Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to specify substantive law violations under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a will's interpretation. The appellant argued the lower court distorted evidence and ignored documents, but the Court found these claims contradictory and procedurally defective. The appeal was rejected because the grounds cited in the notice of appeal were too vague and failed to specify the exact substantive legal rules violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 1781, 200, 559, 118, 4, 556, 577 of the Civil Procedure Code: An appeal notice must clearly and concisely state the legal error; vague or contradictory grounds are inadmissible and lead to automatic rejection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1198 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1198/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καυκά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Δ. Ν., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2483/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2733/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 17-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνον η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ που αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται δηλαδή η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβανόταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως λόγω των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποιεί προς τούτο επιχειρήματα. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ερμηνείας είναι καθοριστική στις περιπτώσεις των ιδιογράφων ή μυστικών διαθηκών, αφού στις δημόσιες διαθήκες ο συμβολαιογράφος φροντίζει ώστε η βούληση του διαθέτη να αποτυπωθεί στη διαθήκη με σαφήνεια και με ορθή νομική φρασεολογία.
Εξάλλου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, δηλαδή ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφασή του δε διευκρινίζεται αν στη δήλωση βουλήσεως υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1769 και 1764 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε διαθήκη ανακαλείται και με σχετική δήλωση του διαθέτη σε μεταγενέστερη διαθήκη του περί μερικής ή ολικής ανάκλησης, είτε με δήλωσή του που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων, είτε με μεταγενέστερη διαθήκη του ίδιου, της οποίας το περιεχόμενο εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προηγούμενης διαθήκης η οποία παραμένει ισχυρή κατά τις διατάξεις της που δε συγκρούονται με τις διατάξεις της νεώτερης διαθήκης.
Έτσι, εφόσον η εναντίωση δεν είναι ολοκληρωτική, οι δύο διαθήκες ισχύουν παραλλήλως, ως ενιαία διαθήκη αφού αλληλοσυμπληρώνονται. Η ανάκληση της διαθήκης με τη μεταγενέστερη διαθήκη μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, χωρίς δηλαδή τη χρήση πανηγυρικών εκφράσεων περί ανάκλησης της προηγούμενης, όταν το περιεχόμενο της νέας δε συμβιβάζεται ολικώς ή μερικώς με το αντίστοιχο της προηγούμενης, όπως όταν τα ίδια περιουσιακά στοιχεία καταλείπονται σε διαφορετικό πρόσωπο με κάθε μια των διαθηκών.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1714, 1968 ΑΚ προκύπτει ότι ως κληροδοσία θεωρείται η προσπόριση σε κάποιον με διάταξη τελευταίας βουλήσεως περιουσιακής ωφέλειας χωρίς να εγκαθίσταται ο τετιμημένος κληρονόμος. Ως βεβαρημένος με κληροδοσία μπορεί να είναι κατά πρώτο λόγο ο κληρονόμος είτε από διαθήκη είτε εξ αδιαθέτου.
Υπάρχει δε δυνατότητα όπως ως βεβαρημένοι με κληροδοσία είναι όχι μόνον ένας αλλά και περισσότεροι οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή επί περισσότερων βεβαρημένων με την ίδια κληροδοσία, εφόσον δε συνάγεται διαφορετική θέληση του διαθέτη, αν οι βεβαρημένοι είναι κληρονόμοι υποχρεούνται στην κληροδοσία καθένας κατ' αναλογία της κληρονομικής του μερίδας.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1995, 1997 και 1198 ΑΚ το δικαίωμα από την κληροδοσία είναι κατά κανόνα ενοχικό. Ο κληροδόχος έτσι έχει ενοχικό δικαίωμα να απαιτήσει από το βεβαρημένο την παροχή που αποτελεί το αντικείμενο της κληροδοσίας αμέσως μετά την επαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 5-6-2011 απεβίωσε στην οικία της στο Δήμο ..., η Μ.
χήρα Κ. Π., η οποία, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../29-3-2012 πιστοποιητικό του Δήμου ... κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς κατά το χρόνο του θανάτου της τους παρακάτω: 1) Την Α. χήρα Π. Τ., το γένος Ι. Μ., θετό τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της, Ι. Μ., 2) την Ε. σύζυγο Δ. Α., το γένος Α. και Δ. Μ. και 3) την ενάγουσα, ως γνήσια τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της, Α.
Μ., 4) τον Δ. Μ. του Α. και της Ε. και 5) την Κ. Μ. του Α. και της Ε., συζ Σ. Σ., ως γνήσια τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της, Α. Μ. Περαιτέρω, κατά το χρόνο του θανάτου της, η ως άνω θανούσα κατέλιπε τέσσερις δημόσιες διαθήκες, ήτοι, κατά χρονολογική σειρά σύνταξης: 1) Την πρώτη με αριθμό .../11-6-2003 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Θεόδωρου Αιακάκου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 645/2012 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την δεύτερη με αριθμό ...26-11-2004 δημόσια διαθήκη ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Θεόδωρου Λιακάκου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 646/2012 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) την τρίτη με αριθμό .../15-7-2005 δημόσια διαθήκη ενώπιον του ίδιου Συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 647/2012 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και 4) την τέταρτη με αριθμό .../1-4-2010 δημόσια διαθήκη ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Μπασούκου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 621/2012 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την πρώτη από τις παραπάνω δημόσια διαθήκη της, η θανούσα, πέραν των όσων όρισε ως προς την εγκατάσταση κληρονόμων σε έτερο κληρονομιαίο ακίνητο της στη ... Αττικής, όρισε τα εξής ως προς το κληρονομιαίο ακίνητο στου ... στην οδό ...: "Η ισόγειος οικία μου, μετά του οικοπέδου της περίπου 450 τ.μ., στο Δήμο ... και επί της οδού ...
αριθμός ....... επιθυμώ να περιέλθει στις ανιψιές μου Χ. Τ. του Ι. και της Α. και Μ. Τ. του Ι. και της Α., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Ωστόσο, υποχρεώνω τις κληρονόμους μου αυτές όπως καταβάλλουν προς 1) την βαφτιστήρα μου Κ. Ρ. του Α. και της Ε. και 2) την Β.
Τ. του Π. και της Α., θυγατέρα της βαπτισημιάς μου Α. Ι. Μ. συζ. Π. Τ., το ποσό των 88.000 ευρώ προς την κάθε μία ευθυνόμενες προς τούτο, από κοινού και εις ολόκληρον".
Συνεπώς, με την ως άνω διαθήκη της η θανούσα εγκατέστησε ως κληρονόμους σε δήλο πράγμα ήτοι σε ένα εκ των κληρονομιαίων ακινήτων, τις ως άνω ανιψιές της, οι οποίες τυγχάνουν βεβαρημένες κληρονόμοι με κληροδοσία καταβολής ποσού 88.000 ευρώ προς τις δύο ως άνω κληροδόχους (άρθρα 1967επ. ΑΚ). Στη συνέχεια, η θανούσα, συνέταξε ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου την ...26.11.2004 δεύτερη κατά σειρά δημόσια διαθήκη της.
τροποποιώντας την προηγούμενη επίσης δημόσια διαθήκη της, μόνο ως προς τους εγκατάστατους κληρονόμους της στο κληρονομιαίο ακίνητο στη ... Αττικής, ενώ όρισε ότι τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της επιθυμεί να περιέλθουν στα πρόσωπα που μνημονεύονται στην .../11.6.2003 δημόσια διαθήκη της, η οποία και θα εξακολουθεί να είναι ισχυρή, ως προς τις διατάξεις αυτές.
Με την τρίτη κατά σειρά δημόσια διαθήκη της με αριθμό .../15-7-2005 ενώπιον του ίδιου Συμβολαιογράφου, η θανούσα ανακάλεσε την προηγούμενη διαθήκη, ως προς τους εγκατάστατους κληρονόμους της στο κληρονομιαίο ακίνητο στη ... Αττικής και διατύπωσε τη βούληση της ως εξής όσον αφορά το κληρονομιαίο ακίνητο στου ...: "....Επί πλέον υποχρεώνω τις κληρονόμους μου του ακινήτου μου στο Δήμο ... (οδός ...
αριθμός…) Χ. Τ. του Ι. και της Α. και Μ. Τ. του Ι. και της Α.. όπως καταβάλλουν προς 1) τη βαφτιστήρα μου Κ. Ρ. του Α. και της Ε., 2) τη Β. Τ. του Π. και της Α., θυγατέρα της βαπτισημιάς μου Α. Ι. Μ. συζ. Π. Τ. και 3) Σ. σύζυγο Δ. Ν. το γένος Α. Μ., το ποσό των 88.000 ευρώ σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, ευθυνόμενες οι κληρονόμοι μου αυτοί προς τούτο, εις ολόκληρον και από κοινού.
Όσον αφορά τα λοιπά περιουσιακά μου στοιχεία επιθυμώ όπως περιέλθουν στα πρόσωπα που μνημονεύονται στις .../11.6.2003 και ...26.11.2004 δύο δημόσιες διαθήκες μου που συντάχθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Λιακάκου, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν ως προς τις διατάξεις μου αυτές, εφ' όσον δεν αντιτίθενται στο περιεχόμενο της παραπάνω διαθήκης μου.
Συνεπώς, με την τρίτη κατά σειρά δημόσια διαθήκη της, η θανούσα προσέθεσε ως κληροδόχο, ποσού 88.000 ευρώ και την ενάγουσα, βαρύνοντας τις ως. άνω κληρονόμους του ακινήτου στου ..., όπως καταβάλουν και σε αυτήν το ποσό αυτό, ευθυνόμενες για την καταβολή εις ολόκληρον και από κοινού. Εν συνεχεία, η θανούσα προέβη στη σύνταξη μιας ακόμη - τέταρτης κατά σειρά - δημόσιας διαθήκης ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Ζαχαρία - Μπασούκου, με αριθμό .../1-4-2010, με την οποία όρισε τα εξής: "Τροποποιώ τη δημόσια διαθήκη μου που έχω συντάξει ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Λιακάκου, όσον αφορά το οικόπεδο με την επ' αυτού οικία στην οδό ...
αριθμός … του Δήμου ..., όπου και κατοικώ, το οποίο επιθυμώ να περιέλθει στους κάτωθι: α) ποσοστό (30/100) εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού να περιέλθει στη Μ. ή Μ. Τ. του Ι. και της Α., κάτοικο Αγγλίας και β) το υπόλοιπο ποσοστό των εβδομήντα εκατοστών (70/100) του ακινήτου αυτού να περιέλθει στο Π. Χ. του Σ. και της Α., κάτοικο ..., οδός ...
αριθμός …, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης στο πρόσωπα του, ο οποίος έχει συμπαρασταθεί σε μένα και τον αείμνηστο σύζυγο μου σαν πραγματικός συγγενής και ο οποίος μου συμπαραστέκεται μέχρι σήμερα. Κατά τις λοιπές διατάξεις της να ισχύσει η προηγούμενη διαθήκη μου". Με την τελευταία αυτή διαθήκη η θανούσα ανακάλεσε σιωπηρώς την τρίτη, αναφορικά με την εγκατάσταση της Χ.
Τ., ως κληρονόμου του ακινήτου που βρίσκεται στον οικισμό ..., περιόρισε το ποσοστό της Μ. Τ., την οποία αποκαλεί για πρώτη φορά και Μ. σε ποσοστό 30/100 εξ αδιαιρέτου και όρισε συγκληρονόμο της κατά τα υπόλοιπα 70/100, στο δήλο αυτό ακίνητο, τον εναγόμενο, βαρυνόμενο πλέον με τις κληροδοσίες που διατάχθηκαν με την προηγούμενη διαθήκη.
Τα ανωτέρω συνάγονται αμέσως από τις εν λόγω διαθήκες και ειδικότερα από την τελευταία διάταξη της τέταρτης "κατά τις λοιπές διατάξεις της να ισχύσει η προηγούμενη δημόσια διαθήκη μου". Οι λοιπές διατάξεις της προηγούμενης διαθήκης, που η διαθέτης ήθελε να ισχύουν, δεν είναι άλλες παρά μόνον οι αναφερόμενες στις κληροδοσίες, διότι αυτές συνδέονται με το ακίνητο του ..., για την κατάληψη του οποίου αποφάσισε διαφορετικά, και ως προς αυτό τροποποίησε την προηγούμενη, με αποτέλεσμα τη θέση της Χ.
Τ. να λάβει ο εναγόμενος βαρυνόμενος με τις κληροδοσίες, όπως και εκείνη δηλαδή εις ολόκληρο. Αν η διαθέτης δεν ήθελε τα ανωτέρω, δεν θα όριζε ότι επιθυμεί να ισχύσει η προηγούμενη διαθήκη της, κατά τις λοιπές διατάξεις της, ούτε είναι δυνατόν να εννοούσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην κατάληψη του ακινήτου που βρίσκεται στο Δήμο ...ς, ως προς τις οποίες η διαθήκη αυτή [τρίτη] δεν τροποποιείται με την τέταρτη.
Αλλά οι κληροδοσίες θα ίσχυαν και χωρίς την τελευταία αυτή περικοπή της διαθήκης "κατά τις λοιπές διατάξεις της να ισχύσει η προηγούμενη δημόσια διαθήκη μου", διότι η αφορώσα αυτές διάταξη της διαθήκης δεν καταργήθηκε. Ασάφεια της τελευταίας με αριθμό .../2010 δημόσιας διαθήκης για το αν οι κληροδοσίες εξακολουθούν να ισχύουν σε βάρος των νέων εγκαταστατών κληρονόμων ή αν αφορούν την κληρονομική διαδοχή ως προς το έτερο κληρονομιαίο ακίνητο της διαθέτη, στη ...
Αττικής, δεδομένου ότι με την τελευταία αυτή διαθήκη ουδέν αναφέρεται σχετικά με το ακίνητο αυτό, σε αντίθεση με τις τρεις προγενέστερες διαθήκες, που περιείχαν ξεχωριστές διατάξεις και για τα δύο κληρονομιαία ακίνητα, δεν υπάρχει. Η τελευταία παράγραφος της επίμαχης διαθήκης "κατά τις λοιπές διατάξεις να ισχύσει η προηγούμενη δημόσια διαθήκη μου", δεν μπορεί να αναφέρεται σε άλλες διατάξεις, παρά μόνο στις κληροδοσίες που αφορούν το ακίνητο στο Δήμο ...
με το οποίο συνδέονταν μέχρι τέλους με την πρώτη διαθήκη. Οι κληροδοσίες αυτές θα ίσχυαν και χωρίς την ανωτέρω παράγραφο, η οποία έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα. Με την επίμαχη διαθήκη υπάρχει εναντίωση, ως προς την διάταξη της προηγούμενης (διαθήκης) που αφορά τους συνεγκαταστάτους κληρονόμους, η οποία και τροποποιείται.
Αυτό είναι απολύτως σαφές, όπως και το ότι οι κληροδοσίες που είχαν τεθεί από την πρώτη διαθήκη, παρέμειναν ανέπαφες και δεν επαναλαμβάνονται στην επίμαχη. Η ανάκληση δηλαδή της πρώτης δημόσιας διαθήκης, με το περιεχόμενο της επίμαχης τέταρτης, αφορά μόνο την σχετική με την εγκατάσταση των κληρονόμων διάταξη της ως προς την οποία εναντιώνεται και όχι αυτή των κληροδοσιών, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν σε βάρος των νέων κληρονόμων Μ.
Τ. και εναγομένου, συνεγκαταστάτων στο ακίνητο του ... με την τέταρτη δημόσια διαθήκη, βεβαρημένων με την κληροδοσία έναντι της ενάγουσας και ευθυνόμενων, κατά την διαθήκη σε ολόκληρο, καταβολής ποσού 88.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων, ως κληρονόμος με βάση δημόσια διαθήκη, βεβαρημένος, με κληροδοσία υπέρ αυτής χρηματικού ποσού 88.000 δρχ.
να της καταβάλει το ποσόν αυτό σε εκπλήρωση της κληροδοτικής διάταξης της διαθήκης. Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αληθούς βούλησης της διαθέτου κατά τη διατύπωση του περιεχομένου της διάταξης της τελευταίας επίμαχης διαθήκης "κατά τις λοιπές διατάξεις της να ισχύσει η προηγούμενη δημόσια διαθήκη μου", που συναρτάται με το αν ανακλήθηκε με την διαθήκη αυτή ή όχι και η σχετική με τις κληροδοσίες, που επιβάρυναν τους κληρονόμους του ακινήτου που βρίσκεται στην περιοχή ..., διάταξη της προγενέστερης τρίτης διαθήκης και συνέχεται με την επέλευση του διαγνωσθέντος δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως κληροδόχου και της εντεύθεν υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς εκπλήρωση της κληροδοτικής διάταξης, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτόν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 173 και 1871 ΑΚ., τις οποίες δεν εφάρμοσε.
Ειδικότερα δέχθηκε ανελέγκτως ότι με τη διαθήκη αυτή ανακλήθηκε σιωπηρώς κατά τη βούληση της διαθέτου η προηγούμενη τρίτη διαθήκη της μόνον ως προς τη διάταξή της που αφορούσε την εγκατάσταση των κληρονόμων της στο προαναφερόμενο ακίνητο, χωρίς να θίγονται οι διατάξεις της περί κληροδοσιών υπέρ τρίτων, με τις οποίες βαρύνονταν οι κληρονόμοι του ίδιου ακινήτου, στις οποίες αναφέρεται η διάταξη της τέταρτης διαθήκης "κατά τις λοιπές διατάξεις να ισχύσει η προηγούμενη δημόσια διαθήκη μου" και ότι, η δήλωση της διαθέτου στην τελευταία διαθήκη της είναι σαφής, χωρίς κενά ή αμφίβολα σημεία, που αποδίδει μόνη της εκείνο που θέλησε η διαθέτης, χωρίς την ανάγκη ερμηνείας προς άρση οιουδήποτε ασαφούς περιεχομένου της.
Από την προσβαλλομένη δε απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ούτε έμμεσα δέχθηκε τέτοια κενά ή αμφίβολα σημεία, ώστε να επιβάλλεται η προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται, στην προσβαλλομένη απόφαση κατά το πρώτο μέρος, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή της εκ πλαγίου παραβίασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών των διατάξεως των άρθρων 173 και 1871 ΑΚ είναι απαράδεκτος. Η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση προσθέτων επιχειρημάτων γίνεται όχι με σκοπό την ερμηνευτική κάλυψη ελλείμματος σαφήνειας της διαθήκης προς διαμόρφωση της αντίληψης του δικαστηρίου της ουσίας για την αληθή βούληση της διαθέτου, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, για την οποία ήδη σαφώς έχει εκφρασθεί, αλλά προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφ' ενός πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό και αφετέρου από τον αρ. 11γ του ίδιου άρθρου ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το ίδιο έγγραφο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Συνεπώς οι σωρευτικώς ασκούμενες από τους αριθμούς 20 και 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις με τους πρώτο κατά το πρώτο μέρος και δεύτερο αντιστοίχως λόγους της αίτησης αναίρεσης, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, αφενός ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στο λόγο αυτό εγγράφων και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τα ίδια έγγραφα για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, είναι απαράδεκτες ως αντιφατικές, καθ' όσον δε νοείται το δικαστήριο να παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και παράλληλα να μην τα έλαβε υπόψη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ, 4, 556 παρ. 1 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού στο οποίο γίνεται αναφορά στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού εκτός από τους αριθμούς των αναιρετικών πλημμελειών δεν αναφέρονται ως προς την αιτίαση από τον αρ. 1 οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη δεύτερη δε αιτίαση περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2013 παραβόλου, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2014 αίτηση του Π. Χ., περί αναιρέσεως της 2733/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ