφασης και συγκεκριμένα από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, η ως άνω απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914,922,932 και 330 ΑΚ που εφάρμοσε, "αναφορικά με τις τρείς καταθέσεις και αναλήψεις με τους παράνομους αντιλογισμούς και τις δύο εικονικές καταθέσεις" αφού, υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο αντιλογισμός ο οποίος έγινε με τις τρείς καταθέσεις ήταν παράνομος, και συγκροτεί αδικοπρακτική ευθύνη, επειδή έλαβε χώρα, χωρίς την έγκριση του ΟΠΑΠ, δικαιούχου των κατατεθέντων και ακολούθως αναληφθέντων χρηματικών ποσών και μόνου υποστάντος θετική ζημία.

Επομένως, η εξουσία του Δικαστηρίου παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, με κλήση, εκτεινόταν μόνο στο παραπάνω κεφάλαιο της ανωτέρω αναιρεθείσας απόφασης, για το ζήτημα των τριών καταθέσεων και αναλήψεων με του παράνομους αντιλογισμούς. Κατά συνέπεια το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση ως προς το νομικό ζήτημα που επέλυσε και ο σχετικός πρώτος λόγος της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά ,στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Εν προκειμένω το Εφετείο με προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα των τριών καταθέσεων και αναλήψεων με τους παράνομους αντιλογισμούς και τις δύο εικονικές καταθέσεις, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσης διατάξεων.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο αντιλογισμός που έγινε στις δύο πρώτες εικονικές καταθέσεις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη νόμιμος και ότι τόσο οι ψευδείς εγγραφές στις δύο πρώτες εικονικές καταθέσεις, όπως και τα αντίστοιχα, ψευδούς περιεχομένου, δύο φαξ που εστάλησαν στον ΟΠΑΠ, από την ταμία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, όσο και οι δι' αντιλογισμού αντίστοιχες δύο εγγραφές, των ψευδών εικονικών εγγραφών, δεν προκάλεσαν τη διακοπή της συνεργασίας του ΟΠΑΠ με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και συνεπώς την αποθετική ζημία της, ενώ οι ψευδείς εγγραφές και η αποστολή των ΦΑΞ απλώς καθυστέρησαν το να γίνει αντιληπτή η αληθής κατάσταση των πραγμάτων από τον ΟΠΑΠ.

Αντιθέτως δε την διακοπή της συνεργασίας και την εξ αυτής αποθετική ζημία της ενάγουσας την προκάλεσε η μη καταβολή των δύο πρώτων χρηματικών ποσών από την ίδια και σε κάθε περίπτωση από τον αντιπρόσωπό της, Ι. Α.. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι τρεις τελευταίες πράξεις, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα, δεν ήταν ικανές, μόνο αυτές, να προκαλέσουν εκ μέρους του ΟΠΑΠ τον αποκλεισμό της προσβάσεως της εναγούσης στο σύστημα, αφού κι αν ακόμη αυτές έλειπαν, η μη καταβολή των δύο πρώτων ποσών αρκούσε, για να προκαλέσει τον εκ μέρους του (ΟΠΑΠ) αποκλεισμό της προσβάσεως της τελευταίας στο σύστημα.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως της από το άρθρο 559 αριθμ. 19, είναι αβάσιμα. Εξάλλου ο αυτός λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος υπό την επίκληση πλημμελειών από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, αφού η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, t υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από •.

το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 100/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που φέρονταν ως μη ληφθέντα υπόψη να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη ειδικότερα στο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου τα οποία ήσαν κρίσιμα για την διαμόρφωσιν του αποδεικτικού του πορίσματος, εφόσον από αυτά προέκυπτε η αλήθεια του περιεχομένου των ισχυρισμών της, α) την από 14.02.2017 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Α.

Δ., β) το με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2006 αποδεικτικό κατάθεσης των είκοσι χιλιάδων ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (20.042€), στο Λογιστήριο της εταιρείας Ο.Π.Α.Π., γ) την υπ' αριθμ. Δ/…/….08.2006 αίτηση Διακανονισμού προς την Επιτροπή Πρακτορείων της Ο.Π.Α.Π. και την από 18-10-2006 νέας αίτησης της με το ίδιο αντικείμενο και δ) το υπ' αριθμ.

…/….10.201444 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος σε συνδυασμό με το από 08.11.2007 Πόρισμα Ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "....την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθμό …/…..2.2017 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαίωση του Α.

Δ., που ελήφθη νομίμως, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και πριν την μετ' αναίρεση συζήτηση της έφεσης....και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης...και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, οι αυτοί, ως άνω αναιρετικοί λόγοι, καθό μέρος μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των προειρημένων αποδεικτικών μέσων προσάπτοντες σ' αυτήν, ειδικότερα τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο έπρεπε να λάβει υπόψη άλλως να αποκρούσει με νόμιμη αιτιολογία την από 14.02.2017 ένορκη κατάθεση του Α.

Δ., ο οποίος λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρου του Ο.Π.Α.Π. κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, γνώριζε από ιδία αντίληψη και περιέγραψε αναλυτικά όλες τις αναφερόμενες ενέργειες που έκανε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αλλά και στο διακανονισμό στον οποίο προέβη, προκειμένου να λειτουργήσει το πρακτορείο, ότι με την αίτησή της περί διακανονισμού ζητούσε ρύθμιση του υπολοίπου της οφειλής σε δόσεις, η οποία δεν έγινε δεκτή, γιατί ο Ο.Π.Α.Π.

απαιτούσε την ολοκληρωτική εξόφληση της οφειλής, ότι η νέα αίτηση Διακανονισμού προς την Επιτροπή, την οποία υπέβαλε την 18.10.2006 έγινε δεκτή με τον όρο να καταβάλει εφάπαξ 7.500€ και 1.500€ μηνιαίως μέχρι την εξόφληση της οφειλής και ότι μετά από σχετική καταγγελία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ελήφθησαν μέτρα κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από την Τράπεζα Ελλάδος, η οποία είχε διαπιστώσει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ως άνω Τράπεζα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2577/9.3.2006, τυγχάνουν απαράδεκτοι, διότι η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον: "η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα και από τους λοιπούς λόγους που περιέχονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τους οποίους μπορεί να λάβει υπόψιν του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο σας", τυγχάνει παντελώς αόριστος και ως τοιούτος απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται παντάπασιν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, νομικές πλημμέλειες, που στοιχειοθετούν τους αριθμητικώς αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαπιστώνονται παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ιδίων λόγων αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2018 αίτηση της Π. συζ. Π. Α., για αναίρεση της 3707/2017/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ