1198/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1198/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 14/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1198 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1198/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Μαρμάρου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Μ. του Α. και 2)Κ. Λ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1127/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4014/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 14/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την κρινόμενη από 24-3-2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-3-2014, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), υπ’ αριθμόν 4014/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 10-1-2012 και με αριθμό κατάθεσης ...2012 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 1127/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης .../2009 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των από 30-6-2008 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του Προγραμματιστή και να καταβάλλει σε αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους.
Με την εφετειακή απόφαση, ως αναφέρθηκε ήδη έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και έγινε δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και ως βάσιμη κατ’ ουσία.
2. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 18-9-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, που συνήψαν με την εναγομένη, οι οποίες ονομάστηκαν κατ’ επίφαση και εικονικά "συμβάσεις έργου" απασχολήθηκαν ως προγραμματιστές Η/Υ στο ... της εναγομένης συνεχώς και χωρίς διακοπή από 1-4-1999 μέχρι 30-6-2008, οπότε η τελευταία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ότι η κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων είναι αντίθετη με την εθνική και κοινοτική νομοθεσία και υποκρύπτουν κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθόσον με την παροχή των υπηρεσιών τους κάλυπταν πάγιες, και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Με βάση το ιστορικό ζήτησαν -ότι παραπάνω υπό στοιχείο 1 της παρούσης αναφέρεται.
3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 127/2015).
Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006, Α.Π. 122/2016,Α.Π 244/2015, ΑΠ ΑΠ 79/2013).
Με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10- 7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ" εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2001,ΑΠ 1073/2014), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006,ΑΠ 1073/2014).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18- 4-2001 (ΦΕΚ Α" 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ" ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων τον οποίο και διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιοπάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.
ΑΠ 7/2011, ΑΠ 127/2015, Α Π 79/2013, Α.Π.696/2013, ΑΠ 1073/2014).
Περαιτέρω με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται: 1) Να προσδιορισθούν:
α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων. 2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10-7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ" επιταγή αυτής (σχετ.
Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4- 2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:
Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ" αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.
γ" του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003.
Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ* αυτού, υπάγεται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, είναι και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.)", η οποία από 1-1-2001 έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/1999, σε συνδυασμό με το Π.Δ. 333/2000 και δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα (βλ.
και Π.Δ. 360/1991 και άρθρο 15 του Ν. 3429/2005). Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ. 81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι: 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως:
Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004).
Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών.
Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...
γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση...".
4. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ" ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).
5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: " Η εναγομένη... που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2190/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του παρ. θ ου ν. 3812/2009), με διαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως " έργου" ( βλ. σχετικές αιτήσεις παροχής υπηρεσιών σε συνδυασμό με με τα αντίστοιχα πρακτικά ανάθεσης εργασίας και την προσφορά κατ’ αποκοπή τιμήματος καθενός από τους ενάγοντες) απασχόλησε τους ενάγοντες ως Προγραμματιστές Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, στο ....
Συγκεκριμένα οι ενάγοντες από την 1-4-1999 μέχρι 30-6-2008 συνεχώς και αδιαλείπτως παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη με τις παρακάτω διαδοχικές συμβάσεις και το αντίστοιχο αντικείμενο εργασίας: Από 1-4-1999 μέχρι 31-5-1999 ασχολήθηκαν, ως προγραμματιστές, με την Μηχανοργάνωση γραφείου παρακολούθησης απασχόλησης προσωπικού Τομέα Συντήρησης, από 1-6-1999 μέχρι 31-7-1999 (δίμηνη σύμβαση) με την Επέκταση και αναβάθμιση - μηχανοργάνωση γραφείου παρακολούθησης απασχόλησης προσωπικού τομέα συντήρησης, από 1-8-1999 μέχρι 31-9-199 (δίμηνη σύμβαση) με τη Βελτίωση προγραμμάτων στατιστικών στοιχείων μισθοδοσίας προσωπικού Συντήρησης, από 1-10-1999 μέχρι 30-11-1999 (δίμηνη σύμβαση) με την παρακολούθηση ορθής λειτουργίας της επικείμενης βελτίωσης που πραγματοποιήθηκε στα προγράμματα στατιστικών στοιχείων μισθοδοσίας του Τομέα Συντήρησης του ΑΗΣΑ, από 1-12-1999 μέχρι 31-1-2000 (δίμηνη σύμβαση) με την παρακολούθηση της λειτουργίας επί των βελτιώσεων ......
(και στη συνέχεια παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη με συνεχείς αλλεπάλληλες, αδιάλειπτες και διαδοχικές δίμηνες συμβάσεις με το αυτό κατά βάση ως άνω αντικείμενο, με τελευταίο δίμηνο από 1-4-2008 μέχρι 30-6-2008). Απασχολήθηκαν δηλαδή, οι ενάγοντες σε προγράμματα σχετικά με τη μισθοδοσία των εργαζομένων και συγκεκριμένα με την επεξεργασία και καταχώρηση μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή των ωρών απασχόλησης του προσωπικού της μονάδας ΑΗΣ Αλιβερίου της εναγόμενης, την εκτύπωση των ωρών εργασίας τους (time sheets), ώστε στη συνέχεια να διαβιβαστούν αυτές στην Κεντρική Διεύθυνση Οικονομικών Λειτουργιών της και να καταβληθεί η μισθοδοσία τους, ενώ επεξεργάζονταν στατιστικά στοιχεία και έκαναν σχετικά προγράμματα.
Απασχολούνταν επί 5 ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και με πλήρες ωράριο, καθόσον προσέρχονταν στις 7.30 και αποχωρούσαν στις 15.30, ενώ μερικές φορές εργάζονταν και μετά το πέρας του ωραρίου αυτού, λόγω φόρτου εργασίας, τελούσαν δε υπό τις οδηγίες, εντολές και τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, τόσο ως προς τον χρόνο εργασίας τους όσο και ως προς το αποτέλεσμα αυτής.
Οι ενάγοντες, καθόλο το παραπάνω διάστημα (1-4-1999 μέχρι 30-6-2008) εξυπηρετούσαν τις παραπάνω ανάγκες της εναγομένης, σχετικά με την επεξεργασία και τα προγράμματα, που αφορούσαν στη μισθοδοσία των εργαζομένων της, οι οποίες δεν ήταν πρόσκαιρες ή εποχικές ή έκτακτες, αλλά κάλυπταν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, αφού οι ένδικες συμβάσεις που κατάρτιζαν με αυτή δεν αφορούσαν συγκεκριμένες εποχές ή περιόδους, αλλά ήταν διαδοχικές και αλλεπάλληλες καλύπτοντας ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα (1-4-1999 μέχρι 30-6-2008), χωρίς διαστήματα διακοπής.
Εξάλλου, το αντικείμενο, με το οποίο αυτοί ασχολήθηκαν (προγραμματισμός και επεξεργασία στοιχείων των ωρών εργασίας και μισθοδοσίας των εργαζομένων στην εναγόμενη) και η συνολική διάρκεια της απασχόλησης τους επί οκτώ έτη συνεχώς χωρίς διακοπή και για όλες τις εποχές του χρόνου, αποκλείει την περιοδικότητα, το έκτακτο των εξυπηρετούμενων αναγκών και τη παροχή συγκεκριμένου και εποχιακού έργου.
Άλλωστε, πριν από τους ενάγοντες και μετά τις 30-6-2008, που η εναγόμενη έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες τους, την ίδια εργασία ως προς τη φύση και το είδος αυτής παρείχαν οι τακτικοί υπάλληλοι της εναγόμενης (βλ. καταθέσεις μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία επιβεβαιώνεται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων και οι οποίες δεν αναιρούνται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγόμενης, αλλά ούτε και από άλλο στοιχείο της δικογραφίας).
Με τη λήξη της τελευταίας ως άνω σύμβασης (1-4-2008 μέχρι 30-6-2008) η εναγόμενη, όπως προαναφέρθηκε ανακοίνωσε στους ενάγοντες ότι παύει να δέχεται τις υπηρεσίες τους. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με την στην αρχή νομική σκέψη, οι συμβάσεις που κατήρτισε η εναγόμενη με τους ενάγοντες ήταν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι έργου, καθόσον τα μέρη απέβλεπαν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του μισθού, και οι ενάγοντες τελούσαν υπό νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγόμενη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα της, ασκούμενο δια των αρμοδίων οργάνων της, να δίνει δεσμευτικές γι’ αυτούς οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές, και όχι στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, ώστε η πραγμάτωση του να συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης.
Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά από την εναγόμενη πριν από την ισχύ του άρθρου 103 παρ. 8 του ισχύοντος Συντάγματος, είχαν ήδη προσλάβει για καθέναν από αυτούς, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εναγόντων ως μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της.
Συνακόλουθα, αφού η πρώτη από τις αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων συνήφθη και προσέλαβε τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη ισχύος της αναθεώρησης της διάταξης του άνω άρθρου 103 του Συντάγματος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ.7 και 8 του άρθρου αυτού, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, παρότι η εργασιακή σχέση αυτών με την εναγόμενη συνεχιζόταν και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους και μετά από αυτή (ΑΠ 15/20012, ΑΠ 1562/2011 ΤΝΠ).
Επομένως, η μη αποδοχή από την εναγόμενη, μετά τη λήξη και της τελευταίας ως άνω σύμβασης, ήτοι στις 30- 6-2008, της εργασίας των εναγόντων, συνιστά καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας τους, η οποία είναι άκυρη, καθόσον δεν έγινε εγγράφως και δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.
Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, η οποία κατά τα άνω κρίθηκε νόμιμη, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες συνδέονται με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η γενομένη ως άνω καταγγελία της σύμβασης τους εργασίας είναι άκυρη, να υποχρεωθεί δε αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την ειδικότητα των Προγραμματιστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Τ4 Π) καταβάλλοντας σ’ αυτούς τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλούμενης εναντίον της χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα που αυτή θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης αυτής".
6.- Με τις παραδοχές αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσης υπό τους αριθμούς 3 και 4 το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και των άρθρο ρν 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν 2190/1920 και 5 και 11.του π.δ. 160/2004 το οποίο έχει ανάλογη εφαρμογή, κατά το άρθρο 8Α του Π.Δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004), και επί της εναγομένης - αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το μοναδικό εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 λόγο αναιρέσεως, περί του ότι δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και ότι ήταν εφαρμοστέες οι αναφερόμενες στο λόγο του αυτό και ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, του ν. 2190/1994 και του π.δ. 160/2004 που δεν εφήρμοσε, κρίνονται αβάσιμα, καθόσον και το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στην προκειμένη υπόθεση ήταν εφαρμοστέο και ορθά εφαρμόσθηκε.
Τούτο δε διότι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων με την αναιρεσείουσα, φερόμενες ως συμβάσεις έργου, είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο τους, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους καθόσον συνέτρεχαν προς τούτο όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τον οποίο και διατήρησαν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως, αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 και 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4014/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ